Τα τουρκικά S-400 στον Αραβικό Κόλπο; – Ανάλυση του Μάριου Ευθυμιόπουλου

Η πιθανή μεταφορά των τουρκικών S-400 σε χώρα του Κόλπου συνδέεται με την προσπάθεια της Άγκυρας να περιορίσει τα εμπόδια στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Κατάρ εμφανίζει μεγαλύτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον ως πιθανός αποδέκτης σε σχέση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ωστόσο, ακόμη και η απομάκρυνση του συστήματος δεν εγγυάται την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 ή την πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με τη Δύση.

S-400

Η συζήτηση περί πιθανής μεταφοράς ή πώλησης του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 από την Τουρκία προς χώρα του Κόλπου επανήλθε στο προσκήνιο ύστερα από δημοσιεύματα του τουρκικού και διεθνούς Τύπου. Το ενδεχόμενο αυτό συνδέεται με την προσπάθεια της Άγκυρας να απομακρύνει το βασικό εμπόδιο που οδήγησε στις κυρώσεις CAATSA και στον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των F-35.

Η ανάλυση δεν πρέπει να περιορίζεται στην εμπορική διάσταση ενός εξοπλιστικού προγράμματος αλλά να εξετάζεται μέσα από το ευρύτερο γεωπολιτικό και στρατηγικό πλαίσιο της Μέσης Ανατολής.

Η παρακάτω εκτίμηση βασίζεται στην πολυετή εμπειρική γνώση της περιοχής. Υπό αυτά τα δεδομένα, πιστεύεται πως και μόνο η αναφορά προς πώληση των S-400 προς στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν αποτελεί το πιθανότερο σενάριο. Εάν τελικά πραγματοποιηθεί, θα πρέπει να ερμηνευθεί κυρίως ως μέρος ενός ευρύτερου πλαισίου οικονομικών ανταλλαγών, εμπορικών διευθετήσεων και στρατηγικών επενδύσεων μεταξύ Άγκυρας και Αμπού Ντάμπι και όχι ως πραγματική στρατηγική επιχειρησιακή αναγκαιότητα των Εμιράτων.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν επενδύσει στη διαλειτουργικότητα. Μεταξύ άλλων και με τις ΗΠΑ, στις Συμφωνίες του Αβραάμ και στη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, μεταξύ άλλων. Είναι γεγονός πως έχουν στρατηγική σχέση και με Ρωσία (τον παραγωγό των S400). Παράλληλα, διαθέτουν ήδη ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας με THAAD και Patriot και όχι μόνο, γεγονός που καθιστά περιορισμένη την επιχειρησιακή αξία ενός συστήματος S-400 και βεβαίως στην αντιμετώπιση των Drone δεν έχουν και μέγιστη χρηστικότητα.

Αντίθετα, το Κατάρ ακολουθεί πολιτική στρατηγικής εξισορρόπησης όπως και δυνάμεων. Φιλοξενεί την αμερικανική βάση Al Udeid, τη μεγαλύτερη στρατιωτική εγκατάσταση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, ενώ διατηρεί στενή συνεργασία με την Τουρκία και επιπλέον ακόμα πιο ουσιαστικά από το 2017, ανοικτούς στρατηγικούς διαύλους με τη Ρωσία και συνεχή επικοινωνία με το Ιράν και παίζει πολύ το επικοινωνιακό και διαμεσολαβητικό χαρτί υψηλής διαπραγμάτευσης.

Μετά την κρίση του 2017 και τον αποκλεισμό του από αρκετά κράτη του Συμβουλίου Αραβικών Κρατών, Gulf Cooperation Council (GCC), η Τουρκία αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς και οικονομικούς υποστηρικτές του Κατάρ. Και όλα αυτά σε μια νύχτα. Εμπορικής επάρκειας που έδωσε η Τουρκία προς το Κατάρ με ανταλλάγματα ναυτική βάση και έρευνα και τεχνολογία όπως και πανεπιστημιακή συνεργασία με Τουρκία. Μία πιθανή αγορά S-400 από τη Ντόχα, είναι αντάλλαγμα. Θα είχε επομένως σαφώς μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως έμμεση στήριξη προς την Τουρκία και ως διευκόλυνση της επαναπροσέγγισής της με τη Δύση αλλά και του Κατάρ προς τη Δύση στο σύνολο και κυρίως των ΗΠΑ.

Παράλληλα, μία τέτοια μεταφορά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πολιτική «διέξοδος» για την Άγκυρα. Η απομάκρυνση των S-400 από τουρκικό έδαφος θα αφαιρούσε το βασικό εμπόδιο, αν και δεν πιστεύεται πως είναι το μόνο, που επικαλούνται οι Ηνωμένες Πολιτείες αναφορικά με τη συνύπαρξη του συστήματος με τα F-35, δημιουργώντας θεωρητικά περισσότερο πολιτικό χώρο για επανεκκίνηση του διαλόγου σχετικά με τη συμμετοχή της Τουρκίας σε δυτικά εξοπλιστικά προγράμματα. Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, καθώς εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά ζητήματα στρατηγικής αξιοπιστίας. Επιπλέον πρέπει να προσέξουμε την χρήση είτε μηχανών είτε άλλων αγορών αμυντικών εξοπλισμών γιατί η Τουρκία τα χρησιμοποιεί ως reverse engineering.

Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η συζήτηση αυτή είναι σημαντική. Δεν αφορά απλώς μία πιθανή μεταφορά εξοπλισμού. Αφορά τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής, τη διατήρηση της δυτικής τεχνολογικής υπεροχής, τις σχέσεις μας με το Ισραήλ που πρέπει να εμβαθύνουμε πρακτικά και με χρονοδιαγράμματα όπως και επενδύσεις σε υποδομές, και τις μελλοντικές ισορροπίες μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ρωσίας, Τουρκίας και Ιράν. Τα γεγονότα εξελίσσονται ραγδαία. Αποτελούν μέρος της νέας γεωπολιτικής σκακιέρας. Θα επιβιώσει αυτός που επιθυμεί να ηγηθεί. Και πρέπει να το προσέξουμε πραγματιστικά και όχι θεωρητικά ή μέσω δικαιολογιών όπως η πολιτική κατευνασμού που απλά δεν λειτουργεί με βάσει τα σημερινά δεδομένα, προκλήσεις αλλά και προοπτικές.