Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» στον πόλεμο των αφηγημάτων: Πώς η Τουρκία επιχειρεί να απονομιμοποιήσει την Ελλάδα

Η πρόσφατη συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Τουρκία, η οποία επιχειρεί να την απονομιμοποιήσει μέσω στρατηγικής επικοινωνίας και αναπλαισίωσης. Η Τουρκία προσπαθεί να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική επιλογή ως επιθετική κίνηση και παράγοντα αποσταθεροποίησης στην Ανατολική Μεσόγειο, ασκώντας ταυτόχρονα επικοινωνιακή πίεση.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η Τουρκία επιχειρεί να απονομιμοποιήσει την Ελλάδα, παρουσιάζοντας την «Ασπίδα του Αχιλλέα» όχι ως νόμιμη ενίσχυση της άμυνας, αλλά ως «επιθετική κίνηση που στοχεύει την Τουρκία» και μέρος ενός «αντιτουρκικού άξονα», τονίζει σε άρθρο του ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος.
  • Όπως λέει, ο πόλεμος των αφηγημάτων που διεξάγει η Τουρκία στοχεύει να επηρεάσει την αντίληψη της κοινής γνώμης και να περιορίσει την ελευθερία των στρατηγικών επιλογών της Ελλάδας, καθιστώντας τις αμφισβητήσιμες.
  • Η Ελλάδα οφείλει να απαντά με το δικό της ερμηνευτικό πλαίσιο, προβάλλοντας την αμυντική της ενίσχυση ως μέσο αποτροπής, προστασίας, ασφάλειας, σταθερότητας και ειρήνης, και όχι να περιορίζεται σε αντιδραστική στάση.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Η πρόσφατη συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας, δεν αποτελεί μόνο μια σημαντική εξέλιξη για την ενίσχυση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Καθησυχάζει το Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα»: «Περιλαμβάνεται η από κοινού χρήση»

Αποτελεί ταυτόχρονα και μια χαρακτηριστική περίπτωση του τρόπου με τον οποίο στις διεθνείς σχέσεις, η Στρατηγική Επικοινωνία λειτουργεί ως μέσο γεωπολιτικής ισχύος.

Συγκεκριμένα, μέσω της επιρροής στο νοητικό πλαίσιο αναφοράς (frame of reference) ενός ερεθίσματος ή γεγονότος, οι διεθνείς δρώντες επιχειρούν να διαμορφώσουν αφηγήματα μέσα από τα οποία οι στρατηγικές επιλογές ενός κράτους γίνονται αντιληπτές, ερμηνεύονται και αξιολογούνται.

Φλώρος για την «Ασπίδα του Αχιλλέα»: «Πολύ δύσκολος αντίπαλος η Ελλάδα για την Τουρκία που εκνευρίζεται από την αμυντική μας ενδυνάμωση»

Με αυτόν τον τρόπο, η Στρατηγική Επικοινωνία μπορεί να συμβάλει στη νομιμοποίηση ή την απονομιμοποίηση μιας στρατηγικής επιλογής και κατ’ επέκταση, στην αποδοχή ή την απόρριψή της, καθώς και στη διαμόρφωση της κοινωνικής και πολιτικής στήριξης που απαιτείται για την υλοποίησή της.

Η περίπτωση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή τη δυναμική, καθώς η ίδια στρατηγική επιλογή αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο και διαφορετική σημασία ανάλογα με το αφήγημα μέσα από το οποίο παρουσιάζεται.

Δένδιας: Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι η πρώτη ευρωπαϊκή ολιστική προσπάθεια αντιμετώπισης απειλών και προκλήσεων

Αντιδράσεις στην Τουρκία από τη συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ

Συγκεκριμένα, η συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ για την απόκτησή της, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Τουρκία, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και μια ευρύτερη σύγκρουση αφηγημάτων.

Ειδικότερα, στον τουρκικό δημόσιο λόγο, η ελληνική αμυντική επιλογή επιχειρείται να παρουσιαστεί όχι ως μια νόμιμη προσπάθεια ενίσχυσης της εθνικής άμυνας, αλλά ως μια επιθετική κίνηση που στοχεύει την Τουρκία.

