Βίντεο από την συντονισμένη ευρωπαϊκή επιχείρηση, στην οποία συμμετείχαν οι αρχές από 15 χώρες και πραγματοποιήθηκε στις 12 και 14 Μαΐου, για την εξάρθρωση εγκληματικής ομάδας που εξαπατούσε ανυποψίαστους πολίτες, πωλώντας πλαστά φάρμακα και συμπληρώματα, ισχυριζόμενη ότι ήταν νόμιμα και θεράπευαν σοβαρές ασθένειες, έδωσαν στη δημοσιότητα οι ευρωπαϊκές αρχές.
Συνολικά ερευνήθηκαν 113 χώροι σε Βουλγαρία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Μολδαβία, κατά τις οποίες συνελήφθησαν τα βασικά μέλη της ομάδας, ενώ απενεργοποιήθηκαν 196 ιστότοποι στη Ρουμανία που χρησιμοποιούνταν για τη διάθεση των προϊόντων. Παράλληλα δεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 1,8 εκατομμυρίων ευρώ στην Πολωνία
Στην επιχείρηση συμμετείχαν Αρχές από τη Ρουμανία, Βουλγαρία, Κύπρο, Τσεχία, Λετονία, Ουγγαρία, Ελλάδα, Ιταλία, Εσθονία, Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβακία, Ισπανία και Μολδαβία, υπό τον συντονισμό της Eurojust και της Europol.
Σημειώνεται ότι ο παράνομος τζίρος της εγκληματικής ομάδας υπολογίζεται ότι ανέρχεται στα 240 εκατομμύρια ευρώ.
Η συντονισμένη ευρωπαϊκή επιχείρηση οδήγησε στη συλλογή σημαντικών αποδεικτικών στοιχείων, στη σύλληψη ορισμένων από τα βασικά μέλη της ομάδας και στην κατάσχεση μεγάλων ποσοτήτων συμπληρωμάτων.
Πώς δρούσε το κύκλωμα
Το κύκλωμα λειτουργούσε από το 2019 με επαγγελματικό και ιεραρχικό τρόπο. Ίδρυαν εταιρείες μέσω των οποίων εμπορεύονταν συμπληρώματα που δεν είχαν άδεια κυκλοφορίας. Η εγκληματική ομάδα πούλησε περισσότερα από 400 συμπληρώματα με διαφορετικές ονομασίες.
Ένα δίκτυο εικονικών πωλητών δημιούργησε εκατοντάδες ιστοσελίδες και σελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χρησιμοποιώντας συχνά τα ονόματα και τις εικόνες διάσημων προσώπων και ψεύτικων γιατρών για να παραπλανήσουν θύματα από ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκτός αυτής. Η εγκληματική ομάδα εκπαίδευε τους συνεργάτες της να δημιουργούν ψεύτικους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να τους κάνουν να φαίνονται νόμιμοι και να αποφεύγουν τον εντοπισμό από τις εταιρείες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Όταν τα θύματά τους συμπλήρωναν μια φόρμα σε μία από τις ιστοσελίδες, η εγκληματική ομάδα επικοινωνούσε μαζί τους μέσω ενός από τους χειριστές των τηλεφωνικών της κέντρων. Εμφανιζόμενοι ως γιατροί ή ειδικοί ιατροί, οι χειριστές ισχυρίζονταν ότι τα συμπληρώματά τους ήταν πραγματικές θεραπείες για ανίατες ή σοβαρές ασθένειες.
Τα συμπληρώματα που διένεμε η εγκληματική οργάνωση δεν είχαν καμία επίδραση στο ανθρώπινο σώμα και όλα περιείχαν παρόμοια συστατικά, παρά τους ισχυρισμούς ότι θεράπευαν διαφορετικές ασθένειες. Παραπλανώντας τα θύματά της με αυτά τα ψεύτικα φάρμακα, η εγκληματική ομάδα προκάλεσε σοβαρή βλάβη. Η έρευνα αποκάλυψε ότι τα θύματα σταματούσαν να παίρνουν τη θεραπεία που τους είχε συνταγογραφήσει ο γιατρός τους.
Κάθε φορά που ένα προϊόν συγκέντρωνε πάρα πολλές καταγγελίες, απλώς μετονομαζόταν και επανακυκλοφορούσε στην αγορά.
Αφού εμφανίστηκαν τα πρώτα θύματα, οι ρουμανικές αρχές άρχισαν να ερευνούν την εγκληματική ομάδα και αποκάλυψαν ένα μεγάλο διεθνές δίκτυο που δρούσε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Για να περιπλέξει τα πράγματα, η εγκληματική ομάδα χρησιμοποιούσε νόμιμες εταιρείες από όλη την Ευρώπη για να διευθύνει τις δραστηριότητές της. Η διεθνής δικαστική συνεργασία ήταν απαραίτητη για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και καταθέσεων μαρτύρων, καθώς και για τη λήψη μέτρων κατά των μελών που εντοπίστηκαν και των τηλεφωνικών κέντρων της ομάδας.
Μέχρι στιγμής έχουν ζητηθεί αποδεικτικά στοιχεία από εταιρείες σε οκτώ χώρες και έχουν ληφθεί 23 μαρτυρίες. Στη Ρουμανία, μπλοκαρίστηκαν 196 ιστοσελίδες που χρησιμοποιούνταν για την προώθηση και την πώληση των συμπληρωμάτων. Κατά τη διάρκεια ερευνών στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία, κατασχέθηκαν μεγάλες ποσότητες συμπληρωμάτων, οι οποίες θα αναλυθούν σε ειδικά εργαστήρια. Στη Βουλγαρία, εντοπίστηκε η κεντρική αποθήκη της εγκληματικής ομάδας, όπου βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες συμπληρωμάτων που επίσης θα αναλυθούν περαιτέρω. Στην Πολωνία, δεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία αξίας 1,8 εκατομμυρίων ευρώ.
Οι αρχές κατάφεραν να ταυτοποιήσουν την πλειοψηφία των υπόπτων μελών της οργάνωσης και συνέλαβαν ορισμένα από τα κύρια μέλη στην Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Δημοκρατία της Μολδαβίας. Οι έρευνες γύρω από την εγκληματική ομάδα θα συνεχιστούν, ενώ θα συλλεχθούν περισσότερες πληροφορίες και θα περάσουν από ανάκριση περισσότεροι μάρτυρες και ύποπτοι.
Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ
Για την υπόθεση εξέδωσε ανακοίνωση και η ΕΛΑΣ, αναφέροντας τα εξής:
«Η Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, συμμετείχε προχθές (14-05-2026), στο πλαίσιο εκτέλεσης ευρωπαϊκής εντολής έρευνας, σε πανευρωπαϊκή επιχείρηση, υπό τον συντονισμό της Eurojust και της Europol, για την εξάρθρωση εγκληματικής ομάδας που εξαπατoύσε θύματα στην Ευρώπη, μέσω της πώλησης πλαστών συμπληρωμάτων και φαρμάκων, τα οποία παρουσιάζονταν ως γνήσια φάρμακα για σοβαρές ασθένειες.
Ειδικότερα, αστυνομικοί του Τμήματος Κοινωνικής Ασφάλισης της ανωτέρω Υποδιεύθυνσης συμμετείχαν, με τη συνδρομή της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών σε έρευνα και συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, η οποία πραγματοποιήθηκε σε εταιρεία logistics σε περιοχή της Αττικής.
Πιο αναλυτικά, όπως διαπιστώθηκε, η εγκληματική ομάδα, ήταν ιεραρχικά δομημένη και λειτούργησε από το έτος 2019, ενώ παράλληλα προέκυψε ότι τα μέλη της είχαν ιδρύσει εταιρείες μέσω των οποίων είχαν εμπορευτεί πάνω από 400 συμπληρώματα που δεν είχαν τη σχετική άδεια κυκλοφορίας.
Η διάθεση των παράνομων προϊόντων πραγματοποιούνταν μέσω εκατοντάδων ιστότοπων και σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, ενώ προκειμένου να παραπλανήσουν τα θύματά τους –τα οποία προέρχονταν κυρίως από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης-, χρησιμοποιούσαν συχνά τα ονόματα και τις εικόνες διάσημων προσώπων και μη πραγματικών ιατρών.
Κατά τη συντονισμένη ημέρα δράσης, διενεργήθηκαν έρευνες σε συνολικά 113 τοποθεσίες σε Βουλγαρία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Μολδαβία, κατά τις οποίες συνελήφθησαν τα βασικά μέλη της ομάδας. Παράλληλα, απενεργοποιήθηκαν 196 ιστότοποι στη Ρουμανία, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για τη διάθεση των προϊόντων, ενώ κατασχέθηκε και μεγάλη ποσότητα των παράνομων συμπληρωμάτων, τα περισσότερα από τα οποία στην κεντρική αποθήκη της εγκληματικής ομάδας στη Βουλγαρία.
Επιπλέον, δεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 1,8 εκατομμυρίων ευρώ στην Πολωνία, ενώ ο παράνομος τζίρος της εγκληματικής ομάδας υπολογίζεται ότι ανέρχεται στα 240 εκατομμύρια ευρώ.
Σημειώνεται ότι, στην επιχείρηση συμμετείχαν Αρχές από τη Ρουμανία, Βουλγαρία, Κύπρο, Τσεχία, Λετονία, Ουγγαρία, Ελλάδα, Ιταλία, Εσθονία, Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβακία, Ισπανία, Μολδαβία.
