Συρία: Το «εργαστήρι επιρροής» και το γεωστρατηγικό μέλλον της ευρύτερης περιοχής

Η νέα Συρία βρίσκεται απέναντι σε μία πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφωθεί. Στον βορρά, η Τουρκία διαθέτει βαθιά στρατιωτική και πολιτική επιρροή. Στον νότο, το Ισραήλ αντιμετωπίζει το Γκολάν και τις γύρω θέσεις ως ζωτικό χώρο ασφαλείας. Θα αφήσει το Ισραήλ τη νέα Συρία να εξελιχθεί στρατιωτικά υπό ισχυρή τουρκική επιρροή;

Συρία

Φωτογραφία: Reuters

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η ισραηλινή επίθεση στη βάση Abu al-Duhur στη Συρία, εντάσσεται στην ευρύτερη γεωστρατηγική αντιπαράθεση Ισραήλ και Τουρκίας για τον έλεγχο και τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής.
  • Η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει τη μακροχρόνια στρατιωτική της παρουσία στη Συρία σε μόνιμο πλεονέκτημα, την ώρα που το Ισραήλ θεωρεί ζωτικό χώρο ασφαλείας τα Υψίπεδα του Γκολάν και τις γύρω περιοχές.
  • Οι ανακατάξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα την Ανατολική Μεσόγειο, καθιστώντας απαραίτητη τη στρατηγική προετοιμασία και αποτροπή για την Ελλάδα και την Κύπρο απέναντι στις τουρκικές κινήσεις.

Η ισραηλινή επίθεση στην αεροπορική βάση Abu al-Duhur στη βορειοδυτική Συρία στις 18 Αυγούστου 2026 αποτελεί ένα από τα παραπολιτικά στρατιωτικά επεισόδια του συριακού πολέμου. Τα ισραηλινά πλήγματα κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων πρέπει να αναγνωσθούν και να αναλυθούν όχι ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά μέσα από τη διαμορφούμενη αντιπαράθεση Ισραήλ και Τουρκίας για το γεωστρατηγικό μέλλον της Συρίας.

Η τουρκική στρατιωτική παρουσία δεν είναι καινούργια. Στις 24 Αυγούστου 2016 ξεκίνησε η επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη», δημιουργώντας τουρκική ζώνη επιρροής από την Jarabulus προς al-Bab και A’zaz. Τον Ιανουάριο του 2018 ακολούθησε η επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» στην Afrin και στις 9 Οκτωβρίου 2019 η «Πηγή Ειρήνης», δημιουργώντας νέα ζώνη μεταξύ Tel Abyad και Ras al-Ayn. Το 2020 η Idlib αποτέλεσε νέο πεδίο άμεσης τουρκικής στρατιωτικής εμπλοκής.

Η Τουρκία επομένως, ήδη από την περίοδο Άσαντ, απέκτησε στρατηγικό βάθος εντός της Συρίας. Δεν φαίνεται σήμερα διατεθειμένη να το παραδώσει. Βάσεις, στρατιωτικά φυλάκια, logistics, εκπαίδευση δυνάμεων και πολιτική επιρροή συγκροτούν μια παρουσία που επιχειρεί πλέον να μετασχηματίσει σε μακροχρόνιο στρατηγικό πλεονέκτημα.

Υπάρχει όμως και η ισραηλινή πραγματικότητα. Το Ισραήλ κατέχει το μεγαλύτερο μέρος των Υψιπέδων του Γκολάν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του Ιουνίου 1967, περίπου 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το 1981 επέβαλε εκεί την ισραηλινή νομοθεσία και διοίκηση, χωρίς η προσάρτηση να αναγνωρίζεται από το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας. Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, ισραηλινές δυνάμεις κινήθηκαν επιπλέον στη ζώνη διαχωρισμού του 1974 και σε στρατηγικές θέσεις στην περιοχή του όρους Ερμών.

