Μπέρναμ – Τραμπ: Το «θετικό» τετ-α-τετ, οι φιλοφρονήσεις και η μεγάλη διαφωνία για τη στρατιωτική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία

Ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ ξεπέρασε μια διπλωματική δοκιμασία υψηλού ρίσκου στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, καθώς η πρώτη του συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξελίχθηκε απρόσμενα θετικά, παρά την έντονη διαφωνία για τη στρατιωτική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία και τη συμφωνία παραχώρησης των νήσων Τσάγκος στον Μαυρίκιο. Ο Τραμπ επέμεινε στην κριτική του για τη συμφωνία, την οποία χαρακτήρισε «φρικτή και γελοία», θέτοντας εν αμφιβόλω την υλοποίησή της λόγω της αμερικανικής αντίθεσης.

Μπέρναμ Τραμπ ΟΗΕ

Φωτογραφία: Reuters

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Μια πρώτη διπλωματική δοκιμασία υψηλού ρίσκου ξεπέρασε ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ, καθώς η συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξελίχθηκε απρόσμενα θετικά.
  • Ωστόσο, το πραγματικό αγκάθι της συνάντησης ήταν η απόλυτη αντίθεση του Τραμπ στη συμφωνία παραχώρησης των νήσων Τσάγκος, την οποία χαρακτήρισε «φρικτή και γελοία».
  • Ο Βρετανός υπουργός Άμυνας Γουές Στρίτινγκ παραδέχθηκε ότι οποιαδήποτε συμφωνία «πρέπει να έχει τη στήριξη των Αμερικανών», με τις πληρωμές προς τον Μαυρίκιο να αναστέλλονται έως ότου επιλυθεί το ζήτημα.

Μια πρώτη διπλωματική δοκιμασία υψηλού ρίσκου ξεπέρασε ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, καθώς η πρώτη του τετ-α-τετ συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξελίχθηκε απρόσμενα θετικά, αφήνοντας το επιτελείο του στο Λονδίνο να αναπνέει με ανακούφιση.

Το «παιχνίδι» του Τραμπ και οι μνήμες από τον Στάρμερ

Κατά τη διάρκεια της πτήσης προς τη Νέα Υόρκη αυτή την εβδομάδα, ένας από τους ανώτερους συμβούλους του Άντι Μπέρναμ τον είχε προειδοποιήσει ότι η συνάντηση με τον Ντόναλντ Τραμπ θα ήταν το πολιτικό ισοδύναμο μιας κατάβασης σε ορμητικά ποτάμια, κάνοντας ράφτινγκ.

Αν και υπάρχει ένα ευρέως γνωστό «εγχειρίδιο στρατηγικής» που επιστρατεύει ο Αμερικανός Πρόεδρος όταν συναντά για πρώτη φορά άλλους παγκόσμιους ηγέτες, παραμένει μια βαθιά απρόβλεπτη προσωπικότητα και κάθε δοσοληψία μαζί του μπορεί να σε οδηγήσει σε συντριβή πάνω στα βράχια, σημειώνει ο Guardian.

Η στρατηγική του Τραμπ περιλαμβάνει προσωπικές κολακείες, συναλλακτική διπλωματία και μια δημόσια αξιολόγηση των ικανοτήτων του φιλοξενούμενου του.

Όταν ο Κιρ Στάρμερ συνάντησε για πρώτη φορά τον Αμερικανό Πρόεδρο στον Λευκό Οίκο, στις αρχές του περασμένου έτους, αυτό το μοτίβο εκδηλώθηκε στο έπακρο. Ο Τραμπ είχε επαινέσει την «όμορφη» προφορά του, είχε δηλώσει ότι η Βρετανία είναι ένα «υπέροχο» μέρος και ισχυρίστηκε ότι είχε διαπραγματευτεί «σκληρά» για τους δασμούς.

