Η Κίνα περιμένει τη γεωπολιτική «αυτοπυρπόληση» των ΗΠΑ – Το σχέδιο για μια παγκόσμια τάξη χωρίς την Ουάσινγκτον στο επίκεντρο

Τραμπ Σι Τζινπίνγκ ΗΠΑ Κίνα

AI εικόνα / enikos.gr

Ενώ ο κόσμος παρακολουθεί τον Ντόναλντ Τραμπ να καταφτάνει στο Πεκίνο, για κρίσιμες συναντήσεις με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, και τις ΗΠΑ να βυθίζονται εκ νέου στην «κινούμενη άμμο» ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή αλλά και να κλονίζονται από εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις, ο «κοιμώμενος γίγαντας» -μια φράση που αποδίδεται στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη- επιλέγει μια στάση που για πολλούς φαντάζει αινιγματική. Αντί να εκμεταλλευτεί την κρίση για να αναμετρηθεί ανοιχτά με την Ουάσινγκτον, η Κίνα διατηρεί μια προσεκτική απόσταση, αποφεύγοντας να στηρίξει έμπρακτα στρατηγικούς της εταίρους όπως το Ιράν.

Όπως εξηγεί σε ανάλυσή του το The Atlantic, αυτή η αυτοσυγκράτηση δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά μέρος ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου που βασίζεται σε μια συγκεκριμένη πεποίθηση: ότι οι ΗΠΑ οδηγούνται μόνες τους στην παρακμή και η Κίνα χρειάζεται απλώς να είναι έτοιμη για να καλύψει το κενό ηγεσίας στον παγκόσμιο θρόνο.

«Παρακμάζουσα αλλά επικίνδυνη»

Σύμφωνα με τον ιστότοπο, στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις και τα κείμενά τους, οι Κινέζοι ηγέτες περιγράφουν τις ΗΠΑ ως μια δύναμη «παρακμάζουσα αλλά επικίνδυνη» – μια υπερδύναμη στα τελευταία της που επιδίδεται σε ξεσπάσματα επιθετικότητας (βλ. Βενεζουέλα, Ιράν, Γροιλανδία, ΝΑΤΟ κ.α.), στην προσπάθειά της να ανακόψει την πτώση της.

Αυτή η θεώρηση δεν είναι νέα. Ήδη από τη δεκαετία του ’90, ο Βανγκ Χουνίνγκ, τότε ακαδημαϊκός και σήμερα μέλος της πανίσχυρης Διαρκούς Επιτροπής του Πολιτικού Γραφείου και στενός σύμβουλος του Σι Τζινπίνγκ, είχε γράψει το βιβλίο «Η Αμερική ενάντια στην Αμερική».

Ο Χουνίνγκ είχε πάθει σοκ, σύμφωνα με το The Atlantic, από την κοινωνική αποσύνθεση, την ανισότητα και τη δυσλειτουργία των ΗΠΑ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η χώρα φέρει μέσα της τους σπόρους της ίδιας της της καταστροφής.

Το δόγμα της αυτονομίας

«Γιατί το Πεκίνο να ρισκάρει έναν “θερμό” πόλεμο ή να προκαλέσει την αμερικανική ηγεμονία στη Μέση Ανατολή, όταν οι ΗΠΑ εξαντλούνται στρατιωτικά, δημοσιονομικά και πολιτικά;», διερωτάται ο Αμερικανός αναλυτής Ράιαν Χας, που κατέχει τη θέση του διευθυντή του Κέντρου Κίνας «John L. Thornton» του Ιδρύματος Μπρούκινγκς και υπογράφει την ανάλυση.

Η στρατηγική της Κίνας, όπως αναφέρει, επικεντρώνεται στο να καταστήσει τη χώρα απρόσβλητη σε εξωτερικές πιέσεις.

Η «αυτονομία» είναι ο κεντρικός πυλώνας του τελευταίου πενταετούς σχεδίου. Εξάλλου, η Κίνα επενδύει μαζικά σε:

  • Ηλεκτρικά οχήματα και καθαρή ενέργεια.
  • Υποδομές τηλεπικοινωνιών και τεχνητή νοημοσύνη.
  • Εγχώριες εναλλακτικές λύσεις σε ημιαγωγούς, λογισμικό και αεροπλάνα.

Στόχος δεν είναι απλώς το μερίδιο αγοράς, αλλά, σύμφωνα με το The Atlantic, να διασφαλιστεί ότι ο κόσμος θα εξαρτάται περισσότερο από την Κίνα παρά η Κίνα από τον κόσμο.

