Ιράν: Γιατί αρνείται να παραδώσει την «πυρηνική σκόνη» του – Το «φάντασμα» του Καντάφι και η υπαρξιακή ασπίδα της Τεχεράνης

Προσθέστε το enikos.gr στην Google

Καθώς οι διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν κορυφώνονται, ένα συγκεκριμένο ζήτημα αναδεικνύεται ως το απόλυτο, δυσεπίλυτο αγκάθι: το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

LIVE – Θρίλερ με τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν – Όλες οι εξελίξεις

Παρά τις επίμονες πιέσεις του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απαιτεί τη ρητή απομάκρυνση του ιρανικού αποθέματος εξαιρετικά εμπλουτισμένου ουρανίου ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία, η ηγεσία του Ιράν εμφανίζεται πιο αμετανόητη από ποτέ.

Με βάση τη ροή των πληροφοριών, των απόρρητων εκθέσεων των μυστικών υπηρεσιών και των προσχεδίων συμφωνίας που έχουν έρθει στο φως όλο αυτό το διάστημα, από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, γίνεται σαφές ότι για την Τεχεράνη το πυρηνικό της πρόγραμμα δεν αποτελεί ένα απλό διαπραγματευτικό χαρτί.

Είναι η υπαρξιακή εγγύηση επιβίωσης του καθεστώτος.

Η στρατηγική του «κατωφλίου» και η ανασυγκρότηση

Η πρόσφατη κατηγορηματική οδηγία του «απομονωμένου» νέου ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Μοτζταμπά Χαμενεΐ, να «μπλοκάρει» κάθε ενδεχόμενο εξαγωγής του σχεδόν στρατιωτικής ποιότητας ουρανίου εκτός χώρας, επιβεβαιώνει μια βαθιά ριζωμένη στρατηγική.

mojtaba-khamenei-reuters
Φωτογραφία: Reuters

Η Τεχεράνη δεν επιδιώκει απαραίτητα την άμεση κατασκευή μιας έτοιμης πυρηνικής βόμβας – κάτι που, ενδεχομένως, θα πυροδοτούσε έναν ολοκληρωτικό καταστροφικό πόλεμο με τη Δύση.

Αντίθετα, επιλέγει να διατηρεί τη λεγόμενη «ικανότητα breakout» (nuclear latency/threshold).

Ο όρος «απόκτηση ικανότητας» (breakout) χρησιμοποιείται συχνά αναφορικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αλλά η ακριβής έννοια και οι επιπτώσεις του είναι συχνά ασαφείς ή ασυνεπείς, σημειώνει η δεξαμενή σκέψης Washington Institute.

Από νομικής άποψης, αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία μια χώρα που επιδιώκει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα θα μπορούσε να παραβιάσει τις δεσμεύσεις της στο πλαίσιο της ευρέως αναγνωρισμένης Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων.

Σχετίζεται επίσης με τον χρόνο που χρειάζεται ένα κράτος για να παράγει επαρκτή ποσότητα σχάσιμου υλικού, όπως το υψηλά εμπλουτισμένο ουράνιο, προκειμένου να μεταβεί γρήγορα στην κατασκευή ενός πυρηνικού όπλου.

Ιράν πυρηνικές εγκαταστάσεις
Πυρηνικό συγκρότημα Ισφαχάν, 10 Φεβρουαρίου 2026. Οι είσοδοι των σηρράγων έχουν καλυφθεί με χώμα / Πηγή: Reuters

Το Ιράν, απ’ ό,τι φαίνεται, θέλει να παραμένει μόνιμα στο «κατώφλι» της πυρηνικής δύναμης, κατέχοντας το απαραίτητο απόθεμα και την τεχνογνωσία, ώστε αν δεχθεί μια θανάσιμη απειλή, να μπορεί να αναπτύξει πυρηνικό όπλο μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες.

Αυτή η στρατηγική υποστηρίζεται αθόρυβα από την ταχύτατη ανασυγκρότηση της στρατιωτικής και αμυντικής της βιομηχανίας.

Όπως αποκάλυψαν πρόσφατες εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, το Ιράν -παρά τα σφοδρά πλήγματα που δέχθηκε- κατάφερε να επανεκκινήσει την παραγωγή drones και να αποκαταστήσει τις υποδομές του πολύ ταχύτερα από τα χρονοδιαγράμματα που εκτιμούσε το Πεντάγωνο και ο Λευκός Οίκος.

Αυτή η στρατηγική επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από τις πρόσφατες δηλώσεις του εκπροσώπου του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαΐ.

