ΗΠΑ: Υπόθεση ομαδικού βιασμού στο Cornell «ταρακουνά» τη Νέα Υόρκη – Στο μικροσκόπιο ο νόμος για τη συναίνεση

Μία υπόθεση καταγγελλόμενου ομαδικού βιασμού φοιτήτριας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, η οποία επανήλθε στο προσκήνιο, πυροδοτεί έντονη συζήτηση στη Νέα Υόρκη για αλλαγές στη νομοθεσία περί σεξουαλικών επιθέσεων, ιδίως για τις περιπτώσεις όπου το θύμα βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ ή ουσιών. Κοινοβουλευτικοί ζητούν να κλείσει ένα νομικό «παράθυρο» που δυσχεραίνει την άσκηση ποινικών διώξεων όταν η μέθη έχει επηρεάσει την ικανότητα συναίνεσης.

Πανεπιστήμιο Cornell, Φωτογραφία: Unsplash

Πανεπιστήμιο Cornell, Φωτογραφία: Unsplash

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Μία υπόθεση καταγγελλόμενου ομαδικού βιασμού φοιτήτριας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, η οποία επανήλθε στο προσκήνιο, πυροδοτεί έντονη συζήτηση στη Νέα Υόρκη για αλλαγές στη νομοθεσία περί σεξουαλικών επιθέσεων.
  • Κοινοβουλευτικοί της πολιτείας ζητούν να κλείσει ένα νομικό «παράθυρο» που μπορεί να δυσχεράνει την άσκηση ποινικών διώξεων όταν ένα άτομο έχει καταναλώσει ουσίες ή αλκοόλ οικειοθελώς και η μέθη έχει επηρεάσει την ικανότητά του να συναινέσει.
  • Η υπόθεση του Κορνέλ ανοίγει εκ νέου με την παρουσίαση στοιχείων σε σώμα ενόρκων, ενώ η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης διέταξε ανεξάρτητη έρευνα για τον χειρισμό της.

Μία υπόθεση καταγγελλόμενου ομαδικού βιασμού φοιτήτριας στο Πανεπιστήμιο Cornell (Κορνέλ), η οποία επανήλθε στο προσκήνιο δύο χρόνια μετά, πυροδοτεί έντονη συζήτηση στη Νέα Υόρκη για αλλαγές στη νομοθεσία περί σεξουαλικών επιθέσεων και, ειδικότερα, για τις περιπτώσεις στις οποίες το θύμα βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ ή ουσιών.

Κοινοβουλευτικοί της πολιτείας ζητούν πλέον να κλείσει ένα νομικό «παράθυρο» που, σύμφωνα με εισαγγελείς και οργανώσεις υποστήριξης θυμάτων, μπορεί να δυσχεράνει την άσκηση ποινικών διώξεων όταν ένα άτομο έχει καταναλώσει ουσίες ή αλκοόλ οικειοθελώς και η μέθη έχει επηρεάσει την ικανότητά του να συναινέσει, αναφέρει το Reuters.

Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε μετά την επανεξέταση υπόθεσης του 2024 στο Κορνέλ, όπου μία τότε 20χρονη φοιτήτρια κατήγγειλε ότι δέχθηκε ομαδική σεξουαλική επίθεση σε χώρο αδελφότητας.

Το «παράθυρο» του νόμου που βρίσκεται στο επίκεντρο

Ο εισαγγελέας της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χούτεν, δήλωσε ότι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δεν ασκήθηκαν αρχικά διώξεις ήταν οι περιορισμοί της ισχύουσας νομοθεσίας της Νέας Υόρκης.

Το νομικό πλαίσιο αντιμετωπίζει διαφορετικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα θύμα βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ ή ουσιών έπειτα από δική του κατανάλωση και εκείνες στις οποίες του έχουν χορηγηθεί ουσίες χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεσή του.

Η διάκριση αυτή, σύμφωνα με νομικούς και οργανώσεις, μπορεί να καταστήσει δυσκολότερη την ποινική δίωξη όταν το θύμα είχε πιει ή είχε κάνει χρήση ουσιών οικειοθελώς, ακόμη και εάν η κατάστασή του είχε επηρεάσει σοβαρά την ικανότητά του να συναινέσει.

Ο Στέφαν Τερκχάιμερ, αντιπρόεδρος της οργάνωσης Rape, Abuse and Incest National Network (RAINN), υποστήριξε ότι το υφιστάμενο πλαίσιο ουσιαστικά μεταφέρει βάρος στο ίδιο το θύμα όταν η μέθη προήλθε από οικειοθελή κατανάλωση.