Ένας νέος παγκόσμιος χάρτης

Αντί να ανατρέψει βίαια τη παγκόσμια τάξη πραγμάτων που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Πεκίνο προσπαθεί προσεκτικά να τη «σπρώξει» προς τις δικές του προτιμήσεις.

Οι Κινέζοι ηγέτες υποστηρίζουν ότι ο υπόλοιπος κόσμος ενδιαφέρεται περισσότερο για την οικονομική ανάπτυξη παρά για τις «καθολικές αξίες» και τις ατομικές ελευθερίες της Δύσης.

Επιπλέον, η Κίνα απορρίπτει το δίκτυο αμυντικών συμμαχιών των ΗΠΑ, θεωρώντας τις «κατάλοιπα του Ψυχρού Πολέμου».

Η επιδίωξή της είναι ένας κόσμος που θα δίνει προτεραιότητα στα υλικά συμφέροντα έναντι των ιδεολογικών συγγενειών, επιτρέποντας στο Πεκίνο να αντικαταστήσει την Ουάσινγκτον ως το κέντρο ενός νέου χάρτη πρακτικών συνεργασιών.

Τα τρωτά σημεία του κινεζικού στοιχήματος

Ωστόσο, η ανάλυση του The Atlantic προειδοποιεί ότι αυτό το στοίχημα μπορεί να αποδειχθεί λανθασμένο για τρεις βασικούς λόγους.

Παρά την πειθαρχία με την οποία το Πεκίνο ακολουθεί αυτή τη στρατηγική, οι σχεδιασμοί του βασίζονται σε υποθέσεις που θα μπορούσαν εύκολα να διαψευστούν. Η Κίνα ποντάρει στη συνεχή διολίσθηση της Αμερικής, όμως, σύμφωνα με το The Atlantic, οι ΗΠΑ έχουν αποδείξει στο παρελθόν -όπως μετά το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ και τον πόλεμο του Βιετνάμ- ότι διαθέτουν την ικανότητα να ανακάμπτουν από περιόδους βαθιάς διχόνοιας και αυτοαμφισβήτησης.

Παράλληλα, η επιθετική εξαγωγική ατζέντα του Πεκίνου ενδέχεται να προσκρούσει σύντομα στα όριά της. Καθώς οι κινεζικές επιχειρήσεις εκτοπίζουν τους ανταγωνιστές τους σε διεθνές επίπεδο, ξένες κυβερνήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ μέχρι την Ινδία και το Μεξικό αντιδρούν υψώνοντας εμπορικά εμπόδια για να προστατεύσουν τους δικούς τους παραγωγούς.

Αυτή η «εξαγωγική ατμομηχανή» της Κίνας κινδυνεύει τελικά να τροφοδοτήσει την οργή και την αντίδραση της διεθνούς κοινότητας αντί να λειτουργήσει ως μαγνήτης που θα φέρει άλλες χώρες πιο κοντά της.

Επιπλέον, η πεποίθηση ότι οι γείτονες της Κίνας θα γίνουν πιο υποχωρητικοί όσο αυξάνεται η οικονομική τους εξάρτηση από αυτήν, τίθεται υπό αμφισβήτηση. Παρά τη στρατιωτική ισχύ του Πεκίνου, το Τόκιο (Ιαπωνία) και η Ταϊπέι προβάλλουν σθεναρή αντίσταση στο κινεζικό όραμα για τον έλεγχο της Ταϊβάν και των γύρω υδάτων.

Την ίδια στιγμή, η εγχώρια οικονομία της Κίνας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Οι επιθετικές επενδύσεις στη μεταποίηση δημιούργησαν ένα αποπληθωριστικό σπιράλ, το εγχώριο χρέος διογκώνεται και η ανάπτυξη επιβραδύνεται.

Σύμφωνα με το The Atlantic, η μετάβαση σε μια οικονομία υψηλής τεχνολογίας προκαλεί κοινωνικές πιέσεις, όπως το ιστορικό ρεκόρ ανεργίας στους νέους, ενώ η υπογεννητικότητα προμηνύει μια δημογραφική κρίση όπου όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό συνταξιούχων.

Το ρίσκο του πόκερ

Παρά τις προκλήσεις, η ηγεσία της Κίνας παραμένει πεπεισμένη ότι τα προβλήματα των ΗΠΑ είναι σοβαρότερα από τα δικά της.

Το Πεκίνο ποντάρει μακροπρόθεσμα στο ότι οι ΗΠΑ επιταχύνουν την παρακμή τους, που θα καταστήσει τον ρόλο της Κίνας κεντρικό σε μια νέα παγκόσμια τάξη.

Το αν αυτό το ρίσκο θα αποδώσει, καταλήγει το The Atlantic, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις επόμενες κινήσεις των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών.