Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Τον Οκτώβριο του 1941, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος συγκέντρωσε τους φοιτητές της Νομικής στο αμφιθέατρο, μετατρέποντας τα πανεπιστημιακά έδρανα, σε επάλξεις ηθικής και εθνικής αφύπνισης.
- Εκείνη η ιστορική ομιλία άναψε τη φλόγα της πρώτης μαζικής φοιτητικής αντίστασης, οδηγώντας την επομένη κιόλας στην απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο, με διάταγμα της κατοχικής κυβέρνησης.
- Το 1944, ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου καθιέρωσε την 28η Οκτωβρίου ως ημέρα μνήμης και εθνική εορτή, με έναυσμα και αφετηρία, εκείνη την ιστορική ομιλία του Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Στη «βαριά» σκιά της ναζιστικής μπότας, που σκέπασε την Αθήνα, η σιωπή της υποταγής έμοιαζε με τη μόνη συνθήκη επιβίωσης. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό κλίμα, τα πανεπιστημιακά έδρανα, μετατράπηκαν αναπάντεχα σε επάλξεις ηθικής και εθνικής αφύπνισης.
Η άρνηση του Κωνσταντίνου Τσάτσου να συμβιβαστεί δεν ήταν μια απλή ακαδημαϊκή πράξη, αλλά ένα αποφασιστικό κάλεσμα ελευθερίας, προς τους φοιτητές του. Μετατρέποντας τη Φιλοσοφία του Δικαίου σε ζωντανό όπλο, έδωσε φωνή και όραμα σε μια νεολαία που αρνούνταν να υποταχθεί. Εκείνη η σπίθα άναψε τη φλόγα της πρώτης μαζικής φοιτητικής αντίστασης, αποδεικνύοντας ότι το πνεύμα μπορεί να υπερνικήσει τον τρόμο.
Το χρονικό αυτής της ρήξης ξεκινά μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της πρωτεύουσας:
Σωτήριον έτος 1941. Οι μπότες της Βέρμαχτ κροταλίζουν ήδη από τον Απρίλιο στους δρόμους της Αθήνας. Ένας μόνιμος πνιγηρός αέρας, ρουφάει το οξυγόνο των πολιτών. Τις μέρες βγαίνουν τρομοκρατημένοι για τα στοιχειώδη και τις νύχτες κλειδώνονται στα σπίτια τους. Βουβή η πόλη.
Πολλά από τα κτήρια που στεγάζουν δημοτικά σχολεία και γυμνάσια έχουν επιταχθεί από τους Γερμανούς και άλλα έχουν μετατραπεί σε νοσοκομεία, αποθήκες, στρατώνες. Μόνο τα πανεπιστήμια λειτουργούν, αλλά κι αυτά προβληματικά. Με διακοπές και αναβολές μαθημάτων. Οι φοιτητές ασφυκτιούν στις «πολιτικώς ορθές» παραδόσεις, όταν αυτές γίνονται.
Λίγες μέρες πριν από την πρώτη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου του 1940, οι φοιτητές της Νομικής, στη Σόλωνος, βλέπουν αναρτημένο στον πίνακα ανακοινώσεων ένα σημείωμα:
Κωνσταντίνος Τσάτσος»: «Την Τρίτη 28 Οκτωβρίου 1941 κωλύομαι να διδάξω»
Το μήνυμα του καθηγητή τούς θορυβεί ευχάριστα. Είναι σαν πρόσκληση να απόσχουν από το μάθημα, Φιλοσοφίας Δικαίου, που τους διδάσκει, για να μνημονεύσουν όλοι μαζί τη μαύρη επέτειο.
Στην πραγματικότητα, την προηγούμενη μέρα, 27η Οκτωβρίου, ο πρύτανης του πανεπιστημίου, έχοντας δει το σημείωμα του καθηγητή, τον έχει καλέσει στο γραφείο του για να του δώσει εντολή να πραγματοποιήσει το προγραμματισμένο για την επομένη μάθημά του και σε περίπτωση που οι φοιτητές προβούν σε εκδηλώσεις λόγω της ημέρας, να εγκαταλείψει την αίθουσα. Ο Τσάτσος δεν υπακούει. Είναι και ο ίδιος αποφασισμένος να μνημονεύσει τη μέρα. Ουδείς θα του το απαγορεύσει.
«Πρέπει να ανεβείτε στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης»
Η προσταγή του πρύτανη και η ιδιαίτερη σχέση με τους φοιτητές του, τον αναγκάζουν να στείλει το δικό του μήνυμα. Την ίδια μέρα, στην καθιερωμένη ώρα του φροντιστηρίου, τους συγκεντρώνει στο κεντρικό αμφιθέατρο. Η αίθουσα σφύζει από νέους με φλεγόμενη καρδιά, που στα πρώτα βήματα της φοιτητικής αντίστασης έχουν γεμίσει το αμφιθέατρο με μία υποσυνείδητη αναμονή ότι κάτι σημαντικό θα συμβεί…
Όταν ο ισχνός άνδρας με το σπουδαίο παράστημα εμφανίζεται στην εξέδρα, σταματούν και οι ανάσες. Ο Τσάτσος αρχίζει να μιλά με πάθος και στεντόρεια φωνή βηματίζοντας πέρα δώθε:
«Γνωρίζοντας πως η αυριανή μέρα είναι και πρέπει να είναι ημέρα συλλογής για τον καθένα σας, κιόλας από την Παρασκευή σας εγνωστοποίησα πως μάθημα αύριο, δεν θα κάνω. Είστε μια ευλογημένη γενεά. Εμάς, μας μάρανε τα παιδικά χρόνια ο πρώτος πόλεμος. Ζήσαμε τα νιάτα μας μέσα στις ατασθαλίες και τις αμαρτίες της μεταπολεμικής περιόδου και τώρα, στα ώριμα χρόνια που θα ΄πρεπε να είμαστε εν πλήρει δράσει, βρισκόμαστε σκλάβοι, αδύναμοι να δώσομε ό,τι μας ανήκει να δώσομε.
