Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Το ΠΑΣΟΚ σχολιάζει το προσχέδιο προϋπολογισμού 2027, τονίζοντας ότι «η ακρίβεια τροφοδοτεί τα υπερπλεονάσματα ενώ η κοινωνία συσσωρεύει αδιέξοδα».
- Σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ, το προσχέδιο χαρακτηρίζεται από «υπεραπόδοση φόρων και υπερπλεονάσματα» από τη μία, και «επίμονη ακρίβεια, ασθενή πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων και διεύρυνση του παραγωγικού ελλείμματος» από την άλλη.
- Ειδικά για τους μισθωτούς, το ΠΑΣΟΚ επισημαίνει χάσμα μεταξύ εξαγγελιών και πραγματικότητας, καθώς «η κυβέρνηση προβάλλει αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,9% το 2027, αλλά… η πραγματική αύξηση περιορίζεται μόλις στο 1,4%» μετά τον πληθωρισμό.
«Η ακρίβεια τροφοδοτεί τα υπερπλεονάσματα ενώ η κοινωνία συσσωρεύει αδιέξοδα», είναι το σχόλιο του ΠΑΣΟΚ για το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027, που έχει συντάξει η Νέα Δημοκρατία.
Σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 έχει τα εξής δυο χαρακτηριστικά: «Από την μια πλευρά: υπεραπόδοση φόρων και υπερπλεονάσματα και από την άλλη πλευρά επίμονη ακρίβεια, ασθενής πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων και διεύρυνση του παραγωγικού ελλείμματος».
Ειδικά για τους μισθωτούς, το ΠΑΣΟΚ επισημαίνει ότι «υπάρχει χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και στην πραγματικότητα εμφανίζεται και στους μισθούς». «Η κυβέρνηση προβάλλει αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,9% το 2027, αλλά το ίδιο το Προσχέδιο αναγνωρίζει ότι, μετά τον πληθωρισμό, η πραγματική αύξηση περιορίζεται μόλις στο 1,4%», τονίζει.
Αναλυτικά η ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ
«Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027 επιβεβαιώνει αυτό που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις: πίσω από την πανηγυρική εικόνα των κυβερνητικών «επιτυχιών» βρίσκεται μια άδικη οικονομική πολιτική που στηρίζεται σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης και του εισοδήματος από εργασία.
Η ίδια η κυβέρνηση είχε προϋπολογίσει για το 2026 πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ, δηλαδή 7,2 δισ. ευρώ. Τώρα εκτιμά ότι θα φτάσει στο 3,6% του ΑΕΠ ή στα 9,55 δισ. ευρώ. Δεν πρόκειται για κάποιο δημοσιονομικό ή αναπτυξιακό θαύμα. Η εξήγηση βρίσκεται στην «υπεραπόδοση» της ακρίβειας. Μόνο από τον ΦΠΑ η υπέρβαση φτάνει τα 1,2 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 560 εκατ. ευρώ προέρχονται από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και τη τιμαριθμική προσαρμογή της φορολογικής κλίμακας.
Το «Ελλάδα 2.0» ολοκληρώνεται, αλλά η χώρα παραμένει βαθιά άνιση ως προς την κατανομή των βαρών και των ωφελειών της οικονομικής πολιτικής. Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2027 διατηρεί ένα φορολογικό μείγμα στο οποίο η έμμεση φορολογία εξακολουθεί να έχει δυσανάλογο βάρος.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα παραμένει μία από τις χώρες της ΕΕ με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους: για κάθε 1 ευρώ άμεσων φόρων αντιστοιχούν περίπου 1,5 ευρώ έμμεσων, όταν στον μέσο όρο της ΕΕ η αναλογία είναι περίπου ένα προς ένα. Το Προσχέδιο του 2027 επιβεβαιώνει τη σταθεροποίηση αυτής της εικόνας.
Την ίδια στιγμή, πίσω από τους δημοσιονομικούς πανηγυρισμούς παραμένουν άλυτες οι βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αγγίζει το 7,7% του ΑΕΠ. Και ενώ η κυβέρνηση μιλά για παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας, για το 2027 προβλέπει και πάλι τις εισαγωγές να αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές: 4,0% έναντι 3,1%.
Το ίδιο χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και στην πραγματικότητα εμφανίζεται και στους μισθούς. Η κυβέρνηση προβάλλει αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,9% το 2027, αλλά το ίδιο το Προσχέδιο αναγνωρίζει ότι, μετά τον πληθωρισμό, η πραγματική αύξηση περιορίζεται μόλις στο 1,4%.
Η εικόνα, επομένως, είναι καθαρή: υπεραπόδοση φόρων και υπερπλεονάσματα από τη μία, επίμονη ακρίβεια, ασθενής πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων και διεύρυνση του παραγωγικού ελλείμματος από την άλλη.
Η οικονομική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας έχει εξαντλήσει τα όριά της. Η χώρα χρειάζεται ένα ριζικά διαφορετικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, μείωσης των ανισοτήτων και οικοδόμησης ενός δικαιότερου φορολογικού συστήματος.
Η αλλαγή πορείας είναι κοινωνική αναγκαιότητα».