Στην πτήση της επιστροφής, ο εμφανώς ανακουφισμένος πρώην Βρετανός πρωθυπουργός έκανε στους δημοσιογράφους τη χαρακτηριστική χειρονομία του Τραμπ με τον ανασηκωμένο αντίχειρα, λέγοντάς τους ότι ήταν «χαρούμενος» πριν επιστρέψει στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους.

Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η σχέση τους κατέρρευσε.

Τα εύσημα στον Μπέρναμ

Μόλις 18 μήνες αργότερα, ήταν η σειρά ενός ανήσυχου Μπέρναμ να αναμετρηθεί με τα διπλωματικά «ορμητικά νερά» στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Καθώς ο νέος Βρετανός Πρωθυπουργός στάθηκε μπροστά στον Τύπο μετά τις συνομιλίες τους, ο Αμερικανός Πρόεδρος εφάρμοσε και πάλι το ίδιο μοτίβο, περιγράφοντας τον Μπέρναμ ως «γεννημένο επιχειρηματία» που είχε «πολλά προσόντα με το μέρος του», ενώ προέβλεψε ότι θα γίνει ένας «σπουδαίος» ηγέτης.

«Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή, με βάση τη σχέση μου με τον πρωθυπουργό Άντι, νομίζω ότι… τα πάμε πολύ καλά», δήλωσε ο Τραμπ μετά τη συνάντησή τους, η οποία διήρκεσε περίπου 40 λεπτά όπως μεταδίδει το Reuters.

«Έχουμε κάνει πολλές συζητήσεις. Ακόμη και πριν από αυτή τη συνάντηση, είχαμε επικοινωνήσει πολλές φορές τηλεφωνικά», πρόσθεσε.

Η βρετανική πλευρά, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ και του συμβούλου εθνικής ασφάλειας Τζόναθαν Πάουελ, δεν μπορούσε να κρύψει την ανακούφισή της όταν ο Τραμπ διατήρησε σε χαμηλούς τόνους τις πολιτικές του διαφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο — πέρα από την αναμενόμενη κριτική για αυτό που περιέγραψε ως «φρικτή» συμφωνία για τα νησιά Τσάγκος.

«Ορισμένες χώρες θα μπορούσαν να είχαν κάνει το βήμα παραπάνω. Όμως δεν υπάρχουν πολλές χώρες, για να είμαστε ειλικρινείς, που θα μπορούσαν να το είχαν διαχειριστεί αυτό», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τραμπ.

Αντιδράσεις για τη συμφωνία με τα νησιά Τσάγκος

Πίσω όμως από τους ήπιους τόνους, το πραγματικό αγκάθι της συνάντησης δεν άργησε να αποκαλυφθεί, με τον Ντόναλντ Τραμπ να ξεκαθαρίζει την απόλυτη αντίθεσή του στη συμφωνία παραχώρησης των νήσων Τσάγκος.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά τους όρους παράδοσης της επικράτειας στον Μαυρίκιο -σύμμαχο της Κίνας- κατά τη διάρκεια της πρώτης τετ-α-τετ συνάντησής του με τον Άντι Μπέρναμ.

Όπως περιγράφει η Daily Mail, ο Βρετανός Πρωθυπουργός υποχρεώθηκε να παρακολουθεί αμήχανος τον Τραμπ να χαρακτηρίζει τη συμφωνία «φρικτή και γελοία», προειδοποιώντας ότι τίποτα δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον της κρίσιμης στρατιωτικής βάσης στο Ντιέγκο Γκαρσία.

«Ξαφνικά [ο Μαυρίκιος] ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα. Κάποιος εμφανίζεται να διεκδικεί την ιδιοκτησία χωρίς να έχει παρουσιαστεί ποτέ πριν, έπειτα από δεκαετίες και αιώνες. Πιστεύω ότι είναι γελοίο», τόνισε.

