Ο Τραμπ έχει παγιδευτεί στο Ιράν από δικά του λάθη – Οι δύο επιλογές πουτου απομένουν

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μιλά σε δημοσιογράφους καθώς κατευθύνεται προς το Marine One στον νότιο κήπο του Λευκού Οίκου, στην Ουάσινγκτον, την Παρασκευή 8 Μαΐου 2026. (AP Photo/Jose Luis Magana)

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μιλά σε δημοσιογράφους καθώς κατευθύνεται προς το Marine One στον νότιο κήπο του Λευκού Οίκου, στην Ουάσινγκτον, την Παρασκευή 8 Μαΐου 2026. (AP Photo/Jose Luis Magana)

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει παγιδευτεί σε μια κρίση με το Ιράν που ο ίδιος δημιούργησε. Εδώ και εβδομάδες δείχνει ολοφάνερα πρόθυμος να πετύχει μια συμφωνία που θα του επιτρέψει να διακηρύξει «νίκη» για… κάτι. Την ίδια στιγμή, φαίνεται να φοβάται βαθιά το ενδεχόμενο να καταλήξει σε μια πυρηνική συμφωνία τύπου Μπαράκ Ομπάμα και τη βέβαιη –και δικαιολογημένη– κριτική που θα ακολουθούσε.

Οι καλές λύσεις μοιάζουν ελάχιστες, γεγονός που εντείνει την απογοήτευσή του. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα την Κυριακή, όταν, με ανάρτησή του στο διαδίκτυο, χαρακτήρισε «ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ!» την απάντηση του Ιράν στο αμερικανικό πλαίσιο για τον τερματισμό του πολέμου. Πρέπει να αισθάνεται σαν τον Τζορτζ Μπους, τον πρεσβύτερο, ο οποίος κάποτε είχε περιγράψει τον εαυτό του ως «έναν μοναχικό μικρό άνθρωπο εδώ κάτω» στον Λευκό Οίκο.

Σύμφωνα με την Washington Post, ο Τραμπ βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένος ανάμεσα σε στρατιωτική κλιμάκωση και σε μια διπλωματική υποχώρηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ήττα.

«Ο Τραμπ δεν προετοίμασε ποτέ τους Αμερικανούς για πόλεμο»

Μεγάλο μέρος αυτής της παγίδας δημιουργήθηκε από όσα δεν έκανε ο Τραμπ. Πριν εξαπολύσει τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, δεν εξήγησε ποτέ στους Αμερικανούς γιατί η χρήση στρατιωτικής βίας ήταν δικαιολογημένη ώστε να επιτευχθεί αλλαγή καθεστώτος, να εξαλειφθούν οι πυρηνικές και τρομοκρατικές απειλές της Τεχεράνης ή να καταστραφούν οι στρατιωτικές της δυνατότητες. Προφανώς δεν ενημέρωσε μέλη του Κογκρέσου. Φαίνεται επίσης πως δεν συμβουλεύτηκε τους συμμάχους των ΗΠΑ, ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στον Περσικό Κόλπο, ούτε τους συμμάχους της Ουάσινγκτον στον Ινδο-Ειρηνικό, οι οποίοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Ο Τζορτζ  Μπους ο πρεσβύτερος, είχε κάνει όλα αυτά πριν ξεκινήσει την Επιχείρηση Desert Storm το 1991.

Επιπλέον, αν η αλλαγή καθεστώτος αποτελούσε ποτέ στόχο, ο Τραμπ προφανώς έκανε ελάχιστα ή και τίποτα για να συντονιστεί με αντιφρονούντες μέσα στο Ιράν. Οι μακροχρόνιες οικονομικές δυσκολίες σε ολόκληρη τη χώρα έχουν δημιουργήσει τεράστια δυσαρέσκεια, η οποία εκφράστηκε στις πανεθνικές διαδηλώσεις που καταπνίγηκαν βίαια τον Ιανουάριο. Το μισό του πληθυσμού του Ιράν είναι κάτω των 30 ετών και οι νέοι αυτοί απορρίπτουν σε μεγάλο βαθμό τη ριζοσπαστική ιδεολογία των αγιατολάχ. Από τη δολοφονία της Μαχσά Αμινί υπό κράτηση από την αστυνομία ηθών το 2022, πολλές Ιρανές αψηφούν ανοιχτά τον θεμελιώδη ισχυρισμό νομιμοποίησης του καθεστώτος. Οι εθνοτικές ομάδες του Ιράν, ιδιαίτερα οι Κούρδοι και οι Μπαλόχοι, έχουν φτάσει σε νέα επίπεδα δυσαρέσκειας.