Στο πλαίσιο αυτό, τουρκικά Μέσα Εημέρωσης και αναλυτές χαρακτηρίζουν τη συμφωνία «ύπουλη», υποστηρίζουν ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει ως στόχο την Τουρκία και συνδέουν την ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία με μια ευρύτερη γεωπολιτική αντιπαράθεση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το ενδιαφέρον επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο αυτών των ισχυρισμών, αλλά στον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί η Τουρκία να αλλάξει το πλαίσιο μέσα στο οποίο, αντιλαμβανόμαστε την ελληνική επιλογή ενίσχυσης της αντιεροπορικής και αντιβαλλιστικής της άμυνας.

Υπό το πρίσμα αυτό, μια αμυντική στρατηγική επιλογή που από την ελληνική πλευρά παρουσιάζεται ως ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος, επιχειρείται να αναπλαισιωθεί ως «επιθετική ενέργεια που συνιστά πρόκληση».

Επίσης, η αμυντική συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ παρουσιάζεται ως στοιχείο ενός «αντιτουρκικού άξονα», ενώ η ενίσχυση της ελληνικής εθνικής ασφάλειας γενικότερα, επιχειρείται να παρουσιαστεί ως απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα.

Εν κατακλείδι, μέσω αυτής της αναπλαισίωσης, η Τουρκία προσπαθεί να εμφανίσει την Ελλάδα όχι ως μια χώρα που ασκεί το νόμιμο δικαίωμά της στην αυτοάμυνα και στην ενίσχυση της αμυντικής της ικανότητας, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις ενός σύνθετου και διαρκώς μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος ασφαλείας, αλλά ως παράγοντα αποσταθεροποίησης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ουσία της αντιπαράθεσης

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης, διότι η Τουρκία, ακολουθώντας μια στρατηγική αναπλαισίωσης, επιχειρεί να μεταβάλει όχι τα ίδια τα αντικειμενικά δεδομένα, αλλά το νοητικό πλαίσιο μέσα από το οποίο αυτά γίνονται αντιληπτά, ερμηνεύονται και αξιολογούνται από την κοινή γνώμη.

Στόχος της επικοινωνιακής στρατηγικής της δεν είναι απλώς να επηρεάσει την εικόνα που έχει διαμορφώσει η κοινή γνώμη για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», αλλά να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η κοινή γνώμη αξιολογεί τη νομιμότητα, τη σκοπιμότητα και τις προθέσεις της ελληνικής αμυντικής και στρατηγικής πολιτικής.

Με τον τρόπο αυτό, η αντιπαράθεση μεταφέρεται από το πεδίο των πραγματικών δυνατοτήτων ενός αμυντικού συστήματος και των στρατηγικών επιλογών μιας χώρας στο πεδίο της αντίληψης και της νοηματοδότησης, όπου η μάχη για το ποιος θα καθορίσει το πλαίσιο ερμηνείας ενός γεγονότος, καθίσταται κρίσιμη για τη νομιμοποίηση ή την απονομιμοποίησή του.

Στην πραγματικότητα, αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη δεν είναι μόνο μια αντιπαράθεση γύρω από ένα αμυντικό πρόγραμμα, αλλά μια σύγκρουση δύο διαφορετικών πλαισίων ερμηνείας της ίδιας πραγματικότητας.

Συγκεκριμένα, στην ελληνική πλαισίωση, η αμυντική ενίσχυση εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη αλυσίδα νοήματος, η οποία διαμορφώνεται ως εξής:

Αμυντική ενίσχυση Αποτροπή Προστασία Ασφάλεια   Σταθερότητα και Ειρήνη

Σύμφωνα με αυτή τη νοηματική αλυσίδα, η ενίσχυση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων παρουσιάζεται ως μέσο ενίσχυσης της αποτρεπτικής  ικανότητας της χώρας, προστασίας της εθνικής επικράτειας και τελικά, δημιουργίας συνθηκών μεγαλύτερης ασφάλειας και σταθερότητας.

