G20: Ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης για την επιστροφή της Ρωσίας στη Σύνοδο – Οι αντιδράσεις και το μπλόκο στην «οικογενειακή» φωτογραφία

Η διήμερη σύνοδος των υπουργών Οικονομικών της G20 στο Άσβιλ των ΗΠΑ προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, λόγω της απόφασης της κυβέρνησης Τραμπ να επαναφέρει τη Ρωσία στις συναντήσεις. Η παρουσία του Ρώσου υπουργού Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ οδήγησε σε διπλωματική αντιπαράθεση και στην άρνηση των Ευρωπαίων να συμμετάσχουν στην καθιερωμένη «οικογενειακή» φωτογραφία.

G20 ΗΠΑ Ευρώπη

Φωτογραφία: Reuters

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Σοβαρές αναταράξεις στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους προκαλεί η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να επαναφέρει τη Ρωσία στις συναντήσεις της G20, με την Ευρώπη να επιμένει στη γραμμή της πλήρους απομόνωσης της Μόσχας.
  • Η παρουσία του Ρώσου υπουργού Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση των Ευρωπαίων αξιωματούχων, με τον Γερμανό υπουργό Λαρς Κλινγκμπάιλ να δηλώνει ότι «δεν θα ποζάρει για μια ομαδική φωτογραφία με τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών».
  • Η κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό του αμερικανικού Κογκρέσου, ενώ η σύνοδος εστίασε επίσης στην ισχυρότερη ανάπτυξη και τη μείωση του παγκόσμιου χρέους.

Σοβαρές αναταράξεις στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους προκαλεί η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να επαναφέρει τη Ρωσία στις συναντήσεις των κορυφαίων οικονομικών αξιωματούχων του πλανήτη.

Η διήμερη σύνοδος των υπουργών Οικονομικών της G20, στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας, μετατράπηκε σε πεδίο διπλωματικής αντιπαράθεσης, καθώς η Ευρώπη επιμένει στη γραμμή της πλήρους απομόνωσης της Μόσχας εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία.

Η παρουσία του Ρώσου υπουργού Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ, τη Δευτέρα στις εργασίες της συνόδου αποτελεί μια απότομη στροφή σε σύγκριση με την τακτική που ακολουθούσαν οι ΗΠΑ μετά την εισβολή του 2022.

Στο περιθώριο των συνομιλιών, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, πραγματοποίησε μάλιστα κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Σιλουάνοφ.

Φωτογραφία: Reuters

«Ο υπουργός Μπέσεντ είχε μια παραγωγική συνάντηση με τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών», δήλωσε στο Politico η Έριν Μπράουν, υφυπουργός Οικονομικών για διεθνείς υποθέσεις. «Του μεταέφερε ότι ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει και ότι θέλουμε να δούμε μια ειρηνική έκβαση».

Εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών ανέφερε παράλληλα ότι οι δύο πλευρές συζήτησαν «το σχέδιο του Τραμπ για την ειρήνη και την οικονομική ανάπτυξη».

Η Μπράουν ξεκαθάρισε πως η συμπερίληψη της Ρωσίας ήταν απόφαση του Λευκού Οίκου, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Ακολουθούμε το πρωτόκολλο του Λευκού Οίκου».

Από την πλευρά του, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίστηκε την απόφασή του όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους.

«Μας αρέσει να τα πάμε καλά με όλους. Ένας από τους λόγους που είμαι τόσο επιτυχημένος είναι ότι τα πάω καλά με όλους», είπε χαρακτηριστικά.

Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες από πηγή που επικαλείται το Poliitco και γνώριζε το περιεχόμενο της ιδιωτικής συνάντησης, ο Μπέσεντ κατέστησε σαφές στον Σιλουάνοφ ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να παράσχουν καμία οικονομική ανακούφιση στη Ρωσία μέχρι να τερματιστεί ο πόλεμος.

