Υπερψηφίστηκε σήμερα (11/6) από την Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, με τίτλο: «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης περιφερειακής εμβέλειας και λοιπές διατάξεις».
«Ναι» επί της αρχής ψήφισε εκτός από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ενώ η πλειοψηφία των κομμάτων της αντιπολίτευσης στήριξε αρκετές από τις διατάξεις του νομοσχεδίου και σχεδόν το σύνολο των κομμάτων αναγνώρισε την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης, αλλά και το γεγονός ότι μετά από περίπου 30 χρόνια μπαίνουν κανόνες σε ένα τοπίο αρρύθμιστο.
Παράλληλα, με τροπολογία που κατέθεσε ο κ. Μαρινάκης και συμπεριλαμβάνεται στο νομοσχέδιο, έγινε δεκτό το αίτημα ελάχιστων στον αριθμό δημοσιογράφων που εργάζονται στην ΕΡΤ, το ΑΠΕ-ΜΠΕ και τη ΓΓΕΕ, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα αναγνώρισης προϋπηρεσίας τους που αφορούσε διάστημα κατά το οποίο παλαιότερα είχαν εργαστεί στον ίδιο φορέα σε διαφορετική θέση, ασκώντας όμως καθήκοντα δημοσιογράφου. Επρόκειτο, μάλιστα, για μια ρύθμιση που χαιρετίστηκε από το σύνολο των κομμάτων του κοινοβουλίου.
Ειδικότερα, όσον αφορά στο πλαίσιο λειτουργίας των περιφερειακών καναλιών, πρόκειται για μία πρωτοβουλία μέσω της οποίας η κυβέρνηση βάζει τέλος σε μια σημαντική θεσμική και νομική εκκρεμότητα δεκαετιών, νομοθετώντας μια ολοκληρωμένη διαδικασία αδειοδότησης των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών.
Για 28 χρόνια και μέχρι και σήμερα, τα περιφερειακά κανάλια όλης της χώρας λειτουργούν υπό το προσωρινό καθεστώς της «νόμιμης λειτουργίας», εκπέμποντας και συμμετέχοντας στη διαφήμιση (ιδιωτική ή δημόσια), καθώς και σε πάσης φύσεως ενισχύσεις, χωρίς να υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους, λειτουργώντας σε ένα τοπίο ως επί το πλείστον αρρύθμιστο. Σήμερα, λειτουργούν νομίμως 81 περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί σε όλη τη χώρα.
Η οριστική αδειοδότησή τους, εκτός από θεσμική και συνταγματική επιταγή, θα αναβαθμίσει τους τηλεοπτικούς σταθμούς, το προϊόν που παρέχουν στο τηλεοπτικό κοινό, την ίδια τους την περιουσία, καθώς θα πρόκειται για κατόχους άδειας, ενώ κυρίως θα φέρει την εφαρμογή σαφών προϋποθέσεων και κανόνων, η τήρηση των οποίων θα ελέγχεται συστηματικά.
Έτσι, μπαίνει τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο και σε περιφερειακό επίπεδο, όπως έγινε από την κυβέρνηση και για τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο με τη λειτουργία των Μητρώων Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου, εξασφαλίζοντας διαφάνεια, λογοδοσία και βιωσιμότητα. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται ακόμη περισσότερο η θέση των Περιφερειακών ΜΜΕ που παραδοσιακά επιτελούν σημαντικό ρόλο στις τοπικές κοινωνίες και χαρακτηρίζονται από αξιοπιστία και προβολή ζητημάτων τοπικού ενδιαφέροντος.
Έπειτα από τον Ν. 5212/2025 για τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο και τον Ν. 5253/2025 για την ενίσχυση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και την ενσωμάτωση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (EMFA), πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά νομοσχέδιο μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο που στον πυρήνα του θέτει την οριστική διευθέτηση προσωρινών καταστάσεων που είχαν παγιωθεί επί δεκαετίες στον κλάδο των ΜΜΕ, δημιουργώντας ένα τοπίο με κανόνες, προϋποθέσεις και διαφάνεια στον χώρο των μέσων ενημέρωσης. Το επόμενο διάστημα έπεται αντίστοιχη νομοθετική ρύθμιση και για την αδειοδότηση των ραδιοφωνικών σταθμών της επικράτειας, ολοκληρώνοντας έναν σημαντικό μεταρρυθμιστικό κύκλο.
Με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, όπως τονίζεται, θεσπίζεται μια ολοκληρωμένη διαδικασία αδειοδότησης στη βάση σύγχρονων, διαφανών, αντικειμενικών και αμιγώς ποιοτικών προϋποθέσεων και κριτηρίων αξιολόγησης.
Τίθενται συγκεκριμένοι κανόνες και σαφείς προϋποθέσεις, τόσο ώστε να μπορούν να λάβουν άδεια οι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί, αλλά και για τη λειτουργία τους στη συνέχεια.
Θεσπίζονται αυστηρές κυρώσεις για τη μη τήρηση των κανόνων, που φτάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας.
Αναβαθμίζεται η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς η αδειοδότηση συνοδεύεται από την εκπομπή προγράμματος αποκλειστικά σε υψηλή ευκρίνεια (HD).
Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την υλοποίηση ενός σημαντικού έργου από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης για τη μετάβαση στο τεχνολογικό πρότυπο μετάδοσης DVB T-2.
Καταργούνται οι σχετικές προβλέψεις του Ν.4339/2015 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ακυρώνεται στην πράξη το μοντέλο της δημοπρασίας, με το οποίο άδεια εξασφάλιζε όποιος θα πλήρωνε τα περισσότερα χρήματα.
Προστατεύονται οι θέσεις εργασίας των δημοσιογράφων αλλά και του συνόλου των εργαζομένων, ενώ δημιουργούνται επιπλέον θέσεις εργασίας.
Προστατεύονται οι νόμιμοι τηλεοπτικοί σταθμοί από τον αθέμιτο ανταγωνισμό που δυνητικά δέχονται από σταθμούς «φαντάσματα» ή σταθμούς που δεν πληρούν ελάχιστες προϋποθέσεις και κριτήρια, όμως παρ’ όλα αυτά κάνουν χρήση του «σπάνιου πόρου» των συχνοτήτων.
Ενισχύεται ουσιαστικά ο έλεγχος και η εποπτεία από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, καθώς με τις διατάξεις του νομοσχεδίου, το προσωπικό του ΕΣΡ αυξάνεται κατά 62%.
Επισημαίνεται πως η διαδικασία αδειοδότησης θα πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου από το αρμόδιο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ανά Περιφερειακή Ζώνη. Ο αριθμός των αδειών καθορίζεται αποκλειστικά με βάση τη χωρητικότητα του διαθέσιμου φάσματος ανά Περιφερειακή Ζώνη, έπειτα από εισήγηση της ΕΕΤΤ και γνώμη του ΕΣΡ. Για τον καθορισμό του συνόλου των προϋποθέσεων αδειοδότησης και λειτουργίας, έχουν ληφθεί υπόψη τα πληθυσμιακά δεδομένα, οι οικονομικές συνθήκες ανά Περιφερειακή Ζώνη, ενώ έχει πραγματοποιηθεί εκτεταμένη διαβούλευση με τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς όλης της χώρας. Οι αδειοδοτημένοι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί δεν θα πληρώνουν «αντίτιμο» για την άδεια, αντιθέτως θα καταβάλλουν ένα συμβολικό ετήσιο ποσό υπέρ του κόστους εποπτείας από το ΕΣΡ, το οποίο θα διαφέρει ανάλογα με την περιφέρεια.
Η διαδικασία αδειοδότησης ανά Περιφερειακή Ζώνη διακρίνεται σε δύο φάσεις. Κατά την Α’ φάση, ελέγχονται αποκλειστικά συγκεκριμένες ποιοτικές προϋποθέσεις με κριτήρια «on/off», τα οποία οφείλει να πληροί οποιοσδήποτε τηλεοπτικός σταθμός, προκειμένου να αδειοδοτηθεί, ενώ οι άδειες θα διακρίνονται σε άδειες ενημερωτικού προγράμματος και μη ενημερωτικού προγράμματος.
Ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε: «Με το νομοθετικό πλαίσιο για τη λειτουργία των καναλιών περιφερειακής εμβέλειας, το οποίο φέραμε και ψηφίστηκε σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής, αφήνουμε οριστικά πίσω ένα καθεστώς λειτουργίας που παρέμενε “προσωρινό” επί 28 χρόνια. Περνάμε πλέον σε ένα πλαίσιο οριστικής αδειοδότησης, με κανόνες, διαφάνεια και σαφή κριτήρια. Και το κάνουμε με τον θεσμικά ορθό τρόπο: Η εκτελεστική εξουσία δεν αναλαμβάνει τη χορήγηση των αδειών. Η διαδικασία ανατίθεται, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα, στο αρμόδιο ανεξάρτητο όργανο, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.
Επίσης, αφήνουμε πίσω το αποτυχημένο μοντέλο της δημοπρασίας, καθώς δεν πιστεύουμε ότι είναι σωστό να παίρνει άδεια όποιος δίνει τα περισσότερα χρήματα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επισημανθεί ότι κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου διαμορφώθηκε ένα πεδίο συνεννόησης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ο διάλογος διεξήχθη με όρους ουσίας και αμοιβαίου σεβασμού, αντί στείρας αντιπαράθεσης. Τα τοπικά κανάλια είναι οι σταθμοί αυτοί που προβάλλουν τα πολύ σημαντικά ζητήματα για κάθε χωριό, κάθε πόλη, κάθε νομό, κάθε γειτονιά και της Αττικής και της περιφέρειας. Είναι οι δημοσιογράφοι, οι τεχνικοί, οι υπάλληλοι συνολικά, αλλά είναι και οι τηλεθεατές, οι οποίοι τα βλέπουν και για πάρα πολλά χρόνια βλέπανε τα τοπικά τους ζητήματα να προβάλλονται σε χαμηλότερης ποιότητας εικόνα και μέσα από εταιρείες που κάθε χρόνο περίμεναν τον εκάστοτε υπουργό να ανανεώσει την άδειά τους. Αυτή λοιπόν τη σοβαρή συζήτηση κάποιοι την τίμησαν. Και αναφέρομαι στην κυβερνητική πλειοψηφία και ένα μέρος της αντιπολίτευσης και κάποιοι την απαξίωσαν.
Εγώ λοιπόν κρατώ τη θετική εικόνα. Η τελική μορφή της νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι αποτέλεσμα της διαβούλευσης που προηγήθηκε, των εισηγήσεων και των προτάσεων των φορέων, αλλά και της συμβολής εκείνου του μέρους της αντιπολίτευσης που άσκησε τον θεσμικό του ρόλο με υπευθυνότητα».
Πηγή: ΑΠΕ–ΜΠΕ