Καθώς το Ισραήλ εισέρχεται στην τελική ευθεία για τις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές, το πολιτικό σκηνικό της χώρας βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα ιστορικό σημείο καμπής. Σύμφωνα με ανάλυση του Politico, ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF) και μέλος του πολεμικού συμβουλίου, Γκάντι Άιζενκοτ, αναδύεται ως ο πιο ισχυρός αμφισβητίας της μακροχρόνιας κυριαρχίας του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Το επεισόδιο που αποκάλυψε το χάσμα
Ήταν πυροβολισμός στο κεφάλι ενός Παλαιστίνιου μαχητή που αποκάλυψε για πρώτη φορά το βαθύ χάσμα μεταξύ του Άιζενκοτ και του Νετανιάχου.
Τον Μάρτιο του 2016, δύο Παλαιστίνιοι οπλισμένοι με μαχαίρια επιτέθηκαν σε Ισραηλινούς στρατιώτες στη Δυτική Όχθη, τραυματίζοντας έναν από αυτούς. Οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ, σκοτώνοντας τον έναν επιτιθέμενο και αφήνοντας τον άλλο τραυματισμένο στο έδαφος.
Αρκετά λεπτά αργότερα, ένας 19χρονος Ισραηλινός στρατιώτης, ο Ελόρ Αζαρία, όπλισε το τουφέκιο του, σημάδεψε στο κεφάλι τον τραυματισμένο επιτιθέμενο και τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Αζαρία ισχυρίστηκε ότι ένιωθε απειλή.
Το ερώτημα αν ο στρατιώτης έπρεπε να παραπεμφθεί σε στρατοδικείο διχάζει τη χώρα. Για ορισμένους Ισραηλινούς, ο Αζαρία δεν ήταν εγκληματίας αλλά ένας στρατιώτης που σκότωσε έναν τρομοκράτη. Για άλλους, είχε διαπράξει μια εξωδικαστική εκτέλεση ή ακόμα και φόνο.
Τελικά, καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από στρατιωτικό δικαστήριο.
Ο Άιζενκοτ, τότε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των IDF, υπερασπίστηκε την απόφαση να διωχθεί ο Αζαρία, υποστηρίζοντας ότι ο πυροβολισμός ενός επιτιθέμενου που είχε ήδη εξουδετερωθεί ήταν ασύμβατος με τις αξίες του ισραηλινού στρατού.
Ο Νετανιάχου τάχθηκε με το μέρος του στρατιώτη και ζήτησε να του απονεμηθεί χάρη.
Μία δεκαετία αργότερα, αυτή η διαμάχη εξακολουθεί να αντηχεί.
Η πολιτική άνοδος του «Yashar!»
Πρώην μέλος του πολεμικού συμβουλίου του Νετανιάχου, ο Άιζενκοτ εμφανίστηκε σχεδόν εν μέσω νυκτός ως ο πιο υπολογίσιμος αντίπαλος του Ισραηλινού Πρωθυπουργού ενόψει των κοινοβουλευτικών εκλογών στο Ισραήλ.
Το κεντρώο κόμμα του, «Yashar!», το οποίο ίδρυσε πέρυσι, γεννήθηκε μέσα από την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς του Νετανιάχου απέναντι στην επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο στη Γάζα που ακολούθησε.
Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του Politico, σε πολλές πανεθνικές δημοσκοπήσεις, το Yashar! —ένα όνομα που μπορεί να μεταφραστεί ως «Ευθεία» ή «Έντιμα»— έχει ήδη προσπεράσει το κυβερνών κόμμα «Λικούντ» του Νετανιάχου.
Οι υποστηρικτές του Άιζενκοτ παραπέμπουν στην υπόθεση Αζαρία ως απόδειξη των υψηλών ηθικών προτύπων του υποψηφίου τους. Από την πλευρά τους, οι σύμμαχοι του Νετανιάχου την αναβιώνουν για να παρουσιάσουν τον πρώην αρχηγό του στρατού ως υπερβολικά μαλακό και αριστερό.