Η Τεχεράνη ξεκαθάρισε ότι η τρέχουσα διπλωματική προσπάθεια εστιάζει αποκλειστικά στον τερματισμό του πολέμου και την άρση του ναυτικού αποκλεισμού, βγάζοντας εντελώς το πυρηνικό πρόγραμμα από το πρώτο στάδιο των συνομιλιών.

Σύμφωνα με το Ιράν, το πυρηνικό ζήτημα θα τεθεί υπό διαπραγμάτευση μόνο αφού οριστικοποιηθεί και υπογραφεί το αρχικό μνημόνιο συνεννόησης για την ειρήνη, ανοίγοντας τότε ένα ξεχωριστό παράθυρο συζητήσεων 60 ημερών.

Με τη στάση αυτή, σύμφωνα με τον Ρος Χάρισον, ανώτερο συνεργάτη και επιμελητή εκδόσεων του Ινστιτούτου Μέσης Ανατολής που μίλησε στο Al Jazeera, η Τεχεράνη δείχνει διατεθειμένη να «εξαντλήσει τον χρόνο» στις συνομιλίες, ποντάροντας στο ότι η πολιτική πίεση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ βαραίνει περισσότερο την Ουάσινγκτον, ενώ η ίδια αρνείται να παραδώσει πρόωρα την πυρηνική της ασπίδα.

Το ιστορικό «μάθημα» της Λιβύης και ο Καντάφι

Η άρνηση του Ιράν να υποκύψει στις αμερικανικές και ισραηλινές αξιώσεις για αποσυναρμολόγηση του πυρηνικού του προγράμματος, δεν είναι προϊόν κάποιου ιδεολογικού πείσματος, αλλά αποτέλεσμα μιας πολύ συγκεκριμένης ιστορικής ανάλυσης.

Στους διαδρόμους της εξουσίας στην Τεχεράνη, η μοίρα της Λιβύης και του Μουαμάρ Καντάφι φαίνεται πως λειτουργεί ως το απόλυτο παράδειγμα προς αποφυγή.

Η Λιβύη, υπό το καθεστώς του Μουαμάρ Καντάφι, επεδίωκε την απόκτηση πυρηνικών όπλων για δεκαετίες, ξεκινώντας τις μυστικές εργασίες ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Φωτογραφία: Reuters

Ωστόσο, η τεχνική πρόοδος της χώρας ήταν αργή, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Τότε, μέσω του δικτύου μαύρης αγοράς του Α.Q. Khan, το οποίο συντόνιζε ο Πακιστανός Αμπντούλ Καντίρ Καν, ο οποίος πούλησε τεχνογνωσία σε άλλες χώρες (Ιράν, Βόρεια Κορέα κ.α.), η Λιβύη είχε καταφέρει να αποκτήσει εξαρτήματα φυγοκεντρητών, σχέδια και μια ποσότητα εμπλουτισμένου ουρανίου.

Έτσι, βρέθηκε κοντά στην απόκτηση της ικανότητας εμπλουτισμού σε στρατιωτικό επίπεδο, αν και δεν διέθετε έτοιμη βόμβα.

Το 2003, μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, ο Καντάφι, φοβούμενος ότι η Λιβύη θα ήταν ο επόμενος στόχος για την ανατροπή του καθεστώτος του, αποφάσισε να κάνει μια ιστορική υποχώρηση.

Συμφώνησε απότομα να διαλύσει πλήρως τα προγράμματα όπλων μαζικής καταστροφής (πυρηνικά, χημικά και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς) και να επιτρέψει πλήρεις διεθνείς επιθεωρήσεις, με αντάλλαγμα την πολιτική του αποκατάσταση στη διεθνή σκηνή, την άρση των κυρώσεων και εγγυήσεις ασφαλείας.

Στις αρχές του 2004, Αμερικανοί και Βρετανοί εμπειρογνώμονες, μαζί με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA), απομάκρυναν από τη Λιβύη περίπου 25 τόνους υλικού που σχετιζόταν με πυρηνικά και πυραυλικά συστήματα (συμπεριλαμβανομένων συναρμολογημένων φυγοκεντρητών), καθώς και έγγραφα σχεδιασμού βομβών.

Αν και ο αφοπλισμός της Λιβύης χαιρετίστηκε αρχικά από τη Δύση ως μια τεράστια «ιστορική επιτυχία» κατά της διάδοσης των πυρηνικών, η συνέχεια ήταν δραματική.

Το 2011, κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, οι ίδιες δυνάμεις (ΗΠΑ – Βρετανία) που είχαν δώσει διαβεβαιώσεις στον Καντάφι, μέσω διμερών συμφωνιών, άρσης κυρώσεων και της επίσημης αποκατάστασης των σχέσεων, ηγήθηκαν της επέμβασης του ΝΑΤΟ που οδήγησε στην ανατροπή και τη βάναυση δολοφονία του.