«Όχι, μιλούσαμε γι’ αυτό, και [τα νησιά] είναι στρατηγικά πάρα πολύ σημαντικά. Πάρα πολύ σημαντικά. Ξέρετε, αναγκαστήκαμε να στείλουμε τα βομβαρδιστικά μας B2 πίσω στην πατρίδα στο Μισούρι [έπειτα από αεροπορική επιδρομή στο Ιράν], αντί να πετάξουν για σύντομο χρονικό διάστημα. Είναι εκπληκτικό το πόσο στρατηγικής σημασίας είναι, και πιστεύω ότι ο Πρωθυπουργός [Μπέρναμ] θα το επανεξετάσει», πρόσθεσε.

Ο Μπέρναμ γνέφοντας καταφατικά απάντησε «Ναι», αναφέρει η Daily Mail. Σε δηλώσεις του μετά τη συνάντηση, ο Μπέρναμ σημείωσε ότι «κληρονόμησε την κατάσταση και χρειαζόμαστε μια λύση».

«Είναι ζωτικής σημασίας να διασφαλιστεί το μέλλον της βάσης, και αυτό έχει σημασία για εμάς για λόγους ασφαλείας, αλλά προφανώς και για τις ΗΠΑ», πρόσθεσε.

Πριν αναχωρήσει για τη Νέα Υόρκη, ο Βρετανός Πρωθυπουργός είχε δηλώσει «αποφασισμένος» να προχωρήσει τη συμφωνία, επισημαίνοντας ότι είναι κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη λειτουργία της κοινής βάσης Ηνωμένου Βασιλείου – ΗΠΑ στο Ντιέγκο Γκαρσία, το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος στον Ινδικό Ωκεανό.

Από την πλευρά του, ο Βρετανός υπουργός Άμυνας Γουές Στρίτινγκ, μιλώντας στα τηλεοπτικά δίκτυα, παραδέχθηκε ανοιχτά ότι οποιαδήποτε συμφωνία «πρέπει να έχει τη στήριξη των Αμερικανών».

«Οπότε αντικειμενικά, ελλείψει υποστήριξης από τους Αμερικανούς, είναι αυτή η συμφωνία αρκετά καλή; Όχι», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Sky News, ενώ ξεκαθάρισε ότι δεν θα πραγματοποιηθεί καμία πληρωμή προς τον Μαυρίκιο έως ότου επιλυθεί το ζήτημα.

Βάσει του σχεδίου της συμφωνίας, εκτός από τη δημιουργία ταμείου 40 εκατομμυρίων λιρών για τους εκτοπισμένους κατοίκους των νησιών Τσάγκος, το Ηνωμένο Βασίλειο είχε συμφωνήσει να καταβάλλει στον Μαυρίκιο τουλάχιστον 120 εκατομμύρια λίρες ετησίως κατά τη διάρκεια της 99ετούς μίσθωσης.

Το συνολικό ονομαστικό κόστος της συμφωνίας υπολογιζόταν να αγγίξει τα 35 δισεκατομμύρια λίρες.

Ερωτηθείς αν η ετήσια πληρωμή θα προχωρήσει, ο Στρίτινγκ δήλωσε στην εκπομπή «Today» του BBC Radio 4: «Όχι, σε αυτό το στάδιο. Πρέπει να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου θα μπορέσουμε να καταλήξουμε σε μια συμφωνία».

Ο Βρετανός ΥΠΑΜ πρόσθεσε πάντως ότι θα ήταν «ένα τίμημα που αξίζει να πληρωθεί» εάν εξασφάλιζε τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του Ηνωμένου Βασιλείου να χρησιμοποιεί το Ντιέγκο Γκαρσία.

«Θα εργαστούμε μαζί για να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου τόσο οι κυβερνήσεις του Μαυρικίου και του Ηνωμένου Βασιλείου, όσο και οι Αμερικανοί θα μπορούν να υπογράψουν αυτή τη συμφωνία, επειδή το Ντιέγκο Γκαρσία είναι εξαιρετικά σημαντικό για τους Αμερικανούς όπως και για εμάς και τη συλλογική μας ασφάλεια. Ο στόχος λοιπόν εδώ είναι να διαφυλάξουμε αυτή τη βάση και τις δυνατότητές της, όχι μόνο τώρα, αλλά μακροπρόθεσμα», τόνισε.