Η νέα Συρία βρίσκεται συνεπώς απέναντι σε μία πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφωθεί. Στον βορρά, η Τουρκία διαθέτει βαθιά στρατιωτική και πολιτική επιρροή. Στον νότο, το Ισραήλ αντιμετωπίζει το Γκολάν και τις γύρω θέσεις ως ζωτικό χώρο ασφαλείας.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι επομένως μόνο ποιος θα ανοικοδομήσει τη Συρία. Είναι ποια Συρία θα ανοικοδομηθεί, με ποια πραγματική κυριαρχία και κυρίως με ποια αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Και εδώ αρχίζει η «κοπή της πίτας». Ενέργεια, ηλεκτρισμός, αεροδρόμια, κατασκευές, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές και logistics αποτελούν πεδία οικονομικού και πολιτικού ανταγωνισμού. Σαουδική Αραβία, Κατάρ, ΗΑΕ και Τουρκία αντιλαμβάνονται τη Συρία όχι μόνο ως πρόβλημα ασφαλείας αλλά ως μελλοντικό οικονομικό και γεωπολιτικό χώρο.

Η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιαστεί στις αραβικές χώρες ως σταθεροποιητής, εγγυητής ασφάλειας και βασικός παράγοντας ανοικοδόμησης. Ταυτόχρονα επιχειρεί να προβληθεί ως περιφερειακό αντίβαρο απέναντι στο Ισραήλ.

Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: θα αφήσει το Ισραήλ τη νέα Συρία να εξελιχθεί στρατιωτικά υπό ισχυρή τουρκική επιρροή; Θα αποδεχθεί έναν οργανωμένο συριακό στρατό με τουρκική εκπαίδευση, UAV, οπλικά συστήματα, αντιαεροπορικές δυνατότητες και πιθανές τουρκικές βάσεις κοντά στις ισραηλινές γραμμές ασφαλείας;

Μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει ισραηλινά στρατιωτικά πλήγματα στο διεθνώς αναγνωρισμένο έδαφος της Τουρκίας. Αυτή η διάκριση είναι εξαιρετικά σημαντική. Άλλο η προσβολή εγκαταστάσεων σε συριακό έδαφος και άλλο η επίθεση στην τουρκική επικράτεια. Το ερώτημα όμως γίνεται δυσκολότερο όταν η αντιπαράθεση μεταφέρεται σε κατεχόμενα εδάφη,αμφισβητούμενες περιοχές ή τουρκικές στρατιωτικές υποδομές εκτός Τουρκίας.

Και εδώ αναπόφευκτα εισέρχεται στην εξίσωση η Κύπρος και τα Κατεχόμενα αυτής, για τα οποία λύση δεν υπάρχει μέχρι σήμερα. Η τουρκική αδιαλλαξία παραμένει και πλέον η ίδια η Άγκυρα
βάζει, άμεσα ή έμμεσα, την κατεχόμενη περιοχή στην ευρύτερη περιφερειακή εξίσωση, είτε το θέλουμε είτε όχι. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Χαμάς, η πολιτική υποστήριξη που της παρέχει και
η συνολικότερη προσπάθεια δημιουργίας στρατηγικού βάθους απέναντι στο Ισραήλ δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον. Εάν αυτή η πολιτική εξελιχθεί σε προσπάθεια στρατηγικής περικύκλωσης του Ισραήλ, μπορεί να αποδειχθεί ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά λάθη της Τουρκίας.

Η σημασία της Κύπρου δεν είναι θεωρητική. Στις 20 Αυγούστου 2026 καταγγέλθηκε παρουσία μη εξουσιοδοτημένων τουρκικών στρατιωτικών αεροσκαφών και UAV κοντά σε κρίσιμες αεροπορικές διαδρομές της Λάρνακας και της Πάφου. Παράλληλα, τουρκικό στρατιωτικό A400M με διακριτικό TUAF770 ενεπλάκη σε περιστατικό επικίνδυνης εγγύτητας με επιβατικό Boeing 737-800 στο FIR Λευκωσίας, ενεργοποιώντας προειδοποίηση του συστήματος ελέγχου.

