Η Τουρκία, τα F-35 και τα όρια της αμερικανοτουρκικής επαναπροσέγγισης – Ανάλυση του Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου

Η συνάντηση Τραμπ - Ερντογάν δημιούργησε στην τουρκική πλευρά την προσδοκία για στρατηγική αποκατάσταση των σχέσεων με την Ουάσινγκτον, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, ειδικά όσον αφορά το ζήτημα των F-35. Η Τουρκία αντιμετωπίζει εμπόδια όπως οι κυρώσεις CAATSA, η αμερικανική δυσπιστία και η ισραηλινή αντίθεση, ενώ για την Ελλάδα, η κατάσταση απαιτεί στρατηγική ψυχραιμία και συνεχή εξοπλιστική αναβάθμιση.

ΗΠΑ, μαχητικό, F-35

Φωτογραφία αρχείου: AP Photo/Kamran Jebreili

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν δημιούργησε προσδοκίες για στρατηγική αποκατάσταση σχέσεων, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, ειδικά για τα F-35. Οι κυρώσεις CAATSA εξακολουθούν να αποτελούν βασικό εμπόδιο, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν μπορεί να παρακάμψει πλήρως το Κογκρέσο.
  • Η Τουρκία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται στην Ουάσινγκτον ως προβληματικός και συχνά αναξιόπιστος σύμμαχος, λόγω της στρατηγικής της συμπεριφοράς και των σχέσεών της με Ρωσία, Κίνα και Ιράν. Η ισραηλινή αντίθεση στην πώληση F-35 ενισχύει περαιτέρω τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η Άγκυρα.
  • Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζητούμενο είναι η αποφυγή του εφησυχασμού και της υπερβολικής ανησυχίας, καθώς έχει ήδη εισέλθει στην εποχή των Rafale και προχωρά προς τα F-35. Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της ελληνικής πλευράς, υπό την προϋπόθεση συνεκτικής πολιτικής εξοπλιστικής αναβάθμισης.

Η συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν δημιούργησε, ιδίως στην τουρκική πλευρά, την προσδοκία ότι η Άγκυρα βρίσκεται πλέον πλησιέστερα σε μια στρατηγική αποκατάσταση των σχέσεών της με την Ουάσινγκτον. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Στις διεθνείς σχέσεις, οι διατυπώσεις καλής θέλησης έχουν σημασία μόνο όταν συνοδεύονται από θεσμική δυνατότητα, πολιτική βούληση και στρατηγική σύγκλιση. Στην περίπτωση των F-35, κανένα από τα τρία αυτά στοιχεία δεν φαίνεται να έχει ωριμάσει επαρκώς.

Η Τουρκία βρίσκεται πράγματι σε ένα ευρύ διαπραγματευτικό πεδίο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι πιθανό να υπάρξουν επιμέρους κινήσεις, όπως η προώθηση της υπόθεσης των F-16 ή η έγκριση κινητήρων F110 για το τουρκικό μαχητικό KAAN. Αυτές οι εξελίξεις, όμως, δεν πρέπει να συγχέονται με την πλήρη επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς. Το ζήτημα των F-35 είναι ποιοτικά διαφορετικό, διότι συνδέεται με τον πυρήνα της αμερικανικής τεχνολογικής υπεροχής και με την ασφάλεια κρίσιμων αμυντικών δεδομένων.

Οι κυρώσεις CAATSA εξακολουθούν να αποτελούν βασικό εμπόδιο. Ο Αμερικανός Πρόεδρος μπορεί σε ορισμένα πεδία να κινηθεί με σχετική ευχέρεια, δεν μπορεί όμως να παρακάμψει πλήρως το Κογκρέσο, ιδίως όταν πρόκειται για νομοθετημένες κυρώσεις που έχουν ενσωματωθεί στο αμερικανικό θεσμικό πλαίσιο. Ακόμη και αν ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμούσε να δώσει πολιτική ώθηση στην τουρκική υπόθεση, θα όφειλε να συνυπολογίσει το κόστος μιας αντιπαράθεσης με το Κογκρέσο και με τμήματα του αμερικανικού πολιτικού και γραφειοκρατικού κατεστημένου.