«Ο Τραμπ ξεκίνησε, αλλά δεν τελείωσε τη δουλειά»

Χωρίς καμία τέτοια προετοιμασία, ο Τραμπ ξεκίνησε μια στρατιωτική εκστρατεία που παρ’ όλα αυτά υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένη και καταστροφική για το Ιράν. Όχι ακόμη αρκετά επιτυχημένη, αλλά σίγουρα όχι αποτυχημένη, συμπεριλαμβανομένου του πλέον ανεσταλμένου Project Freedom, που είχε στόχο να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ για τις αραβικές εξαγωγές πετρελαίου.

Το πρόβλημα του Τραμπ δεν είναι ότι ξεκίνησε τις επιθέσεις, αλλά ότι δεν ολοκλήρωσε τη δουλειά. Όπως είπε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ για την αποτυχημένη στρατηγική του Βρετανού πρωθυπουργού Άντονι Ίντεν στην κρίση της Διώρυγας του Σουέζ το 1956, η οποία τερματίστηκε όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ανάγκασαν Βρετανία, Γαλλία και Ισραήλ να σταματήσουν την επιχείρηση κατάληψης της διώρυγας: «Δεν ξέρω αν θα τολμούσα να ξεκινήσω· σίγουρα δεν θα τολμούσα ποτέ να σταματήσω».

Αλλά ο Τραμπ σταμάτησε και τώρα μοιάζει χαμένος, ελπίζοντας ουσιαστικά ότι οι Φρουροί της Επανάστασης θα του προσφέρουν μια διπλωματική έξοδο, κάτι που μέχρι στιγμής αρνούνται να κάνουν. Αντίθετα, τα απομεινάρια του καθεστώτος προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο ώστε να αναδυθούν μέσα από τα ερείπια του Ιράν, να ανασυγκροτήσουν την εξουσία τους και να αποκαταστήσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών όπλων, των βαλλιστικών πυραύλων και των τρομοκρατικών δικτύων και πληρεξουσίων τους.

«Η Τεχεράνη πιστεύει ότι ο Τραμπ φοβάται περισσότερο τα εσωτερικά του προβλήματα»

Η Τεχεράνη θεωρεί –σωστά, σύμφωνα με τον Μπόλτον– ότι τα εσωτερικά πολιτικά προβλήματα του Τραμπ τον απασχολούν πολύ περισσότερο από τη μακρινή απειλή μιας ανασυγκροτημένης, στρατιωτικοποιημένης θεοκρατίας στο Ιράν.

Έτσι, ακόμη κι αν το Ιράν φαίνεται να αποδέχεται την προτεινόμενη από τον Τραμπ κατάπαυση του πυρός ως βάση για μελλοντικές διαπραγματεύσεις, το καθεστώς θα καθυστερήσει όσο περισσότερο μπορεί κάθε ουσιαστική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένου του ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ.

Οι δύο επιλογές του Τραμπ

Ο Μπόλτον υποστηρίζει ότι ο Τραμπ έχει μόνο δύο επιλογές που συνάδουν με την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Η πρώτη είναι να κηρύξει λήξασα την –κατ’ επανάληψη παραβιασμένη– κατάπαυση του πυρός και να επανεκκινήσει την καταστροφή των μηχανισμών κρατικής ισχύος του Ιράν. Οι επικριτές των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων, ίσως ακόμη και η ίδια η CIA, πιστεύουν ότι απομένει πολλή δουλειά μέχρι να καταστραφεί ολοκληρωτικά ο ιρανικός στρατός. «Ωραία, ας συνεχίσουμε λοιπόν», γράφει χαρακτηριστικά, όσο οι ήδη συγκεντρωμένες αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν στην περιοχή.

