Δολοφονία στην Κρήτη: «Ήμουν πλέον ένας τρελός» – Αναλυτικά όσα υποστήριξαν στις απολογίες τους ο 54χρονος και η σύζυγός του

Κρήτη Δολοφονία

Προφυλακιστέοι κρίθηκαν ο 54χρονος κατηγορούμενος για τη δολοφονία του 21χρονου Νικήτα και η 56χρονη σύζυγός του, η οποία βρισκόταν μαζί του στο αυτοκίνητο την ώρα του αιματηρού περιστατικού, μετά τις απολογίες τους. Υπενθυμίζεται ότι σε κλίμα θρήνου τελέστηκαν την Πέμπτη η νεκρώσιμη ακολουθία και η ταφή του 21χρονου στο χωριό της οικογένειας, το Χώνο Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο.

Οι απολογίες του 54χρονου και της συζύγου του πραγματοποιήθηκαν κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, στα γραφεία της Ασφάλειας Ηρακλείου. Για λόγους ασφαλείας είχε διαρρεύσει αρχικά ότι η διαδικασία θα γινόταν τη Δευτέρα, ωστόσο τελικά πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη, παρουσία των συνηγόρων υπεράσπισής.

«Ήμουν πλέον ένας τρελός…» ισχυρίστηκε στην απολογία του ο 54χρονος

«Ήμουν πλέον ένας τρελός. Στο πρόσωπο του 21χρονου έβλεπα τον φονιά του γιου μου». Είναι κάποιες από τις φράσεις που χρησιμοποίησε ο 54χρονος, απολογούμενος για τη δολοφονία.

Με αλλεπάλληλες αναφορές στην ψυχική του κατάρρευση μετά τον θάνατο του 17χρονου γιου του, στην οργή που, όπως υποστήριξε, συσσώρευε επί δυόμιση χρόνια και στο αίσθημα ότι δεν είχε αποδοθεί δικαιοσύνη, ο 54χρονος, σύμφωνα με το cretalive.gr, επιχείρησε να εξηγήσει πώς έφθασε στην εκτέλεση του 21χρονου.

«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής», ήταν οι πρώτες του κουβέντες. «Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί».

Περιέγραψε ότι η καθημερινότητά του είχε μετατραπεί σε μια αδιάκοπη διαδρομή πένθους. «Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια», είπε χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην πορεία της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, εκφράζοντας την αγανάκτησή του. «Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβεβαρυμένη  ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα και πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο – έστω – συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια».

Ο 54χρονος ανέφερε ότι είχε φτάσει στο σημείο να πιστεύει πως τίποτα δεν μπορούσε πλέον να τον δικαιώσει. «Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου».

Περιγράφοντας την ψυχολογική του κατάσταση λίγο πριν το φονικό, υποστήριξε: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση-ο Χαρίλαος-στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».

Επιστρέφοντας από το νεκροταφείο μαζί με τη σύζυγό του, ο 54χρονος περιέγραψε ότι βρισκόταν ήδη σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική κατάσταση, βυθισμένος στη θλίψη και την οδύνη για την απώλεια του γιου του.

Όπως ισχυρίστηκε, στον δρόμο προς το Ηράκλειο συνάντησε τυχαία τον 21χρονο και θεώρησε ότι τον ειρωνεύτηκε με άσεμνη χειρονομία. «Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβεβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου – χωρίς να το καταλάβω – έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια. Εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα  το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον».

Ο 54χρονος ισχυρίστηκε  ότι τη στιγμή της εκτέλεσης  είχε χάσει πλήρως τον έλεγχο του εαυτού του και πως στο πρόσωπο του 21χρονου δεν έβλεπε έναν άνθρωπο, αλλά εκείνον που θεωρούσε υπεύθυνο για τον χαμό του παιδιού του. «Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νού μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «ΜΗ ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».

«Αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου»

«Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον..» ισχυρίστηκε στην απολογία της η σύζυγος του 54χρονου.