Η Τουρκία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται στην Ουάσινγκτον ως προβληματικός και συχνά αναξιόπιστος σύμμαχος.

Η δυσπιστία αυτή δεν είναι συγκυριακή. Απορρέει από τη στρατηγική συμπεριφορά της Άγκυρας τα τελευταία χρόνια: τις σχέσεις της με τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν, την απόκτηση ρωσικών συστημάτων και τη γενικότερη τάση άσκησης πολυδιάστατης, αλλά συχνά αντιφατικής, εξωτερικής πολιτικής. Στο συγκεκριμένο ζήτημα, η αμερικανική ανησυχία αφορά τον κίνδυνο διαρροής ευαίσθητης τεχνολογίας. Δεν μπορεί μια χώρα να φιλοδοξεί να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα προηγμένο stealth σύστημα και ταυτόχρονα να διατηρεί διαύλους που δημιουργούν υπόνοιες τεχνολογικής έκθεσης προς ανταγωνιστικές δυνάμεις.

Η παράμετρος του Ισραήλ

Σημαντική είναι και η παράμετρος του Ισραήλ. Η ισραηλινή αντίθεση στην πώληση F-35 στην Τουρκία, σε συνδυασμό με την κινητοποίηση του ελληνικού και του ισραηλινού λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύει περαιτέρω τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η Άγκυρα. Συνεπώς, η απόφαση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπική σχέση δύο ηγετών. Εξαρτάται από ένα ευρύτερο σύστημα θεσμών, συμφερόντων και στρατηγικών υπολογισμών.

Το κρίσιμο ζητούμενο για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζητούμενο είναι η αποφυγή τόσο του εφησυχασμού όσο και της υπερβολικής ανησυχίας. Η απόκτηση κινητήρων για το KAAN δεν ανατρέπει την ελληνική αεροπορική υπεροχή. Η Ελλάδα έχει ήδη εισέλθει στην εποχή των Rafale και προχωρά προς τα F-35. Ακόμη και σε ένα μελλοντικό σενάριο απόκτησης F-35 από την Τουρκία, η τεχνολογία θα έχει πιθανότατα μεταβεί σε επόμενο στάδιο. Επομένως, ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της ελληνικής πλευράς, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί μια συνεκτική πολιτική εξοπλιστικής αναβάθμισης και στρατηγικής προσαρμογής.

Η ίδια λογική ισχύει και στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει την αμυντική της βιομηχανία ως εργαλείο πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική. Όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ακόμα ενιαία αμυντική φωνή. Η Γαλλία προκρίνει μια περισσότερο αυτόνομη ευρωπαϊκή άμυνα, ενώ χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία διατηρούν αμυντικοβιομηχανικά συμφέροντα με την Τουρκία. Για την Ελλάδα, ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι θεσμικά ευνοϊκότερο από ένα αποκλειστικά νατοϊκό, όπου οι ελληνοτουρκικές διαφορές συχνά αποσιωπώνται στο όνομα της συμμαχικής συνοχής.

Το ΝΑΤΟ, άλλωστε, διέρχεται μια βαθύτερη κρίση προσανατολισμού. Η απουσία ενός κοινά αντιληπτού εχθρού δημιουργεί αποκλίσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ανατολικής Ευρώπης και Δυτικής Ευρώπης. Η Ρωσία παραμένει καθοριστική μεταβλητή. Εάν η ρωσική απειλή υποχωρήσει, η Ευρώπη θα μπορούσε να εξελιχθεί σε αυτόνομο τρίτο πόλο μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου. Αν όχι, θα συνεχίσει να κινείται υπό το βάρος των εσωτερικών της διαιρέσεων. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα οφείλει να λειτουργεί με στρατηγική ψυχραιμία, θεσμική επιμονή και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Γράφει ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, διεθνολόγος