Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Ο πρώην ευρωβουλευτής Νιαζί Κιζίλγιουρεκ δήλωσε «Ντράπηκα που είμαι Τουρκοκύπριος», με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από τις δολοφονίες Ισαάκ και Σολωμού, καταγγέλλοντας τη συνεργασία του τουρκικού κράτους και εθνικιστικών οργανώσεων.
- Ο Τάσος Ισαάκ λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου από μέλη των Γκρίζων Λύκων στη νεκρή ζώνη της Δερύνειας, ενώ τρεις ημέρες αργότερα ο Σολωμός Σολωμού πυροβολήθηκε θανάσιμα προσπαθώντας να κατεβάσει την τουρκική σημαία.
- Ο Κιζίλγιουρεκ τονίζει πως η «τελετουργία θανάτου» στη Δερύνεια είχε οργανωθεί από τις επίσημες αρχές και πιστεύει ότι «είναι χρέος όλων μας να ζητήσουμε συγγνώμη» από την κόρη του Τάσου Ισαάκ, Αναστασία.
«Ντράπηκα που είμαι Τουρκοκύπριος», δήλωσε σήμερα ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, πρώην ευρωβουλευτής με το ΑΚΕΛ με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από τα γεγονότα στη Δερύνεια και την δολοφονία του Σολωμού Σολωμού από μέλη των Γκρίζων Λύκων και του Τάσου Ισαάκ από πυρά προερχόμενα από την τουρκική πλευρά στην νεκρή ζώνη της Αμμοχώστου, τον Αύγουστο του 1996.
Ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ δημοσιοποίησε ένα κείμενο στο οποίο περιγράφει όσα έζησε και καταγγέλλει τη συνεργασία του τουρκικού κράτους, του παρακράτους και των εθνικιστικών οργανώσεων. Κλείνει την παρέμβασή του με αναφορά στην κόρη του Τάσου Ισαάκ, η οποία γεννήθηκε λίγες εβδομάδες μετά τη δολοφονία του πατέρα της. «Πιστεύω ότι είναι χρέος όλων μας να ζητήσουμε συγγνώμη, τουλάχιστον από το ορφανό κορίτσι που ήρθε στον κόσμο με το όνομα Αναστασία», αναφέρει.
Να σημειωθεί ότι ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ βρισκόταν στις 11 Αυγούστου 1996 σε τηλεοπτικό στούντιο στη Λευκωσία, όταν μεταδόθηκαν ζωντανά οι εικόνες του ξυλοδαρμού του 24χρονου Τάσου Ισαάκ στη νεκρή ζώνη της Δερύνειας. Ο Ισαάκ είχε τρέξει για να βοηθήσει άλλον διαδηλωτή, όταν παγιδεύτηκε στα συρματοπλέγματα. Περικυκλώθηκε από μέλη των Γκρίζων Λύκων και άνδρες του κατοχικού καθεστώτος, οι οποίοι τον χτύπησαν μέχρι θανάτου με ρόπαλα, πέτρες και μεταλλικά αντικείμενα.
Ο Τουρκοκύπριος ακαδημαϊκός περιγράφει την αμηχανία και την οργή που προκάλεσαν οι εικόνες στο τηλεοπτικό στούντιο, λέγοντας ότι αποχώρησε σε κατάσταση κατάρρευσης. «Ντράπηκα που ήμουν Τουρκοκύπριος», γράφει, διευκρινίζοντας ότι η ντροπή του προερχόταν από το γεγονός ότι η βαρβαρότητα παρουσιαζόταν ως πράξη που γινόταν στο όνομα της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 14 Αυγούστου, ο 26χρονος Σολωμός Σολωμού πυροβολήθηκε όταν επιχείρησε να κατεβάσει την τουρκική σημαία από ιστό φυλακίου των κατοχικών δυνάμεων. Η δολοφονία καταγράφηκε από τις τηλεοπτικές κάμερες και οι εικόνες μεταδόθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η ανάρτηση του Νιαζί Κιζιλγκιουρέκ
Το καλοκαίρι που δολοφονήθηκαν ο Τάσος και ο Σολωμός ένιωσα μεγάλη ντροπή!
Εκείνο το καλοκαίρι, πρώτα δολοφονήθηκε ο Κουτλού Ανταλί. Στη συνέχεια, οι φρικτές πράξεις βίας που διαδέχονταν η μία την άλλη έκαναν τον καυτό, κιτρινισμένο Αύγουστο του 1996 να μείνει στην ιστορία ως ένας κατάμαυρος μήνας.
Εκείνον τον Αύγουστο, Ελληνοκύπριοι μοτοσικλετιστές στην περιοχή της Δερύνειας κατάφεραν να ξεφύγουν από τους στρατιώτες του ΟΗΕ και μπήκαν στη νεκρή ζώνη. Άρχισαν να προχωρούν προς τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τους «πλήρως εξοπλισμένους πολίτες» που βρίσκονταν απέναντί τους.
Αφού πλησίασαν αρκετά, άρχισαν να τρέχουν προς τα πίσω, αλλά μπλέχτηκαν στα συρματοπλέγματα. Άνδρες με ρόπαλα που έτρεχαν πίσω τους χτυπούσαν τους Ελληνοκύπριους μέχρι θανάτου.
Ήταν μια φρικιαστική εικόνα.
Ένας νεαρός άνδρας, που είχε μπλεχτεί στα συρματοπλέγματα και δεν μπορούσε να ξεφύγει, λιντσαριζόταν με ρόπαλα.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν ζωντανά αυτή τη σκηνή αγριότητας.
Τρεις ημέρες αργότερα έγινε η κηδεία του Τάσου Ισαάκ. Η κηδεία, που πραγματοποιήθηκε μέσα σε βαθιά σιωπή και μαύρη θλίψη, επρόκειτο να τελειώσει με μια τρομακτική σκηνή.
Ο Σολωμός Σολωμού, συγγενής του Τάσου, μετά την κηδεία ενώθηκε με μια ομάδα που κινήθηκε προς τον βορρά και έφτασε στο βόρειο άκρο της νεκρής ζώνης.
Με ένα τσιγάρο στο στόμα, άρχισε να σκαρφαλώνει στον ιστό όπου κυμάτιζε η τουρκική σημαία.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν και πάλι ζωντανά.
Ξαφνικά, ο Σολωμός γλίστρησε προς τα κάτω από τον ιστό στον οποίο είχε σκαρφαλώσει και σωριάστηκε στο έδαφος. Ο νεαρός άνδρας είχε πέσει νεκρός από πυρά που ανοίχθηκαν από τον βορρά, σαν πουλί που το πυροβολούν στο κυνήγι.
Εκείνο το καλοκαίρι έριξαν αλάτι στις πληγές των Ελληνοκυπρίων.
Η «τελετουργία θανάτου» στη Δερύνεια είχε οργανωθεί από τις επίσημες αρχές. Στο νησί είχαν μεταφερθεί βίαιες «εθνικιστικές» ομάδες ως μέτρο εναντίον των Ελληνοκύπριων διαδηλωτών. Οι δημοσιογράφοι που συγκεντρώθηκαν στις 11 Αυγούστου μπροστά από το Τουρκοκυπριακό Γραφείο Πληροφοριών είχαν προειδοποιηθεί εκ των προτέρων:«Αυτή είναι μια ιδιαίτερη μέρα. Σήμερα δεν μπορείτε να γράψετε όλα όσα βλέπετε ούτε να φωτογραφίσετε όλα όσα βλέπετε. Μην ξεχνάτε ότι έχουμε καταγεγραμμένα τα ονόματα όλων σας».
Οι δημοσιογράφοι θα καταλάβαιναν τι ακριβώς σήμαιναν αυτά τα λόγια όταν έφταναν στην περιοχή των επεισοδίων. Ένας δημοσιογράφος, βλέποντας ανθρώπους να περιφέρονται κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός κρατώντας σημαίες με τις τρεις ημισελήνους, ρόπαλα και κυνηγετικά όπλα, ρώτησε:
-«Τι συμβαίνει, έχουμε κυνήγι;»
-«Σήμερα επιτρέπεται κάθε είδους κυνήγι», πήρε για απάντηση.
Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι ο Ντενκτάς, μετά την άγρια δολοφονία του Τάσου Ισαάκ-, φιλοξένησε στο προεδρικό του μέγαρο όσους είχαν κουραστεί από το «κυνήγι», τους πρόσφερε λεμονάδα για να δροσιστούν και, μέσα σε συνθήματα «Μπασμπούγ Ντενκτάς» («Αρχηγέ Ντενκτάς»), δήλωσε με θράσος στον Τύπο: «Εμείς δεν θα σας δώσουμε τη γη μας!»
Εκείνο το καλοκαίρι, ως άνθρωπος πονούσε η συνείδησή μου και ως Τουρκοκύπριος ένιωσα ντροπή.
Γιατί οι δολοφόνοι ενεργούσαν στο όνομα όλων των Τουρκοκυπρίων.
Ξέρω καλά ότι σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει κουλτούρα απολογίας. Όμως, όταν σκοτώθηκε ο Τάσος Ισαάκ, η κόρη του βρισκόταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας της. Πιστεύω ότι είναι χρέος όλων μας να ζητήσουμε συγγνώμη – τουλάχιστον από το ορφανό κορίτσι που ήρθε στον κόσμο με το όνομα Αναστασία».