Αν ο Τραμπ δεν μπορεί να προχωρήσει σε αυτό το μεγάλο βήμα, τότε η δεύτερη επιλογή είναι πιο περιορισμένη: να ανοίξει στρατιωτικά τα Στενά του Ορμούζ για το εμπόριο των αραβικών κρατών του Κόλπου, διατηρώντας παράλληλα τον αποκλεισμό του Ιράν.

«Το διακύβευμα είναι η ελευθερία των θαλασσών»

Σύμφωνα με τον Μπόλτον, το ζήτημα αφορά την ελευθερία των θαλασσών, θεμέλιο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και 250 χρόνια, με τεράστιες συνέπειες και σε άλλες αμφισβητούμενες περιοχές, όπως η Νότια Σινική Θάλασσα.

Παράλληλα, η επιστροφή του πετρελαίου του Κόλπου στις διεθνείς αγορές θα μπορούσε να ανακουφίσει σημαντικά τη σημερινή οικονομική κρίση. Η συνέχιση του αμερικανικού αποκλεισμού και η επέκτασή του, όπου είναι δυνατόν, ακόμη και στα λιμάνια του Ιράν στην Κασπία Θάλασσα, θα ενίσχυε περαιτέρω την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη.

Πάνω απ’ όλα, επιμένει ότι απαιτείται στρατιωτική δράση για να αποκατασταθεί η αποτροπή. Το Ιράν πρέπει να καταλάβει με βεβαιότητα ότι θα υποστεί σοβαρές συνέπειες αν επιχειρήσει ξανά να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ.

«Ο Τραμπ θα αποφασίσει αν θέλει να μείνει στην ιστορία ως ο Άντονι Ίντεν»

Ο Μπόλτον προειδοποιεί ότι μια καθαρά διπλωματική λήξη της κρίσης, ειδικά μέσω μιας «σταδιακής» διαδικασίας όπως φαίνεται να προβλέπει η τελευταία πρόταση Τραμπ, θα δημιουργούσε ένα καταστροφικό προηγούμενο.

Το καθεστώς της Τεχεράνης, ενθαρρυμένο από μια τέτοια εξέλιξη, πιθανότατα θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι θα αντιμετωπίζει μόνο διπλωματικές και όχι στρατιωτικές συνέπειες αν επιχειρήσει ξανά να κλείσει τα Στενά. Έτσι, θα μπορούσε να τα ανοίγει και να τα κλείνει «σαν να πατά έναν διακόπτη», αυξάνοντας ή μειώνοντας την πίεση όποτε το θεωρούσε χρήσιμο.

Οι πρώτες ώρες του Project Freedom, με αμερικανικά πολεμικά πλοία να συνοδεύουν εμπορικά σκάφη μέσω των Στενών, έδειξαν –όπως σημειώνει– μεγάλες δυνατότητες. Ωστόσο, θεωρεί πως απαιτούνται πολύ περισσότερα από αυτή την περιορισμένη επιλογή.

Το άνοιγμα τόσο του Κόλπου όσο και των Στενών δεν μπορεί να είναι μια καθαρά αμυντική επιχείρηση. Απαιτεί ενεργές επιχειρήσεις για την καταστροφή των ιρανικών ταχύπλοων, των αντιπλοϊκών πυραύλων και των drones που απειλούν τη ναυσιπλοΐα.

Και αν η Τεχεράνη κλιμακώσει περαιτέρω την ένταση ως απάντηση, αυτό –κατά τον ίδιο– θα αποδείξει απλώς ότι το καθεστώς δεν είχε ποτέ πρόθεση να εγκαταλείψει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.

«Η ιρανική ηγεμονία στην περιοχή είναι απολύτως απαράδεκτη για τα αραβικά κράτη του Κόλπου και θα έπρεπε να είναι απαράδεκτη και στην Ουάσινγκτον», καταλήγει ο Μπόλτον.

«Η έξοδος του Τραμπ από την παγίδα που ο ίδιος δημιούργησε είναι απολύτως ξεκάθαρη. Ο ίδιος θα αποφασίσει αν θέλει να μείνει στην ιστορία ως ο Άντονι Ίντεν».