Όταν ο Ρώσος υπουργός «επιχείρησε να συζητήσει τομείς κοινού ενδιαφέροντος για την ανάληψη δράσης, ο υπουργός Μπέσεντ τον διέκοψε απότομα και είπε ότι τίποτα δεν είναι δυνατόν να γίνει μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος».

Η οργή των Ευρωπαίων

Η παρουσία του Σιλουάνοφ συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση των Ευρωπαίων αξιωματούχων που βρέθηκαν στο Άσβιλ, προκαλώντας αναστατώνωση ακόμα και στον σχεδιασμό της καθιερωμένης «οικογενειακής» φωτογραφίας.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στάση της κυβέρνησης Μπάιντεν, σημειώνει το Politico. Το 2022, η τότε υπουργός Οικονομικών Τζάνετ Γιέλεν και άλλοι Δυτικοί αξιωματούχοι είχαν αποχωρήσει επιδεικτικά από τη σύνοδο της G20 την ώρα που έπαιρνε τον λόγο ο Ρώσος εκπρόσωπος.

Ο Πολωνός υπουργός Οικονομικών Αντρέι Ντομάνσκι, δήλωσε στο Reuters δυσαρεστημένος από τη ρωσική εκπροσώπηση, αν και αναγνώρισε το δικαίωμα των διοργανωτών να προσκαλούν φιλοξενούμενους.

«Δεν εμπιστευόμαστε τη Ρωσία. Λένε ψέματα συνεχώς και πρέπει να είσαι πραγματικά, πάρα πολύ προσεκτικός όταν συζητάς μαζί τους», τόνισε, υπογραμμίζοντας πως η Ρωσία είναι ο επιτιθέμενος στη σύγκρουση με την Ουκρανία.

«Επομένως, για μένα θα ήταν πολύ δύσκολο να έχω οποιουδήποτε είδους συνομιλία με τη Ρωσία».

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι κατέστησε σαφές πως «δεν θα ποζάρει για μια ομαδική φωτογραφία με τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών», υπενθυμίζοντας ότι μια τέτοια φωτογραφία δεν είχε βγει τα τελευταία χρόνια.

Ο Γερμανός αξιωματούχος υπογράμμισε ότι συντόνισε τη στάση του με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ομολόγους του.

«Η ενιαία προσέγγιση των Ευρωπαίων είχε ως τελικό αποτέλεσμα η ομαδική φωτογραφία να πραγματοποιηθεί χωρίς τον Ρώσο υπουργό Οικονομικών και χωρίς τη ρωσική αντιπροσωπεία», τόνισε ο Κλινγκμπάιλ.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών απέφυγε να σχολιάσει το παρασκήνιο της φωτογραφίας, αλλά τη Δευτέρα το βράδυ έδωσε στη δημοσιότητα το στιγμιότυπο, από το οποίο απουσίαζε ο Ρώσος αξιωματούχος.

Φωτογραφία: AFP

Ο Κλινγκμπάιλ πρόσθεσε επίσης ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να «πει στη μουρη στον Ρώσο υπουργό Οικονομικών» ότι η ρωσική κυβέρνηση πρέπει να βάλει τέλος στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.

Εσωτερικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ

Η κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό του αμερικανικού Κογκρέσου.

Η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν από το Νιου Χάμσαϊρ, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, ασκώντας δριμεία κριτική, ανέφερε σε δήλωσή της: «Η κυβέρνηση Τραμπ πρέπει να ασκήσει πίεση στον Πούτιν και τους ευνοούμενους του, όχι να τους προσφέρει βήμα».

Η ίδια κάλεσε παράλληλα τη Βουλή των Αντιπροσώπων να προχωρήσει στην υπερψήφιση του νέου πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας, το οποίο εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία από τη Γερουσία νωρίτερα αυτόν τον μήνα.

Εστίαση στην ανάπτυξη και το παγκόσμιο χρέος

Ο Μπέσεντ ανέφερε στους δημοσιογράφους ότι η ισχυρότερη ανάπτυξη είναι ο καλύτερος δρόμος για την έξοδο από την συσσώρευση χρέους που δημιουργήθηκε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την πανδημία της Covid-19.

