Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα επιβεβαίωσε ότι η Συμμαχία εισέρχεται σε μία νέα στρατηγική φάση, με την Τουρκία να προβάλλει ως βασικός πυλώνας της νοτιοανατολικής πτέρυγάς του.
- Πρόκειται για μια κλασική γεωπολιτική επιλογή των ΗΠΑ, με τον Thomas J. Barrack Jr. να διαμορφώνει μεγάλο μέρος της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή και να θεωρεί την Άγκυρα αναντικατάστατο εταίρο.
- Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές απαιτούν ψυχραιμία και σοβαρή στρατηγική προετοιμασία, καθώς η Τουρκία αποκτά αυξημένο ειδικό βάρος στη δυτική στρατηγική λόγω της γεωπολιτικής της αξίας.
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (7-8 Ιουλίου 2026) δεν αποτέλεσε ακόμη μία τακτική συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας. Επιβεβαίωσε ότι το ΝΑΤΟ εισέρχεται σε μία νέα στρατηγική φάση, όπου η προτεραιότητα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην ανάσχεση της Ρωσίας, αλλά επεκτείνεται στην προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, των ενεργειακών διαδρόμων, των κρίσιμων υποδομών και της συνολικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Οι αποφάσεις της Συνόδου κινήθηκαν ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Η Συμμαχία επανέλαβε τη δέσμευσή της για ενίσχυση των αμυντικών δαπανών, αύξηση της αμυντικής παραγωγής και περαιτέρω στήριξη της Ουκρανίας, ενώ η Τουρκία προέβαλε ως βασικός πυλώνας της νοτιοανατολικής πτέρυγάς του.
Στο πλαίσιο αυτό, η γεωγραφία εξακολουθεί να καθορίζει τη στρατηγική. Η Τουρκία ελέγχει τα Στενά, βρίσκεται στο σταυροδρόμι Βαλκανίων, Καυκάσου, Μαύρης Θάλασσας και Μέσης Ανατολής και διαθέτει πλέον μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία. Παρά τις διαφωνίες της με αρκετούς δυτικούς συμμάχους, η Άγκυρα παραμένει για την Ουάσιγκτον ένας εταίρος που δύσκολα μπορεί να υποκατασταθεί.
Δεν πρόκειται για πολιτική επιβράβευση της τουρκικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για μια κλασική γεωπολιτική επιλογή. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν λειτουργούν με συναισθηματικά ή ιστορικά κριτήρια. Επιλέγουν τους εταίρους που εξυπηρετούν αποτελεσματικότερα τα στρατηγικά τους συμφέροντα στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία.
Η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε και στις δημόσιες παρεμβάσεις του Προέδρου Recep Tayyip Erdoğan κατά τη διάρκεια της Συνόδου. Ο Τούρκος Πρόεδρος ζήτησε την άρση των περιορισμών στην αμυντική συνεργασία με την Τουρκία, υποστήριξε την πλήρη συμμετοχή της στις ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες και ανακοίνωσε σημαντική αύξηση των τουρκικών αμυντικών δαπανών, με ιδιαίτερη έμφαση στο πρόγραμμα αντιαεροπορικής άμυνας «Steel Dome». Παράλληλα, ο Donald Trump εμφανίσθηκε θετικός στην επανεξέταση κυρώσεων κατά της Άγκυρας και άφησε ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο επαναφοράς της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, παρότι γνωρίζει ότι υπάρχουν σοβαρές αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο.
Πίσω όμως από αυτή τη νέα αμερικανική προσέγγιση δεν βρίσκεται μόνο η γνωστή προσωπική σχέση Trump–Erdoğan.
Ο άνθρωπος που διαμορφώνει μεγάλο μέρος της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή
Υπάρχει ένας άνθρωπος που σήμερα διαμορφώνει μεγάλο μέρος της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή. Ο Thomas J. Barrack Jr.
Ο Barrack δεν είναι διπλωμάτης καριέρας. Είναι ένας από τους παλαιότερους και στενότερους συνεργάτες του Donald Trump, άνθρωπος της απόλυτης προσωπικής του εμπιστοσύνης. Ως πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Άγκυρα, αλλά ταυτόχρονα και ειδικός προεδρικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, συγκεντρώνει αρμοδιότητες που σπανίως ανατίθενται σε ένα μόνο πρόσωπο. Η αποστολή του είναι σαφής.
Να αποκαταστήσει πλήρως τις σχέσεις Ουάσινγκτον–Άγκυρας μετά την κρίση των S-400, τον αποκλεισμό της Τουρκίας από τα F-35 και τις σοβαρές διαφωνίες για τη Συρία.
Η φιλοσοφία του Barrack είναι επίσης ξεκάθαρη: χωρίς την Τουρκία δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή. Για τον ίδιο, η Άγκυρα αποτελεί τον φυσικό περιφερειακό πυλώνα πάνω στον οποίο μπορεί να οικοδομηθεί η μεταπολεμική ισορροπία στη Συρία και ευρύτερα στην περιοχή.
Από αυτή τη λογική προέρχονται και οι ιδιαίτερα συζητημένες δηλώσεις του για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν υποστήριξε ότι επί αιώνες λειτούργησε ως παράγοντας σχετικής σταθερότητας, ενώ πολλά από τα σημερινά προβλήματα δημιουργήθηκαν μετά τη χάραξη των συνόρων από τις αποικιακές δυνάμεις μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα, την Κύπρο αλλά και σε αρκετές αραβικές χώρες. Ωστόσο, ο Barrack φαίνεται να χρησιμοποιεί την ιστορία ως εργαλείο γεωπολιτικής ανάλυσης και όχι ως αντικείμενο ιστορικής αποτίμησης. Το μήνυμά του είναι ότι η Τουρκία διαθέτει ιστορικό, πολιτισμικό και γεωγραφικό βάθος που μπορεί να αξιοποιηθεί στη νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η σημερινή κυβέρνηση Trump επενδύει τόσο έντονα στην επαναφορά της Τουρκίας στον πυρήνα της δυτικής στρατηγικής.
Ψυχραιμία και σοβαρή στρατηγική προετοιμασία
Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές απαιτούν ψυχραιμία, αλλά και σοβαρή στρατηγική προετοιμασία. Η χώρα μας εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πλέον αξιόπιστους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη και οι υπόλοιπες στρατιωτικές υποδομές διατηρούν εξαιρετική σημασία για τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ενώ η συνέπεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εξακολουθεί να αναγνωρίζεται στην Ουάσιγκτον. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη νέα πραγματικότητα.
Η Τουρκία φαίνεται να αποκτά αυξημένο ειδικό βάρος στη δυτική στρατηγική. Όχι επειδή άλλαξε χαρακτήρα ή εγκατέλειψε τον αναθεωρητισμό της, αλλά επειδή η γεωπολιτική της αξία θεωρείται σήμερα ιδιαίτερα χρήσιμη για τα αμερικανικά συμφέροντα. Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η Τουρκία αναβαθμίζεται. Αυτό ήδη συμβαίνει.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει την πολιτική βούληση, τη στρατηγική διορατικότητα και την εθνική συνεννόηση ώστε να αξιοποιήσει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα και να διατηρήσει ουσιαστικό ρόλο στη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Η αφύπνιση δεν μπορεί να περιμένει. Στη γεωπολιτική, ο χρόνος δεν συγχωρεί όσους αντιλαμβάνονται τις μεταβολές του διεθνούς συστήματος όταν αυτές έχουν ήδη παγιωθεί.
Γράφει ο Δρ Δημήτρης Σταθακόπουλος