Στον αντίποδα, η τουρκική αναπλαισίωση επιχειρεί να μεταβάλει αυτή την αλυσίδα νοήματος, καθώς το ίδιο αντικειμενικό γεγονός, η απόκτηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα», αποκτά διαφορετική σημασία.

Αμυντική ενίσχυση Επιθετικότητα Αντιτουρκικός άξονας   Αποσταθεροποίηση

Συγκεκριμένα, η αμυντική ενίσχυση δεν παρουσιάζεται πλέον ως μέσο αποτροπής, αλλά ως ένδειξη επιθετικής πρόθεσης, ενώ η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ δεν παρουσιάζεται ως δίκτυο περιφερειακής συνεργασίας για την σταθερότητα και ασφάλεια, αλλά ως «άξονας» εναντίον της Τουρκίας.

Τέλος, η ενίσχυση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων για την εξασφάλιση της ασφάλειας της χώρας, αναπλαισιώνεται ως παράγοντας αποσταθεροποίησης.

Συνεπώς, στον πόλεμο των αφηγημάτων που διεξάγει η Τουρκία, σημασία δεν έχει μόνο το τι είναι η «Ασπίδα του Αχιλλέα», αλλά και το τι σημαίνει.

Γιατί το νόημα που τελικά αποδίδεται σε αυτήν, επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται και νομιμοποιείται η ελληνική στρατηγική επιλογή.

Ωστόσο, η τουρκική επικοινωνιακή στρατηγική δεν περιορίζεται μόνο στην προσπάθεια αναπλαισίωσης της ελληνικής στρατηγικής επιλογής.

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, η οποία αφορά στην άσκηση επικοινωνιακής και πολιτικής πίεσης προς την Ελλάδα, μέσω της επικοινωνίας εξαναγκασμού (coercive communication), ώστε να επηρεάσει και την ελληνική συμπεριφορά.

Η επικοινωνία εξαναγκασμού αποτελεί μια μορφή επικοινωνιακής άσκησης πίεσης, μέσω της οποίας ένας δρών επιχειρεί να επηρεάσει τις επιλογές ενός άλλου, περιορίζοντας το περιθώριο των διαθέσιμων επιλογών του και δημιουργώντας την αντίληψη, ότι η μη συμμόρφωση στα αιτήματά του θα έχει κόστος ή συνέπειες.

Στις διεθνείς σχέσεις, η λογική αυτή συνδέεται με την εξαναγκαστική διπλωματία (coercive diplomacy), όπου οι απειλές ή η υπόνοια επιβολής κόστους χρησιμοποιούνται προκειμένου να επιτευχθεί μεταβολή της συμπεριφοράς του άλλου δρώντος.

Στην περίπτωση της Τουρκίας, η μετάβαση από την αναπλαισίωση στην επικοινωνία εξαναγκασμού γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν η πολιτική ηγεσία μεταφέρει τη συζήτηση από το «πώς πρέπει να ερμηνεύεται» η ελληνική αμυντική ενίσχυση στο «πώς πρέπει να συμπεριφερθεί» η Ελλάδα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πρόσφατες δηλώσεις του κ. Ερντογάν, ο οποίος κάλεσε την Ελλάδα να «αλλάξει πορεία» και να τερματίσει, όπως υποστήριξε, τη στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, προειδοποιώντας παράλληλα, ότι η τουρκική «ηρεμία και λογική προσέγγιση» δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως αδυναμία.

Το μήνυμα εδώ δεν αφορά πλέον μόνο την ερμηνεία μιας ελληνικής στρατηγικής επιλογής, αλλά περιέχει και μια σαφή απαίτηση για μεταβολή της ελληνικής συμπεριφοράς.