«Ειλικρινά έπραξα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό προκειμένου τον αποτρέψω, πλην όμως ΔΥΣΤΥΧΩΣ δεν τα κατάφερα.  Στην συνέχεια σε όλο τον δρόμο προς τον σπίτι μας πλέον έκλαιγα και μοιρολογούσα και του έλεγα «τί έκανες, τι έκανες..;». Μόλις συνήλθαμε λίγο, μού είπε ότι θέλει να πάει να παραδοθεί, πράγμα που υπερθεμάτισα και εγώ, όπως και έγινε. Χθες καταστράφηκε δυστυχώς – εκτός από την δική μου – και άλλη μια οικογένεια, πράγμα που δεν έπρεπε να συμβεί. Συμπάσχω με τον πόνο της μάνας του Νικήστρατου και συμμερίζομαι το πένθος της. Εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια και εύχομαι να είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει» είπε χαρακτηριστικά.

Στην απολογία της ενώπιον της ανακρίτριας Ηρακλείου, η σύζυγος του 54χρονου περιέγραψε έναν άνθρωπο που, όπως είπε, είχε καταρρεύσει ψυχολογικά μετά τον θάνατο του 17χρονου γιου τους και ζούσε επί μήνες μέσα σε έντονη θλίψη, αϋπνία και διαρκή συναισθηματική φόρτιση. Ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες τον έβλεπε να καταρρέει ολοένα και περισσότερο, «να κλαίει ασταμάτητα», κυρίως όσο πλησίαζε μια ιδιαίτερα φορτισμένη επέτειος για την οικογένεια, συνδεδεμένη με προηγούμενο θανατηφόρο τροχαίο συγγενικού προσώπου, στο ίδιο σημείο όπου έχασαν και το δικό τους παιδί.

Για την ημέρα της δολοφονίας, φέρεται να υποστήριξε: «Επιστρέφοντας με τον σύζυγό μου από το νεκροταφείο που είχαμε πάει για το μνημόσυνο του Χαρίλαου και οδηγώντας αυτός το αυτοκίνητό μας με κατεύθυνση προς το Ηράκλειο, μέσα σε κλίμα βαθιάς θλίψης και οδύνης, που επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μας κατάσταση, ξαφνικά συναντήσαμε τυχαία τον συγχωρεμένο, ο οποίος μόλις μάς αντιλήφθηκε από μακριά, έκανε μία άσεμνη χειρονομία προς τον Κώστα. Ξαφνικά και χωρίς να καταλάβω πώς και γιατί τρακάραμε με τον συγχωρεμένο, εμένα μού έπεσαν τα γυαλιά μου κάτω στο πατάκι από το χτύπημα και χωρίς ειλικρινά να αντιληφθώ τι ακριβώς συνέβη είδα τον συγχωρεμένο να επιτίθεται στον σύζυγό μου και να τον κλωτσάει. Άρχισα να φωνάζω βοήθεια και τότε μόλις που πρόλαβα και είδα τον σύζυγό μου να βγάζει από την μέση του ένα περίστροφο, του οποίου την ύπαρξη ειλικρινά αγνοούσα. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι ότι κατόρθωσα να ουρλιάξω «ΚΩΣΤΑ ΜΗ ΜΗ ΜΗ», αλλά ήταν πλέον αργά. Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον».

Δικηγόρος της οικογένειας του 21χρονου: «Ο δράστης κυκλοφορούσε με ένα όπλο γεμάτο και έτοιμο προς χρήση κάθε φορά»

Η Αλεξάνδρα Σπανάκη, δικηγόρος της οικογένειας του 21χρονου Νικήτα, μίλησε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ANT1, την Πέμπτη 7 Μαΐου.

Αρχικά, η κα Σπανάκη ανέφερε πως: «Πρέπει να σας πω ότι από την πρώτη στιγμή εκτοξεύονταν απειλές σε βάρος του Νικήτα και της οικογένειάς του. Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 2024 έγινε μήνυση με πολύ συγκεκριμένα περιστατικά, ασκήθηκε δίωξη σε βαθμό κακουργήματος, προσήχθη στον εισαγγελέα ο δράστης και απολογήθηκε. Του επιβλήθηκαν λοιπόν περιοριστικοί όροι. Ένας από τους όρους αυτούς, ήταν να μην προσεγγίζει το θύμα και την οικογένειά του, να εμφανίζεται στο αστυνομικό τμήμα, και φυσικά είχε απαγορευτεί και η έξοδός του από τη χώρα». 