Η τροπή που πήρε η υπόθεση πυροδότησε έντονες αντιδράσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης στη Βρετανία.

Ο ανώτερος βουλευτής των Συντηρητικών, Άλεξ Μπέργκχαρτ, δήλωσε στην Daily Mail πως «Ο Κιρ Στάρμερ προκάλεσε τεράστια ζημιά στη Βρετανία και ο Άντι Μπέρναμ συνεχίζει από εκεί που εκείνος σταμάτησε. Μέσα σε 24 ώρες, στήριξε την παραχώρηση των νήσων Τσάγκος και άνοιξε την πόρτα για επανένταξη στην ΕΕ. Προφανώς, μπορεί να βρει χρήματα για τον Μαυρίκιο και τις Βρυξέλλες, αλλά όχι για τις Ένοπλες Δυνάμεις μας. Αυτή είναι μια διπλή συνθηκολόγηση. Απλά θέλει να συνεχίσει να δίνει παλιές μάχες».

«Στο ανώτατο όριο των προσδοκιών μας»

Στη συνέχεια, Βρετανοί αξιωματούχοι, ακόμη και εκείνοι που έχουν δει τη στρατηγική Τραμπ στην πράξη στο παρελθόν και γνώριζαν ότι δεν θα κρατήσει απαραίτητα για πάντα, δήλωσαν κατενθουσιασμένοι με την εξέλιξη των συνομιλιών, αναφέρει ο Guardian.

«Ήταν στο ανώτατο όριο των προσδοκιών μας», δήλωσε ένας από αυτούς. «Όλα τα ζητήματα για τα οποία γράφατε εσείς οι δημοσιογράφοι —τα Φόκλαντ, η ενωμένη Ιρλανδία, τα Τσάγκος— πήγαν μια χαρά».

Οι ίδιοι παραδέχτηκαν ότι η απαγόρευση εμπορίου με τους οικισμούς στη Δυτική Όχθη ήταν ο τομέας που τους ανησυχούσε περισσότερο. Ωστόσο, μια καλοκαιρινή διπλωματική εκστρατεία έφερε τον Τραμπ με το μέρος τους, και προς ανακούφισή τους, ο Αμερικανός Πρόεδρος παραχώρησε την πρωτοβουλία στον Μπέρναμ για το ζήτημα.

«Ήταν κάπως απρόβλεπτο, αλλά ήταν καλύτερο από το να το επικρίνει», σχολίασε ένας άλλος σύμβουλος.

Ο Μπέρναμ κατάφερε μάλιστα να χρησιμοποιήσει τη στιγμή για να οδηγήσει —προσωρινά— τη συζήτηση σε πιο ήρεμα νερά, εξηγώντας τις ελπίδες του να βάλει τέλος στην πολιτική αναταραχή που πλήττει τη Βρετανία για πάνω από μία δεκαετία και να δημιουργήσει μια πιο «θετική ιστορία» για τη χώρα.

«Πάνω από όλα, απλά χρειαζόμασταν να επικοινωνήσουν και να αρχίσουν να χτίζουν μια σχέση την οποία θα μπορούμε να αξιοποιήσουμε όταν το χρειαστούμε», δήλωσε ένας τρίτος κυβερνητικός αξιωματούχος.

Ωστόσο, όπως διαπίστωσε στην πορεία ο Στάρμερ, οι πολιτικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών έκαναν τη σχέση όλο και πιο δύσκολη — κάτι που είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίσει και ο διάδοχός του.

Η ομάδα του Μπέρναμ πράττει σωστά που παραμένει επιφυλακτική για την αστάθεια που μπορεί να προκαλέσει ο Τραμπ, με τις διεθνείς ενέργειές του να προκαλούν αναταράξεις και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο Βρετανός Πρωθυπουργός μπορεί να επιβίωσε από το πρώτο κύμα των διπλωματικών «ορμητικών νερών», αλλά υπάρχουν ακόμη πολλά να διαχειριστεί μπροστά του.