Σπάνια μια ισραηλινή εκλογική αναμέτρηση παρακολουθείται στο εξωτερικό με τόσο μεγάλη ανυπομονησία, σημειώνει το δημοσίευμα.
Για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 30 ετών, ο συνδυασμός δεξιού εθνικισμού και σκληρής στάσης του Νετανιάχου στις σχέσεις του Ισραήλ με τους Παλαιστίνιους και τους γείτονές του επικρατεί στην ισραηλινή πολιτική.
Ο Άιζενκοτ υπόσχεται στους ψηφοφόρους του ότι μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε μια νέα κατεύθυνση.
«Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που, έπειτα από έναν πολύ χαρισματικό και κυρίαρχο ηγέτη, οι άνθρωποι επιλέγουν εσκεμμένα κάποιον λιγότερο χαρισματικό επειδή απλά θέλουν ηρεμία και γαλήνη», δηλώνει στο Politico ο Σάι Μπαζάκ, πρώην Ισραηλινός διπλωμάτης και σύμβουλος επικοινωνίας του Νετανιάχου κατά την πρώτη του θητεία.
«Δεν θέλουν πλέον όλο αυτό το δράμα».
«Ο Άιζενκοτ είναι ένας πολύ ευγενικός άνθρωπος», προσθέτει. «Δεν είναι ακραίος. Δεν είναι ιδιαίτερα διχαστικός. Αυτό διευκολύνει τους ανθρώπους που παραδοσιακά ψηφίζουν τη δεξιά να μετακινηθούν προς το μέρος του».
Ένα ριζικά διαφορετικό διεθνές τοπίο
Όποιος κερδίσει στις εκλογές, θα πρέπει να κινηθεί σε ένα ριζικά διαφορετικό τοπίο εξωτερικής πολιτικής.
Από τότε που η Χαμάς σκότωσε περίπου 1.200 ανθρώπους και πήρε 251 ομήρους στις 7 Οκτωβρίου 2023, η θέση του Ισραήλ στην παγκόσμια σκηνή έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Η μεγαλύτερη μαζική δολοφονία Εβραίων από το Ολοκαύτωμα προκάλεσε ένα κύμα διεθνούς αλληλεγγύης που υποχώρησε τους επόμενους μήνες και τα επόμενα χρόνια καθώς το Ισραήλ απάντησε με πόλεμο στη Γάζα.
Σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Γάζας, περισσότεροι από 73.000 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί, τόσο άμαχοι όσο και μαχητές — ένας αριθμός που θεωρείται ευρέως αξιόπιστος από το Associated Press, τις υπηρεσίες του ΟΗΕ και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες.
Ισραηλινοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι ανέφεραν στις αρχές του τρέχοντος έτους ότι συμφωνούν πως ο συνολικός αριθμός των νεκρών στη Γάζα ήταν γύρω στις 70.000, ενώ οι IDF δήλωσαν ότι έχουν σκοτώσει περισσότερους από 22.000 μαχητές στη Γάζα, αναγνωρίζοντας ότι, παρά τις προσπάθειες ελαχιστοποίησης των απωλειών μεταξύ των πολιτών, δύο έως τρεις άμαχοι έχουν χάσει τη ζωή τους για κάθε μαχητή που σκοτώνεται.
Όπως επισημαίνει η ανάλυση του Politico, σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως στην Ισπανία και τη Γαλλία, η κριτική έχει κλιμακωθεί καθώς η κυβέρνηση Νετανιάχου απάντησε στις επιθέσεις της Χαμάς και της Χεζμπολάχ με αυτό που οι επικριτές θεωρούν υπερβολική στρατιωτική βία, καταστρέφοντας μεγάλα τμήματα της Γάζας και καταλαμβάνοντας μια μεγάλη λωρίδα του νοτίου Λιβάνου.