Οι δύο αυτές διαστάσεις εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική επιρροής, η οποία μπορεί να αποτυπωθεί στην ακόλουθη αλληλουχία:

Αναπλαι-σίωση Απονομιμο-ποίηση Επικοινωνία εξαναγκασμού Μεταβολή συμπεριφοράς

Ο στόχος μιας τέτοιας στρατηγικής δεν είναι απλώς να δημιουργηθεί μια αρνητική εικόνα για την ελληνική αμυντική πολιτική, αλλά να περιοριστεί η ελευθερία των στρατηγικών επιλογών της Ελλάδας, ώστε το πολιτικό κόστος μιας συγκεκριμένης επιλογής να εμφανίζεται ολοένα μεγαλύτερο.

Ο διπλός απώτερος στόχος της Τουρκίας

Κοντολογίς, ο απώτερος στόχος της Τουρκίας είναι διττός.

Αφενός, να επηρεάσει την αντίληψη της κοινής γνώμης, ώστε η ελληνική στρατηγική επιλογή να προσλαμβάνεται ως εχθρική προς την Τουρκία και ως παράγοντας κινδύνου για τη σταθερότητα και την ασφάλεια της περιοχής.

Αφετέρου, να καταστήσει σαφές στους Έλληνες λήπτες αποφάσεων, ότι η υλοποίηση της συγκεκριμένης επιλογής είναι αμφισβητήσιμη και μη αποδεκτή, καθώς και ότι ενδέχεται να συνεπάγεται σημαντικό πολιτικό και στρατηγικό κόστος.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το κρίσιμο ερώτημα που γεννάται είναι γιατί η Τουρκία ακολουθεί μια τέτοια στρατηγική.

Ο πρώτος λόγος, είναι η προσπάθεια απονομιμοποίησης της ελληνικής στρατηγικής επιλογής.

Στο πλαίσιο αυτό, εάν η «Ασπίδα του Αχιλλέα» παρουσιαστεί ως επιθετικό και αποσταθεροποιητικό σύστημα και η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία ως μέρος ενός «αντιτουρκικού άξονα», τότε περιορίζεται επικοινωνιακά η δυνατότητα της Ελλάδας να παρουσιάζει τις επιλογές της ως νόμιμες, αμυντικές και απολύτως συμβατές με το δικαίωμά της να προστατεύει την εθνική της ασφάλεια.

Ο δεύτερος λόγος, αφορά στην προσπάθεια άσκησης πολιτικής πίεσης στην ελληνική πολιτική ηγεσία.

Συγκεκριμένα, οι απειλητικές αναφορές, οι επαναλαμβανόμενες διεκδικήσεις και η ανάδειξη ζητημάτων που σχετίζονται με περιοχές όπως το Καστελόριζο, δεν λειτουργούν μόνο ως δηλώσεις πολιτικής θέσης, αλλά και ως μηνύματα εξαναγκασμού προς την ελληνική πλευρά, με στόχο να καταστεί σαφές ότι η συνέχιση συγκεκριμένων στρατηγικών επιλογών μπορεί να συνεπάγεται πολιτικό, διπλωματικό ή και στρατηγικό κόστος.

Τέλος, η Τουρκία επιχειρεί να επηρεάσει το περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον σε σχέση με το πως αντιλαμβάνεται και αξιολογεί την Ελλάδα.

Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα παρουσιαστεί ως χώρα που «στρατιωτικοποιεί» παράνομα τα νησιά του Αιγαίου, δημιουργεί «εχθρικούς άξονες» και προκαλεί περιφερειακή αστάθεια, τότε η τουρκική πλευρά επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από το δικαίωμα της Ελλάδας στην άμυνα προς τη δήθεν ελληνική ευθύνη για την ένταση και αποσταθεροποίηση στην περιοχή.

Η συνολική επιδίωξη μπορεί επομένως, να αποτυπωθεί στην ακόλουθη αλληλουχία:

Απονομιμοποίηση Επικοινωνία εξαναγκασμού Περιορισμός των στρατηγικών επιλογών της Ελλάδας

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα δεν θα πρέπει να περιοριστεί σε μια αμυντική επικοινωνιακή στάση, απαντώντας σε έναν προς έναν τους τουρκικούς ισχυρισμούς, διότι αυτό θα σήμαινε ότι αποδέχεται, έστω και έμμεσα, το πλαίσιο που έχει θέσει η Τουρκία.