«Στην πρόσφατη μήνυση που επέβαλλε ο ίδιος ο Νικήτας στο αστυνομικό τμήμα Μαλεβιζίου, καταμήνυσε πάρα πολύ σοβαρό περιστατικό σε βάρος του, το οποίο έλαβε χώρα κατά την ώρα της εργασίας του. Όταν το παιδί βγήκε να πετάξει σκουπίδια από το κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στο οποίο εργαζόταν, εκείνη τη στιγμή ο δράστης τον αντιλήφθηκε. Έχουμε κάποιες πληροφορίες σχετικά με την δράση του και την προετοιμασία αυτής της δολοφονικής και στυγερής σε βάρος του επίθεσης. Δεν θέλω να ακούσω ξανά τη λέξη “βρασμός”. Καταλαβαίνω ότι είναι υπερασπιστικά κατασκευάσματα, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν», συνέχισε η δικηγόρος της οικογένειας του 21χρονου θύματος.

«Πιστεύω ότι η δολοφονία ήταν προσχεδιασμένη»

Αμέσως μετά, η κα Σπανάκη είπε ότι: «Πιστεύω ότι η δολοφονία ήταν προσχεδιασμένη. Το λέω αυτό με απόλυτη βεβαιότητα και σας το λέω ευθαρσώς. Πρώτον γιατί κυκλοφορούσε με ένα όπλο γεμάτο και έτοιμο προς χρήση κάθε φορά. Δεύτερον γιατί γνωρίζουμε ότι τον παρακολουθούσε. Εκ των υστέρων βέβαια και άλλες πληροφορίες έρχονται σε γνώση μας. Όλα θα διερευνηθούν, να είστε βέβαιος για αυτό».

«Δεν συντρέχει λόγος βρασμού. Είναι στοιχείο του χαρακτήρα του δράστη προφανώς, η νοσηρότητα και η εγκληματικότητα αυτού του είδους», υπογράμμισε.

Ακόμα, εξήγησε ότι: «Ο ρόλος της συζύγου του δράστη ήταν καθοριστικός. Ήταν εκείνη που τον παρότρυνε, ήταν εκείνη που ενίσχυσε την απόφασή του για να εκτελέσει τον άτυχο Νικήστρατο και να τον απαξιώσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτό δείχνει τα στοιχεία του χαρακτήρα της. Έχουμε στοιχεία για τον ρόλο της συζύγου. Και δημόσιες τοποθετήσεις έκανε η σύζυγος, και εκτός τούτου εξαπέλυε και η ίδιας απειλές προς την μητέρα του θύματος. Πρόσφατα μάλιστα πέρασε από την εργασία της και της απηύθυνε την απειλή “εμένα να με θυμάσαι”». 

Μιλώντας για την οικογένεια του θύματος, η δικηγόρος δήλωσε πως: «Η οικογένεια προφανώς είχε συζητήσεις για το πώς θα αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση. Το παιδί αυτό, το οποίο είχε ευγένεια ψυχής, εντιμότητα και ακεραιότητα, πρέπει να σας πω ότι επανειλημμένως είχε πει “να γίνει το δικαστήριο για να αποδειχθεί ότι εγώ δεν φταίω”. Εφόσον μου δίνεται η δυνατότητα θα σας πω ότι το παιδί αυτό οδήγησε το αυτοκίνητο το οποίο ο δράστης είχε παραχωρήσει στον γιο του, για να οδηγήσει χωρίς δίπλωμα εκείνο το βράδυ.