Εσείς, μόλις εγκαταλείψτε τα φοιτητικά εδώλια θα βρείτε μίαν ελεύθερη χώρα, ένα πιο αναπεπταμένο παρά ποτέ πεδίο δράσης. Όσα κατακτήσανε αυτοί που κοιμούνται στα χιόνια της Αλβανίας, αυτοί που γυρίζουν χωρίς πόδια, χωρίς χέρια και χωρίς μάτια στους δρόμους, εσείς θα ΄χετε την τιμή και την ευτυχία να τα καρπωθείτε και να τα αξιοποιήσετε. Γι’ αυτό η θέση της γενεάς σας, θα είναι σημαντική. Δεν πρέπει να σταθείτε στο επίπεδο των ενθουσιασμών, πρέπει να ανεβείτε στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης.
Αν, ύστερα από τόσο αίμα που χάθηκε, δεν πραγματοποιήσετε μία πολιτειακή και μία διαπολιτειακή τάξη στηριγμένη στις αρχές της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τότε όλος ο αγώνας του παρόντος κινδυνεύει να χάσει την αξία του. Αλλά είμαι βέβαιος ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί…».
«Και τώρα θα σας μιλήσω για την τελική αρχή: Την αρχή της Ελευθερίας»
Οι φοιτητές ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Γνωρίζουν ότι η πρωτοβουλία του καθηγητή τους δεν θα περάσει αναίμακτα. Θα προκαλέσει. Έχουν ανιχνεύσει τον φόβο στα σκυθρωπά πρόσωπα των υπόλοιπων καθηγητών τους, εκείνων που αναγκάζονται να διδάξουν νομική στη χώρα όπου όλοι οι νόμοι και όλες οι ελευθερίες έχουν τσαλαπατηθεί. Αλλά ο Τσάτσος είναι άλλη περίπτωση…
Όταν βάζει τελεία, βγάζει ένα μαντήλι από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του και σκουπίζει το μέτωπό του, σα να έδωσε μόλις έναν τιτάνιο αγώνα. Μεσολαβούν δευτερόλεπτα σιωπής. Ένα πλήθος έντρομων νέων τον περικυκλώνουν και τον φυγαδεύουν για να μην τον πιάσουν οι Ιταλοί. Οι φοιτητές είναι σίγουροι πως οι χαφιέδες έχουν ήδη ενημερώσει για την «επανάσ
Την επομένη κιόλας, με διάταγμα της κατοχικής κυβέρνησης, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος απολύεται από το Πανεπιστήμιο. Η πράξη του χαρακτηρίζεται «ασύνετη» και του στερεί μισθό και κάθε συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Χρόνια μετά, ο τότε φοιτητής της Νομικής, Αλέξανδρος Μαγκάκης, θα αφηγείται:
«Ο εμπνευσμένος λόγος έβαλε φωτιά στις εφηβικές ψυχές μας»
«Μιλούσε για τις θεμελιακές αρχές του Δικαίου. Οι συλλογισμοί του ξετυλίγονταν λες και ανέβαιναν βαθμίδες. Μαζί τους ανέβαινε και η δική μας αναμονή. “Και τώρα θα σας μιλήσω για την τελική αρχή, που αυτή πια δεν μπορώ να σας την αποδείξω” είπε σε κάποια στιγμή. “Αυτή πρέπει κανείς να την πιστεύει. Την αρχή της Ελευθερίας”. Η λατρεμένη αυτή λέξη δεν ειπώθηκε απλώς, αλλά κυριολεκτικά εκτοξεύτηκε με μέγα πάθος και μας βρήκε κατάστηθα. Ξεσηκωθήκαμε! Αλαλάξαμε! Ο εμπνευσμένος λόγος του Τσάτσου έβαλε φωτιά στις εφηβικές ψυχές μας. Αυτός ο λόγος συνετέλεσε αποφασιστικά στην μεγάλη εθνικοαπελευθερωτική διαδήλωση φοιτητών, τραυματιών του πολέμου και εργαζομένων, με την οποία άρχισαν οι μαζικές αγωνιστικές κινητοποιήσεις στην Αθήνα, που είχαν ως κύρια οργανωτική αφετηρία τους πάντα το Πανεπιστήμιο», υπογράμμισε με νόημα.
Έπειτα από την απελευθέρωση, ο Τσάτσος τοποθετείται και πάλι στο πανεπιστήμιο ως τακτικός καθηγητής Δικαίου. Διδάσκει σε ένα διαρκώς κατάμεστο αμφιθέατρο δημιουργώντας κλίμα αναζωογόνησης του ιδεοκρατικού πνευματικού ρεύματος που τόση ανάγκη το έχει η Ελλάδα μετά το τέλος του β΄ παγκοσμίου πολέμου.
Το 1944, ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, καθιερώνει την 28η Οκτωβρίου, ως ημέρα μνήμης και εθνική εορτή -ομότιμη με την 25η Μαρτίου του 1821- με έναυσμα και αφετηρία εκείνη την ιστορική ομιλία του Κωνσταντίνου Τσάτσου.