Τα επίπεδα του παγκόσμιου χρέους έφτασαν νωρίτερα φέτος στο ρεκόρ των σχεδόν 353 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, προκαλώντας ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

«Ο κόσμος είναι κατακλυσμένος από χρέος μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και μετά την Covid, και ο μόνος τρόπος για να βγούμε από αυτό είναι να αναπτυχθούμε», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών κατά την έναρξη της συνόδου.

«Είμαι βέβαιος ότι πολλοί από τους ηγέτες είναι πολύ δεκτικοί σε αυτό», πρόσθεσε.


Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών προχώρησε επίσης στην ασυνήθιστη κίνηση να προσκαλέσει προσωπικότητες του ιδιωτικού τομέα να συμμετάσχουν σε ορισμένες συνεδριάσεις της G20, αποτυπώνοντας την οπτική της κυβέρνησης Τραμπ ότι η ανάπτυξη εξυπηρετείται καλύτερα μέσω της απορρύθμισης, της αυξημένης παραγωγής ενέργειας και της ενίσχυσης της καινοτομίας, μεταδίδει το Reuters.

Ο Μπέσεντ σημείωσε σε μία από τις συνεδριάσεις ότι η παγκόσμια ανάπτυξη απέδιδε κάτω από τις δυνατότητές της για πάρα πολύ καιρό και ότι στις αιτίες δεν μπορούν πλέον να περιλαμβάνονται «αποτυχίες πολιτικής δικής μας κατασκευής».

Στη σύνοδο συμμετείχε και ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), Κέβιν Γουόρς, στην πρώτη του διεθνή σύνοδο οικονομικής πολιτικής από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Μάιο, δηλώνοντας ότι ανυπομονεί να μάθει περισσότερα για τις προοπτικές ανάπτυξης.

Ο Μπέσεντ υπογράμμισε επίσης την ισχυρή ανάπτυξη των ΗΠΑ, η οποία επωφελήθηκε από επενδύσεις σε υποδομές AI – εξέλιξη που συνέβαλε παράλληλα στην αύξηση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων, απορροφώντας αποταμιεύσεις που προηγουμένως συγκρατούσαν χαμηλά το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ.

Στις εργασίες της Τρίτης, οι ΗΠΑ αναμένεται να εστιάσουν στη μείωση των παγκόσμιων εμπορικών ανισορροπιών, με τον Μπέσεντ να δηλώνει ότι θα καλέσει τα μέλη της G20 να επανεξετάσουν τους εμπορικούς τους όρους με την Κίνα, ώστε να ασκηθεί πίεση στο Πεκίνο να αναπροσανατολίσει την οικονομία του από τις εξαγωγές προς την εγχώρια κατανάλωση.

Αποκλεισμός δημοσιογράφων

Ένα ακόμη ζήτημα που προκάλεσε επικρίσεις ήταν η απόφαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να αρνηθεί τη διαπίστευση σε συγκεκριμένους δημοσιογράφους και ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων δημοσιογραφικών ομάδων του Bloomberg News και συγκεκριμένων ρεπόρτερ των New York Times και της Wall Street Journal.

«Πιστεύω ότι ο Τύπος έχει ένα απολύτως θεμιτό συμφέρον να καλύπτει ανοιχτά και ελεύθερα αυτή τη σύνοδο κορυφής της G20», δήλωσε ο Κλινγκμπάιλ. «Θεωρώ απαράδεκτο να αποκλείονται δημοσιογράφοι ή ολόκληρες συντακτικές ομάδες».

Εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών ανέφερε ότι περισσότεροι από 300 εκπρόσωποι των ΜΜΕ καλύπτουν το γεγονός -μεταξύ των οποίων και άλλος δημοσιογράφος των New York Times-, προσθέτοντας ότι η πρόσβαση συνοδεύεται από την «ευθύνη για μεταφορά πραγματικών πληροφοριών που συνάδουν με τα καθιερωμένα δημοσιογραφικά πρότυπα».