Το οδήγησε ενώ ο ίδιος ήταν νηφάλιος και το άτυχο θύμα του τροχαίου δυστυχήματος είχε πιει. Άρα καταλαβαίνετε ότι ήταν πράξη σύνεσης το να πάρει το αυτοκίνητο και να το οδηγήσει. Επίσης πρέπει να σας πω ότι για τις συνθήκες του τροχαίου, έχει διατυπωθεί σε επίσημη πραγματογνωμοσύνη που έχει διαταχθεί από την Τροχαία που διεξήγαγε την προανάκριση, ότι η κατασκευή του οδοστρώματος και το σημείο εκείνο, έχει μία επικινδυνότητα και γι’ αυτό τον λόγο δεν είναι το πρώτο δυστύχημα που σημειώνεται ακριβώς στο σημείο εκείνο». 

«Συγκλονιστική είναι η στάση αυτών των ανθρώπων, γιατί πρόκειται για μία οικογένεια με ιδιαίτερη ευπρέπεια και σεβασμό προς τους θεσμούς, προς όλους. Αλλά δυστυχώς δεν έτυχε της αντίστοιχης αξιολόγησης. Γι’ αυτό σας λέω ότι ο στυγνός εγκληματίας που αφαίρεσε τη ζωή αυτού του παιδιού, δεν μπορεί να επικαλείται βρασμό», πρόσθεσε.

«Αφού επιβλήθηκαν οι όροι, δέχτηκε απειλή κατά της ζωής του»

Σε ερώτηση για το αν οι Αρχές έκαναν ό,τι πρέπει κατά τη γνώμη της, η κα Σπανάκη απάντησε: «Θα σας πω κάτι που εγώ εντόπισα. Ο Νικήτας απευθύνθηκε στις δικαστικές Αρχές και αυτές επέβαλλαν όρους. Λειτούργησαν δηλαδή σε αυτό το σημείο και σε αυτό το επίπεδο, σε αυτή τη χρονική στιγμή, σύμφωνα με τα δεδομένα και τη δικογραφία που είχαν. Του επέβαλλαν όρους να μην τον πλησιάζει.

Σεβόμενοι απολύτως και τη θέση της άλλης οικογένειας, λόγω της απώλειας του παιδιού, ουδέποτε οι άνθρωποι αυτοί κινήθηκαν προκλητικά με οποιονδήποτε τρόπο. Γιατί άκουσα και τέτοια σχόλια, τα οποία δεν είναι μόνο ότι προκαλούν δυσθυμία, αλλά προκαλούν θυμό, σε εμένα τουλάχιστον. Το παιδί αυτό προσπαθούσε να μην προκαλεί, να μην εμφανίζεται, και περίμενε να γίνει το δικαστήριο, προκειμένου να διαλευκανθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το δυστύχημα αυτό το τραγικό, που “έχασε” το φίλο του.

Στην πορεία λοιπόν, αφού επιβλήθηκαν οι όροι αυτοί, το παιδί δέχτηκε απειλή κατά της ζωής του, πάρα πολύ σημαντική. Το κυνήγησε το παιδί σε ένα αδιέξοδο, και μία γυναίκα άνοιξε την πόρτα και δυστυχώς ήταν προσωρινή μόνο η διάσωσή του».

«Απευθύνθηκε αμέσως στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής του, όπου και υπέβαλλε σχετική μήνυση. Ξέρετε πώς διαβιβάστηκε η δικογραφία στην εισαγγελία; Παραβίαση δικαστικής απόφασης, του άρθρου 169. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Εδώ δεν έχουμε δικαστική απόφαση. Εδώ έχουμε επιβολή όρων. Υπάρχει συγκεκριμένο άρθρο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με τον οποίο ενεργοποιείται αμέσως ο μηχανισμός ανάκλησης των όρων και επιβολή της προσωρινής κράτησης, εφόσον αυτή παραβιάστηκε.

Αν όμως το διαβιβαστικό φεύγει με αυτό το περιεχόμενο, αντιλαμβάνεστε ότι είναι εντελώς αποπροσανατολισμένη και η δίωξη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι κατά τη διάρκεια του αυτοφώρου, έπρεπε να συλληφθεί και να οδηγηθεί στον αρμόδιο εισαγγελέα με την σωστή διατύπωση κατηγορίας», κατέληξε.