Πίεση για αλλαγή της νομοθεσίας

Ο πολιτειακός βουλευτής της Νέας Υόρκης Τζέφρι Ντίνοβιτς, ο οποίος εδώ και χρόνια προωθεί σχετική αλλαγή, επανέφερε την πρόταση για τροποποίηση του νόμου.

Η αλλαγή θα επέτρεπε την απαγγελία κατηγοριών για βιασμό και σε περιπτώσεις όπου ο φερόμενος ως δράστης γνώριζε ή θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι το άλλο άτομο δεν ήταν σε θέση να συναινέσει εξαιτίας της μέθης του.

«Ο βιασμός είναι το μόνο έγκλημα που γνωρίζω στο οποίο μπορεί να μην αποδοθεί δικαιοσύνη, αν το θύμα ήταν μεθυσμένο», δήλωσε ο Ντίνοβιτς, υποστηρίζοντας ότι δεν θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ θυμάτων ανάλογα με το εάν η μέθη τους ήταν εκούσια ή ακούσια.

Η αγωγή που επανέφερε την υπόθεση στο προσκήνιο

Η υπόθεση του Κορνέλ επανήλθε στη δημοσιότητα όταν η γυναίκα κατέθεσε αστική αγωγή εναντίον επτά μελών της αδελφότητας ΧΦ, του πανεπιστημίου και άλλων εμπλεκομένων.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αγωγής, τα μέλη της αδελφότητας της έδωσαν αλκοόλ και κεταμίνη και στη συνέχεια, όταν πλέον δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί, τη βίασαν.

Ο εισαγγελέας Βαν Χούτεν, απαντώντας στην κατακραυγή για την αρχική μη άσκηση διώξεων, εξήγησε ότι κατά την πρώτη καταγγελία της γυναίκας το 2024 δεν είχαν παρουσιαστεί στοιχεία που, βάσει της τότε αξιολόγησης και του ισχύοντος νόμου, θα επέτρεπαν την άσκηση ποινικής δίωξης.

Μεταξύ άλλων, όπως ανέφερε, η φοιτήτρια δεν είχε δηλώσει τότε ότι είχε τεθεί υπό την επήρεια ουσιών χωρίς τη θέλησή της, ότι είχε εξαναγκαστεί με βία, ότι ήταν αναίσθητη ή ότι είχε εκφράσει ρητά άρνηση για τη σεξουαλική πράξη.

Σε σώμα ενόρκων ξανά η υπόθεση

Η υπόθεση, πάντως, ανοίγει εκ νέου. Ο Βαν Χούτεν ανακοίνωσε ότι θα παρουσιάσει τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της κατάθεσης της γυναίκας, σε σώμα ενόρκων, το οποίο θα εξετάσει εάν υπάρχουν πλέον επαρκείς λόγοι για την άσκηση ποινικών διώξεων.

Την ίδια ώρα, η εθνική οργάνωση της αδελφότητας ΧΦ ανέφερε ότι το παράρτημα του Κορνέλ είχε ψηφίσει ομόφωνα υπέρ της αποβολής των μελών που κατηγορήθηκαν, μόλις τρεις ημέρες μετά την αστυνομική αναφορά του 2024, ενώ λίγο αργότερα αποβλήθηκαν και από την εθνική οργάνωση.

Νέα ανεξάρτητη έρευνα στο Κορνέλ

Το Πανεπιστήμιο Κορνέλ υπεραμύνθηκε του τρόπου με τον οποίο χειρίστηκε την υπόθεση, αναφέροντας ότι πραγματοποίησε δική του έρευνα και επέβαλε πειθαρχικές κυρώσεις στους φοιτητές που φέρονται να εμπλέκονται, από αναστολή φοίτησης έως και αποβολή.

Παράλληλα, η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης Κάθι Χόκαλ ανακοίνωσε ότι το πανεπιστήμιο αποδέχθηκε το αίτημά της να ανατεθεί σε δικηγορικό γραφείο νέα ανεξάρτητη έρευνα για τον χειρισμό της υπόθεσης.

Η υπόθεση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια του πανεπιστημίου, επαναφέροντας στο επίκεντρο ένα ευρύτερο ερώτημα για τη νομοθεσία της Νέας Υόρκης: πότε ένα άτομο που βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής μέθης θεωρείται νομικά ανίκανο να δώσει συναίνεση και ποια ευθύνη φέρει εκείνος που προχωρά σε σεξουαλική πράξη μαζί του.

Βίντεο από το κτίριο της αδελφότητας που φέρεται να συνέβη ο ομαδικός βιασμός: