Η εμπιστοσύνη των πολιτών στο σιδηροδρομικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας της Ισπανίας έχει κλονιστεί, παραδέχθηκε την Παρασκευή (30/10) ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, μετά τη νέα σιδηροδρομική τραγωδία που στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 69 ανθρώπους και προκάλεσε τον τραυματισμό περισσότερων από 100. Πρόκειται για το δεύτερο πολύνεκρο δυστύχημα στο ισπανικό σιδηροδρομικό δίκτυο μέσα στο 2026, γεγονός που έχει πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις και πολιτικές πιέσεις προς την κυβέρνηση.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός δεσμεύτηκε ότι θα διερευνηθούν πλήρως οι συνθήκες του δυστυχήματος, ενώ τόνισε ότι η κυβέρνηση εργάζεται εντατικά για την ενημέρωση των οικογενειών των θυμάτων, ανάμεσα στα οποία βρίσκονται πολίτες από τουλάχιστον 23 ξένες χώρες.
«Είναι απαράδεκτο για μια χώρα όπως η Ισπανία, η οποία διαθέτει ένα τόσο ισχυρό σύστημα σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας, να βιώνει δύο δυστυχήματα τέτοιας φύσης και τέτοιου μεγέθους μέσα σε έναν μόνο χρόνο», δήλωσε ο Σάντσεθ.
«Η εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα υψηλής ταχύτητας έχει κλονιστεί», πρόσθεσε, υπογραμμίζοντας ότι η ευθύνη της κυβέρνησης δεν περιορίζεται στον εντοπισμό των αιτίων, αλλά επεκτείνεται και στην εφαρμογή λύσεων ώστε να μην επαναληφθεί μια ανάλογη τραγωδία.
Πώς σημειώθηκε η σύγκρουση των δύο τρένων
Το δυστύχημα σημειώθηκε το πρωί της Τετάρτης (28/10), λίγο πριν από τις 09:00, κοντά στην πόλη Ούρδα, στην περιφέρεια Καστίγια-Λα Μάντσα, στην κεντρική Ισπανία.
Δύο αμαξοστοιχίες, μία της κρατικής Renfe και μία της ιδιωτικής Iryo, κινούνταν από τη Μαδρίτη προς την Ανδαλουσία, όταν συγκρούστηκαν.
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, το τρένο της Iryo ακινητοποιήθηκε και στη συνέχεια η αμαξοστοιχία της Renfe προσέκρουσε στο πίσω μέρος του, με αποτέλεσμα αρκετά βαγόνια να εκτροχιαστούν.
Η τραγωδία σημειώθηκε μόλις εννέα μήνες μετά το δυστύχημα κοντά στην πόλη Ανταμούθ της Ανδαλουσίας, όπου 46 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και δεκάδες τραυματίστηκαν, έπειτα από σύγκρουση δύο τρένων των ίδιων εταιρειών.
Στο μικροσκόπιο το σύστημα σηματοδότησης και η ταχύτητα
Ο υπουργός Μεταφορών της Ισπανίας, Όσκαρ Πουέντε, δήλωσε ότι τα μέχρι στιγμής στοιχεία στρέφουν την προσοχή στο κέντρο ελέγχου της Μαδρίτης, το οποίο ανήκει στον κρατικό διαχειριστή σιδηροδρομικών υποδομών Adif.
Όπως εξήγησε, πριν από τη σύγκρουση είχε τεθεί εκτός λειτουργίας το σύστημα σηματοδότησης LZB, το οποίο μπορεί να ακινητοποιεί αυτόματα ένα τρένο όταν η γραμμή μπροστά του είναι κατειλημμένη.
Μετά τη βλάβη, η ευθύνη για τη διαχείριση της κυκλοφορίας πέρασε στους αρμόδιους χειριστές.
Σύμφωνα με τον Πουέντε, ένας χειριστής της Adif έδωσε εντολή στο τρένο της Renfe να κινηθεί με «κανονική» ταχύτητα, αντί να τηρηθεί το προβλεπόμενο όριο των 40 χιλιομέτρων την ώρα, το οποίο εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις για λόγους ασφαλείας.
Η προκαταρκτική έκθεση της έρευνας, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη (29/10), αναφέρει ότι η αμαξοστοιχία της Renfe κινούνταν με ταχύτητα μεταξύ 160 και 200 χιλιομέτρων την ώρα όταν προσέκρουσε στο ακινητοποιημένο τρένο.
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι μια αλληλουχία δυσλειτουργιών, εντολών και ενεργειών οδήγησε τελικά στη σύγκρουση, χωρίς να λειτουργήσουν οι απαραίτητοι μηχανισμοί αποτροπής της.
Αντιδράσεις των εργαζομένων και πιέσεις για παραίτηση
Ο Πουέντε, ο οποίος δέχεται αυξανόμενες πιέσεις να παραιτηθεί, απέρριψε τα σχετικά αιτήματα, δηλώνοντας ότι προτεραιότητά του είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών και η πλήρης διαλεύκανση των αιτίων του δυστυχήματος.
Διευκρίνισε ότι ο χειριστής που έδωσε την εντολή ήταν 48 ετών, διέθετε την απαιτούμενη εκπαίδευση και είχε διετή εμπειρία σε κέντρα ελέγχου.
Ωστόσο, τα συνδικάτα των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους κατηγορούν την κυβέρνηση ότι οι συνθήκες εργασίας και ο αυξημένος φόρτος επιβαρύνουν την ασφάλεια του δικτύου.
«Πιστεύουμε ότι ο υπουργός επιρρίπτει την ευθύνη σε έναν απλό εργαζόμενο που δούλευε υπό ολοένα χειρότερες συνθήκες», δήλωσε στο Associated Press η Ρακέλ Αϊγιόν, εκπρόσωπος του συνδικάτου ελεγκτών σιδηροδρομικής κυκλοφορίας SCF.
«Το ανθρώπινο λάθος δεν είναι ακατανόητο. Αυτό που είναι ακατανόητο είναι ότι το σύστημα ασφαλείας παρουσιάζει τακτικά βλάβες», πρόσθεσε.
Πολιτική αντιπαράθεση ενόψει των εκλογών
Το δυστύχημα έχει προκαλέσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση στην Ισπανία, λίγες εβδομάδες πριν από τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο ηγέτης του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος (PP), Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο, απέδωσε πολιτική ευθύνη τόσο στον υπουργό Μεταφορών όσο και στον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ για τα δύο σιδηροδρομικά δυστυχήματα.
Την παραίτηση του Πουέντε ζήτησε και η Άντα Κολάου, πρώην δήμαρχος της Βαρκελώνης και επικεφαλής του αριστερού συνασπισμού Frente Amplio.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Μεταφορών δήλωσε ότι δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με τις πιθανές εκλογικές επιπτώσεις της τραγωδίας, επιμένοντας ότι αυτή τη στιγμή προτεραιότητα αποτελεί η αντιμετώπιση των προβλημάτων και η παροχή σαφών απαντήσεων στους πολίτες.