Η τουρκική στρατιωτική παρουσία επομένως δεν αφορά μόνο τη Συρία. Βρίσκεται ήδη στον αέρα της Ανατολικής Μεσογείου και επηρεάζει άμεσα την Κύπρο. UAV, στρατιωτικά αεροσκάφη και επιχειρησιακές δραστηριότητες μπορούν να προκαλέσουν λανθασμένους υπολογισμούς και αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Στην ίδια εξίσωση βρίσκεται ο Λίβανος. Το μέλλον του λιβανικού κράτους, η Hezbollah, ο έλεγχος των όπλων και η ισραηλινή στρατηγική ασφαλείας αποτελούν τμήματα της ίδιας περιφερειακής αναδιάταξης. Συρία και Λίβανος δεν μπορούν πλέον να αναλύονται απομονωμένα.

Υπάρχει όμως και η μεγαλύτερη γεωοικονομική εικόνα. Η Ινδία θα διαδραματίσει αυξανόμενο ρόλο. Το εμπόριο Ινδίας–ΗΑΕ ξεπέρασε τα 100 δισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2024-25, ενώ εκείνο Ινδίας–Σαουδικής Αραβίας κινήθηκε περίπου στα 42 δισ. δολάρια. Η προστασία των εμπορικών, ενεργειακών και θαλάσσιων διαδρομών που συνδέουν την Ινδία, τον Κόλπο και την Ανατολική Μεσόγειο μετατρέπεται σε στρατηγικό ζήτημα.

Οι νέες συμμαχίες παρουσιάζονται με το περίβλημα της «ασφάλειας», της «σταθερότητας» και της θρησκευτικότητας. Πίσω τους όμως βρίσκεται σε σημαντικό βαθμό το εμπόριο: ενέργεια, επενδύσεις, λιμένες, τεχνολογία, άμυνα, υποδομές και εφοδιαστικές αλυσίδες. Όποιος συμμετέχει στην ανοικοδόμηση αποκτά επιρροή. Όποιος μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια αποκτά στρατηγικό ρόλο.

Η Συρία είναι ήδη το «εργαστήριο» της νέας πραγματικότητας. Αλλά αυτό το γνωρίζαμε ήδη. Ελλάδα και Κύπρος έπρεπε και πρέπει να αναλύσουν, να προετοιμαστούν και να επενδύσουν χρόνο πολύ προσεκτικά στο τι πρέπει ή θα μπορούσε να γίνει εάν οι εξελίξεις επιταχυνθούν.

Το μήνυμα είναι απλό: αλλάζουν ήδη οι ισορροπίες ισχύος. Αλλάζουν γρήγορα οι πραγματικότητες επί του εδάφους. Οι επιλογές είναι συγκεκριμένες, με κανόνες εμπλοκής, πολιτική προετοιμασία, αποτροπή και στρατηγική αντίληψη. Πολιτικά, οι εξελίξεις μπορούν να διαμορφώσουν νέα δεδομένα σε πολλές χώρες, μεταξύ αυτών στην Ελλάδα, στην Κύπρο αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ευρώπη εξακολουθεί να φοβάται το πολιτικό κόστος και συχνά περιορίζεται στην προσπάθεια αντιμετώπισης υβριδικών απειλών αντί να δημιουργεί η ίδια συνθήκες αποτροπής. Η Ελλάδα όμως πρέπει να λειτουργήσει με πολιτική ψυχολογία, στρατηγική αντίληψη και πολιτική ευκαιρίας. Να γνωρίζει πότε απαιτείται πρωτοβουλία, πότε αποτροπή και πότε αδιαπραγμάτευτες κόκκινες γραμμές. Η πολιτική κατευνασμού από μόνη της δεν λειτουργεί ως στρατηγική.

Η Κύπρος αντίστοιχα πρέπει να συνδέσει την πραγματικότητα της κατοχής με τις νέες συνθήκες ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή για όσα έρχονται. Υπάρχει όμως ανάγκη προετοιμασίας.

Η ρευστότητα δημιουργείται από τη μία ημέρα στην άλλη. Και όποιος δεν το αντιληφθεί εγκαίρως, θα κληθεί αύριο να αποδεχθεί πραγματικότητες που άλλοι δημιούργησαν σήμερα.

Δρ. Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος, Διευθυντής Strategy International (SI), Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University – School of Politics and Diplomacy