Οι σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης Νετανιάχου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Γκιντεόν Σαάρ, δεν μιλά πλέον με την ύπατη εκπρόσωπο της ΕΕ, Κάγια Κάλας.
Ο Σαάρ ανακοίνωσε ότι διακόπτει κάθε επαφή μαζί της, αφού διαρρεύσθηκε ότι κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στο Μεξικό, η Κάλας είχε συγκρίνει τη μεταχείριση των Παλαιστινίων από το Ισραήλ με το σύστημα απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής.
Η παραδοσιακά στενή σχέση του Ισραήλ με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει επίσης δοκιμαστεί. Ο Νετανιάχου και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συμφώνησαν να διεξαγάγουν κοινά στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν, με στόχο να εμποδίσουν το ισλαμικό καθεστώς της Τεχεράνης να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Politico, ο Τραμπ έχει ασκήσει κατά καιρούς κριτική στον Νετανιάχου. «Τι στο διάβολο κάνεις;» φέρεται να ρώτησε ο Τραμπ τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό τον Ιούνιο, αναφερόμενος στην επίθεσή του κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Παράλληλα, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει αποφύγει μέχρι στιγμής να υποστηρίξει δημόσια τον Νετανιάχου για την επανεκλογή του.
Την ίδια στιγμή, η σύγκρουση στη Γάζα και ο πόλεμος στο Ιράν έχουν μειώσει την υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ, ειδικά στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος αλλά και σε τμήματα του κινήματος MAGA του Τραμπ.
Η αντεπίθεση Νετανιάχου και η απαίτηση για διαφάνεια
Καθώς ο Νετανιάχου δέχεται αυξανόμενη πίεση από τον Άιζενκοτ, αντεπιτίθεται σκληρά, προσπαθώντας να στρέψει το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του πρώην αρχηγού του στρατού —τις περγαμηνές του στην ασφάλεια— εναντίον του.
«Ο Άιζενκοτ ήθελε να παραδοθεί. Ο Νετανιάχου μάχεται!» δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατο προεκλογικό βίντεο.
«Η εκστρατεία εναντίον μου έχει ξεκινήσει», είπε ο Άιζενκοτ σε υποστηρικτές του σε προεκλογική εκδήλωση στην πόλη Καρμιέλ στο βόρειο Ισραήλ. Μιλώντας με ελαφρώς βραχνή φωνή, εξαπέλυσε την αντεπίθεσή του: «Ο Νετανιάχου επιτίθεται στους αντιπάλους του με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά, ισχυριζόμενος: Μόνο ο Νετανιάχου μπορεί να παρέχει ασφάλεια».
«Είδαμε πώς λειτούργησε αυτό στις 7 Οκτωβρίου», πρόσθεσε με νόημα.
Ο Άιζενκοτ απαιτεί τη συγκρότηση ανεξάρτητης κρατικής διερευνητικής επιτροπής για τις αποτυχίες του στρατού, των υπηρεσιών πληροφοριών και της πολιτικής ηγεσίας σχετικά με την επίθεση της Χαμάς το 2023.
Με αυτόν τον τρόπο, θέλει να λογοδοτήσει και ο ίδιος ο Νετανιάχου. Η κυβέρνηση, όμως, έχει αντισταθεί μέχρι στιγμής στη δημιουργία μιας τέτοιας επιτροπής.
«Αν δεν υπάρξει διερευνητική επιτροπή, θα κρέμεται πάνω από την ισραηλινή κοινωνία σαν κατάρα», δήλωσε ο Άιζενκοτ.
Όπως σημειώνει το Politico, Ο Άιζενκοτ δεν είναι ούτε χαρισματικός ούτε προικισμένος ρήτορας στο πρότυπο του Νετανιάχου. Προβάλλει όμως κάτι που θα μπορούσε να γίνει το πιο πολυτίμο «όπλο» σε αυτές τις εκλογές: την αξιοπιστία.