Αντιθέτως, η Ελλάδα θα πρέπει να απαντά με βάση το δικό της ερμηνευτικό πλαίσιο, διαμορφώνοντας η ίδια το νόημα και το περιεχόμενο της στρατηγικής της επιλογής και επαναφέροντας τη συζήτηση στη δική της στρατηγική λογική.

Το ελληνικό στρατηγικό αφήγημα συνεπώς, θα πρέπει να στηρίζεται στην ακόλουθη λογική:

Αμυντική ενίσχυση Αποτροπή Προστασία Ασφάλεια   Σταθερότητα και Ειρήνη

Η λογική αυτή, στηρίζεται σε ένα αφήγημα που υποστηρίζει ότι η  Ελλάδα, δεν ενισχύει την αμυντική της ικανότητα για να απειλήσει κάποιον, αλλά για να αποτρέψει πιθανές απειλές.

Δεν δημιουργεί συμμαχίες εναντίον κάποιου, αλλά οικοδομεί στρατηγικές συνεργασίες που εξυπηρετούν τα εθνικά της συμφέροντα και συμβάλλουν στη δημιουργία δικτύων περιφερειακής ασφάλειας.

Δεν επιδιώκει την ένταση, αλλά διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την αποτρεπτική της ικανότητα.

Επίσης, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν επηρεάζει τους τουρκικούς στρατιωτικούς υπολογισμούς. Φυσικά και τους επηρεάζει. Αυτή άλλωστε, είναι και η λογική της αποτροπής.

Να επηρεάσει τον υπολογισμό ενός δυνητικού αντιπάλου, αυξάνοντας το κόστος μιας επιθετικής επιλογής.

Επομένως, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται ως μια απάντηση στην Τουρκία, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ενίσχυσης της εθνικής άμυνας, της αποτροπής και της προστασίας της χώρας απέναντι σε ένα σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφαλείας.

Και εδώ η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Απαντώντας στις τουρκικές αιτιάσεις, τόνισε ότι η Ελλάδα δεν θα δεχθεί υποδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο θα ενισχύσει την αμυντική της θωράκιση, εντάσσοντας παράλληλα, την ενίσχυση της άμυνας στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας από απειλές.

Συνεπώς, η Ελλάδα δεν θα πρέπει να απευθύνεται μόνο στην τουρκική πλευρά, αλλά και στο ευρωπαϊκό και ευρύτερο διεθνές ακροατήριο.

Γιατί το ζητούμενο, δεν είναι απλώς να αντικρούσει τους τουρκικούς ισχυρισμούς, αλλά να διασφαλίσει ότι το δικό της στρατηγικό αφήγημα γίνεται κατανοητό και νομιμοποιείται στα κρίσιμα διεθνή ακροατήρια.

Υπό το πρίσμα αυτό, η ελληνική αμυντική ενίσχυση θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως στοιχείο μιας συνεκτικής στρατηγικής αποτροπής και περιφερειακής σταθερότητας και όχι ως παράγοντας κλιμάκωσης ή αποσταθεροποίησης.

Τέλος, η Στρατηγική Επικοινωνία της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι μόνο αντιδραστική και να ενεργοποιείται κάθε φορά που διατυπώνεται ένας νέος τουρκικός ισχυρισμός.

Χρειάζεται να είναι προληπτική, συνεκτική και διαρκής, ώστε το ελληνικό πλαίσιο αναφοράς να έχει ήδη διαμορφωθεί πριν επιχειρηθεί η αναπλαισίωση ενός νέου γεγονότος από την άλλη πλευρά.

Γιατί όποιος καθορίζει το πλαίσιο, δεν καθορίζει απλώς το πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, αλλά επηρεάζει και το τι θεωρούμε νόμιμο και άρα επιτρεπτό.

Στον πόλεμο των αφηγημάτων επομένως, η Ελλάδα δεν αρκεί να υπερασπίζεται τις επιλογές της, αλλά πρέπει και να διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο, αυτές οι επιλογές γίνονται κατανοητές και αξιολογούνται.

Γράφει ο Δρ Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.