Λιβύη, 2011 / Φωτογραφία: Reuters

Το συμπέρασμα της Τεχεράνης

Αυτό ακριβώς το γεγονός έχει καταγραφεί βαθιά στη συλλογική μνήμη της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ στην Τεχεράνη – όπως και στη Μόσχα.

Το Ιράν θεωρεί πλέον ως αξίωμα ότι η παράδοση των πυρηνικών υποδομών ισοδυναμεί με γεωπολιτική αυτοκτονία.

Το δίδαγμα της Λιβύης, για το Ιράν, είναι σαφές: Οι υποσχέσεις της Δύσης για άρση των κυρώσεων, οικονομικά οφέλη και «εγγυήσεις ασφαλείας» είναι προσωρινές και μπορούν να ανακληθούν.

Αν ο Καντάφι είχε κρατήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα ως αποτρεπτικό παράγοντα, η Δύση δεν θα είχε τολμήσει ποτέ να επέμβει στρατιωτικά το 2011.

Συνεπώς, ενώ το Ιράν εμφανίζεται πρόθυμο να διαπραγματευτεί μέσω Πακιστάν, όπως αποδεικνύει το πρόσφατο προσχέδιο συμφωνίας των 9 σημείων για άμεση κατάπαυση του πυρός, ελευθερία ναυσιπλοΐας στον Ορμούζ και σταδιακή άρση των κυρώσεων, η «κόκκινη γραμμή» του ουρανίου παραμένει αμετακίνητη, καθώς δεν αναφέρεται καν στο συγκεκριμένο προσχέδιο.

Ιράν ΗΠΑ
Τεχεράνη, Ιράν / Φωτογραφία: AP

Είναι το Ιράν μια «νέα Λιβύη»;

Η συζήτηση γύρω από τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, εγκλωβίζεται σε ένα γνώριμο αναλυτικό πλαίσιο: θα εξελιχθεί το Ιράν σε μια «δεύτερη Λιβύη»;

Αν και οι ΗΠΑ και οι εταίροι τους εξαπέλυσαν και στις δύο περιπτώσεις παρατεταμένες αεροπορικές εκστρατείες που οδήγησαν στην εξόντωση των επί σειρά ετών ηγετών τους, οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών είναι παραπάνω από προφανείς.

Το Ιράν και η Λιβύη διαφέρουν ριζικά σε μέγεθος, θεσμική ισχύ, γεωπολιτική θέση και στρατιωτικές δυνατότητες. Συνεπώς, η αντιμετώπιση της λιβυκής επέμβασης ως ενός απλού ιστορικού προηγούμενου οδηγεί σε εντελώς λανθασμένα συμπεράσματα.

Οι δύο χώρες δεν υπήρξαν ποτέ «σύμμαχοι» με την κλασική έννοια του όρου, όμως κατέγραψαν μια περίοδο στενής συνεργασίας —ειδικά κατά την εποχή Καντάφι— η οποία τροφοδοτήθηκε από τα κοινά αντιαμερικανικά και αντιδυτικά τους ανακλαστικά, παρά τις βαθιές θρησκευτικές και περιφερειακές τους διαφωνίες.

Κατά τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι σχέσεις τους ήταν συχνά τεταμένες, καθώς η Λιβύη του Καντάφι και το φιλοδυτικό Ιράν του Σάχη βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα, τόσο λόγω του αραβοπερσικού χάσματος όσο και λόγω πολιτικής προσανατολισμού.

Ωστόσο, μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979 και την υιοθέτηση της παναραβικής, αντιιμπεριαλιστικής γραμμής από τον Καντάφι, οι δύο χώρες ήρθαν πιο κοντά, συντονίζοντας τη δράση τους ενάντια στις ΗΠΑ και τους περιφερειακούς τους συμμάχους.

Σήμερα, η εκστρατεία του ΝΑΤΟ στη Λιβύη το 2011 μνημονεύεται συχνά ως μια περίπτωση επιχειρησιακής επιτυχίας που ακολουθήθηκε από απόλυτη πολιτική κατάρρευση.

Αυτή η ανάγνωση, όμως, παραβλέπει το βαθύτερο πρόβλημα.

Η επιχείρηση δεν απέτυχε επειδή η νατοϊκή αεροπορική ισχύς ήταν αναποτελεσματική. Κατέρρευσε επειδή η στρατιωτική επιτυχία δεν συνδέθηκε ποτέ ξεκάθαρα με ένα βιώσιμο, τελικό πολιτικό σχέδιο.

Μοιράσου το:

Προσθέστε το enikos.gr στην Google
σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK