Συγκλονίζει πολυεγκαυματίας της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι: «Δεν καταδικάστηκαν όλοι όσοι έπρεπε» – ΒΙΝΤΕΟ

Η Ιωάννα Γατοπούλου, πολυεγκαυματίας και επιζήσασα της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι πριν από οκτώ χρόνια, περιγράφει τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε, την απόδρασή της στη θάλασσα και τη διάσωσή της. Παρά την επούλωση των σωματικών τραυμάτων, οι ψυχολογικές επιπτώσεις παραμένουν, ενώ δηλώνει ότι δεν καταδικάστηκαν όλοι όσοι έπρεπε για την τραγωδία.

Γατοπούλου - Επιζήσασα της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Οκτώ χρόνια μετά την τραγωδία στο Μάτι, η πολυεγκαυματίας Ιωάννα Γατοπούλου ξετυλίγει τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε.
  • Η κ. Γατοπούλου περιγράφει το χάος στην οδό Ποσειδώνος και την απόφαση να μπει στη θάλασσα, όπου παρέμεινε για περίπου τρεις ώρες, με τη διάσωσή της να γίνεται τελικά από ιδιώτες.
  • Ενώ τα σωματικά τραύματα επουλώθηκαν, οι ψυχολογικές επιπτώσεις παραμένουν, ενώ για τη δικαστική διαδικασία δηλώνει πως «δεν καταδικάστηκαν όλοι όσοι έπρεπε».

Οκτώ χρόνια συμπληρώθηκαν σήμερα Πέμπτη (23/7) από την εθνική τραγωδία στο Μάτι. Η Ιωάννα Γατοπούλου, πολυεγκαυματίας και επιζήσασα, ξετυλίγει τις εφιαλτικές στιγμές που βίωσε εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου, που η χώρα βυθίστηκε στο πένθος.

Η φωτιά που εξελίχθηκε σε… εφιάλτη

Η κα Γατοπούλου μίλησε στην ΕΡΤ ξετυλίγοντας το κουβάρι της φρίκης. Όπως χαρακτηριστικά λέει: «ο καιρός από το πρωί ήταν ήρεμος. Δεν είχε ούτε αέρα και η θάλασσα ήταν ήσυχη. Κάποια στιγμή, μετά το μεσημέρι, γύρω στις πέντε παρά τέταρτο, άρχισε ένας δυτικός άνεμος, κάτι πρωτοφανές για το Μάτι, καθώς συνήθως έχουμε βόρειους ανέμους». 

Όπως εξηγεί, οι κάτοικοι άρχισαν να βλέπουν καπνούς να κατεβαίνουν από την πλευρά της Πεντέλης, χωρίς αρχικά να αντιλαμβάνονται το μέγεθος του κινδύνου. «Δεν ανησυχήσαμε ιδιαίτερα, γιατί πολλές φορές έπαιρνε φωτιά η Πεντέλη, αλλά συνήθως την έσβηναν αμέσως και δεν προχωρούσε προς τα κάτω».

Η ατμόσφαιρα, όμως, γινόταν ολοένα και πιο αποπνικτική. Η ίδια κλείστηκε στο σπίτι της για να προστατευτεί από τον καπνό, πριν αποφασίσει να φύγει. «Ο καπνός γινόταν πιο έντονος, χωρίς όμως να έχουμε ανησυχία ούτε εγώ ούτε οι γείτονες», σημειώνει.

Η στιγμή που κατάλαβε ότι η φωτιά είχε φτάσει πλέον στο Μάτι ήταν όταν βγήκε από το σπίτι για να πάρει το αυτοκίνητό της.

«Βλέπω ότι εκεί που το έχω αφήσει, κάτω από ένα πεύκο, το πεύκο έχει πάρει φωτιά. Καταλαβαίνω ότι καιγόμαστε και αλλάζω κατεύθυνση», περιγράφει.

Αντί να μπει στο αυτοκίνητο, κινήθηκε προς τη θάλασσα, αναζητώντας διέξοδο. Στον δρόμο προς την παραλία, η κατάσταση ήταν χαοτική, καθώς η οδός Ποσειδώνος είχε μετατραπεί σε σημείο εγκλωβισμού.

«Αντί να είναι δύο οι σειρές των αυτοκινήτων, ήταν τέσσερις. Δεν μπορούσες να περάσεις ανάμεσα», αναφέρει, προσθέτοντας ότι αργότερα πληροφορήθηκε πως πολλοί οδηγήθηκαν προς την περιοχή από την πλευρά της Μαραθώνος.

 

Η θάλασσα έγινε… σανίδα σωτηρίας

Φτάνοντας στην παραλία, μπήκε στη θάλασσα μαζί με άλλους κατοίκους. Εκεί παρέμειναν για περίπου τρεις ώρες, καθώς η φωτιά έφτανε μέχρι την ακτή.

«Κολυμπούσαμε πάρα πολύ ώρα γιατί περιμέναμε να σταματήσει η φωτιά, η οποία έφτανε μέχρι κάτω, μέχρι τη θάλασσα. Εκεί υπήρχε πράσινο, πεύκα και όλα αυτά», λέει.

Όταν οι φλόγες πέρασαν από την περιοχή, οι εγκλωβισμένοι βγήκαν από το νερό και περίμεναν βοήθεια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, έγινε τηλεφώνημα στο Λιμενικό στη Ραφήνα, όμως η βοήθεια δεν έφτασε άμεσα.

Τελικά, η διάσωσή της έγινε από ιδιώτες που πέρασαν με φουσκωτό σκάφος.

«Μας πήραν εμένα και μια άλλη κυρία που ήμασταν εγκαυματίες. Μας πήγαν στη Νέα Μάκρη και γύρισαν πάλι πίσω για να πάρουν κι άλλο κόσμο», περιγράφει.

Έμαθε για την τραγωδία μέσα στο νοσοκομείο

Η ίδια δεν γνώριζε εκείνη τη νύχτα το μέγεθος της καταστροφής. Μετά τη μεταφορά της στη Νέα Μάκρη οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για δύο μήνες.

«Δεν το ήξερα. Δεν ήξερα πόσους νεκρούς είχαμε. Εκεί έμαθα ότι είχαμε 104 νεκρούς», αναφέρει.

Τα σωματικά τραύματα, όπως λέει, επουλώθηκαν, όμως οι ψυχολογικές επιπτώσεις παραμένουν.

«Τα σωματικά δεν θα φύγουν. Αυτό μου το είπε καθαρά και ο γιατρός», σημειώνει, ενώ για το ψυχολογικό βάρος της εμπειρίας αναφέρει ότι χρειάστηκε για μεγάλο διάστημα φαρμακευτική υποστήριξη για να μπορέσει να κοιμηθεί.

«Έλεγα ότι μπορεί να μην υπήρχα αυτή τη στιγμή. Θα ζήσω με τα τραύματα αυτά που έχω και προσπαθώ να τα επουλώσω», λέει.

«Δεν καταδικάστηκαν όλοι όσοι έπρεπε»

Αναφερόμενη στη δικαστική διαδικασία που ακολούθησε την τραγωδία, η επιζήσασα δηλώνει ότι παρακολούθησε από κοντά τη δίκη.

Το συμπέρασμά της, όπως λέει, είναι ότι η απόδοση ευθυνών δεν ήταν πλήρης.

«Δεν νομίζω ότι καταδικάστηκαν όπως έπρεπε να καταδικαστούν. Έπρεπε και άλλοι άνθρωποι να καταδικαστούν», υποστηρίζει.