Ενώ ο Νετανιάχου φέρει το βάρος μιας συνεχιζόμενης δίκης για διαφθορά, ο αμφισβητίας του θεωρείται ευρέως ως άνθρωπος εξαιρετικής ακεραιότητας.
Το στοίχημα της πολιτικής μετάβασης
Η δημοτικότητά του αντικατοπτρίζει επίσης τη λαχτάρα πολλών Ισραηλινών να εμπιστευτούν ξανά τη χώρα σε μια πατρική φιγούρα, όπως ήταν κάποτε ο Γιτζάκ Ράμπιν. Ο Ράμπιν είχε επίσης υπηρετήσει ως αρχηγός του στρατού πριν εισέλθει στην πολιτική.
Μπορεί ο Άιζενκοτ να διαδεχθεί την παρακαταθήκη του Ράμπιν; Όπως υπενθυμίζει το Politico, πολλοί παρασημοφορημένοι πρώην στρατιωτικοί διοικητές προσπάθησαν πριν από αυτόν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ, περίπου τα δύο τρίτα των πρώην αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων εισήλθαν στη συνέχεια στην εθνική πολιτική. Οι περισσότεροι απέτυχαν.
Ο στρατός και η πολιτική λειτουργούν με πολύ διαφορετικούς κανόνες. Οι ένοπλες δυνάμεις είναι ιεραρχικές, ενώ η πολιτική απαιτεί συμβιβασμούς.
«Στον στρατό, ο Εχούντ Μπαράκ —ένα ακραίο παράδειγμα αποτυχημένου πολιτικού με στρατιωτικό υπόβαθρο— μπορούσε να φωνάζει στους υφισταμένους του αν δεν τον υπάκουαν», εξηγεί στο Politico ο Ντάνι Όρμπαχ, στρατιωτικός ιστορικός στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.
«Στην πολιτική, οι άνθρωποι απλά σηκώνονται και φεύγουν». Ωστόσο, ο Όρμπαχ θεωρεί τον Άιζενκοτ διαφορετική περίπτωση.
«Ο Άιζενκοτ είναι πολύ συνειδητοποιημένος και βαθιά πατριώτης», αναφέρει. «Έχει καλές προθέσεις. Χωρίς τα ‘βαρίδια’ του Νετανιάχου, ίσως μπορέσει να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την ΕΕ και με ορισμένα τμήματα του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ».
Ο ιστορικός εμφανίζεται πιο σκεπτικός για την έλλειψη πολιτικής εμπειρίας του Άιζενκοτ, καθώς εισήλθε στο κοινοβούλιο μόλις πριν από τέσσερα χρόνια.
«Αν ήταν στο χέρι του Άιζενκοτ, θα είχε υποκύψει στην πίεση των οικογενειών των ομήρων και θα είχε τερματίσει τον πόλεμο», υποστηρίζει ο Όρμπαχ. «Θα είμασταν τώρα χωρίς τα επιτεύγματα που έχουμε πετύχει: το 60% της Γάζας υπό τον έλεγχό μας και τη Χαμάς εξασθενημένη και απομονωμένη».
Ο Άιζενκοτ υποστηρίζει ότι αυτό αποτελεί ψευδές δίλημμα, επιμένοντας ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να είχε συνάψει συμφωνία για την επιστροφή των ομήρων και να ξαναρχίσει την εκστρατεία κατά της Χαμάς αργότερα.
Γενικά, όπως καταλήγει η ανάλυση του Politico, ο Άιζενκοτ και η ομάδα της εκστρατείας του προσπαθούν να ξεπεράσουν τις κριτικές με την υπόσχεση ενός καλύτερου μέλλοντος. Ακόμη και η επιλογή της μουσικής στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις στέλνει αυτό το μήνυμα, καθώς από τα ηχεία ακούγεται ένα παλιό ισραηλινό τραγούδι για την ειρήνη: «Όλα θα πάνε καλά».
