Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στη Μέση Ανατολή βασίζεται πλέον στην ικανότητα διαρκούς παραγωγής στρατηγικής ισχύος, όπου οικονομία, τεχνολογία και βιομηχανία λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα.
- Ενώ χώρες όπως το Ισραήλ και η Τουρκία επενδύουν στην έρευνα, την ανάπτυξη και την εγχώρια αμυντική παραγωγή, η Ελλάδα κατευθύνει σημαντικό μέρος των αμυντικών πόρων σε εισαγωγές έτοιμων συστημάτων.
- Απαιτείται αλλαγή στρατηγικής για την Ελλάδα, με εικοσαετές σχέδιο αμυντικής βιομηχανικής πολιτικής, υποχρεωτική εγχώρια συμμετοχή και ισχυρή διασύνδεση πανεπιστημίων, επιχειρήσεων και κράτους.
Η στρατηγική εικόνα της Μέσης Ανατολής έχει μεταβληθεί ριζικά. Δεν πρόκειται πλέον για μια περιφέρεια όπου κυριαρχούν αποκλειστικά οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά για έναν χώρο όπου οικονομία, τεχνολογία, βιομηχανία και αποτροπή λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα παραγωγής ισχύος. Οι εξελίξεις μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, η αστάθεια στη Συρία και στον Λίβανο, οι επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα και ο ανταγωνισμός για ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές αποδεικνύουν ότι η νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας βασίζεται πλέον στην ικανότητα διαρκούς παραγωγής στρατηγικής ισχύος.
Σύμφωνα με ανοικτά στοιχεία του SIPRI, οι παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες ξεπέρασαν τα 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2024. Τα κράτη του ΝΑΤΟ αντιπροσωπεύουν περίπου 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια, ενώ η Συμμαχία μεταφέρει σταδιακά το κέντρο βάρους από την απλή αύξηση δαπανών στη βιομηχανική παραγωγή, στις ασφαλείς εφοδιαστικές αλυσίδες, στην τεχνητή νοημοσύνη και στην ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών.
Το Ισραήλ αποτελεί το πλέον επιτυχημένο παράδειγμα. Επενδύει περίπου 5,7% του ΑΕΠ στην έρευνα και ανάπτυξη, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο στον ΟΟΣΑ. Πάνω από το 53% των εξαγωγών του αφορά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, ενώ ο τομέας της κυβερνοασφάλειας προσελκύει περίπου το 40% των παγκόσμιων ιδιωτικών επενδύσεων στον συγκεκριμένο κλάδο. Η αμυντική του βιομηχανία λειτουργεί ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και διπλωματικής επιρροής.
Η Τουρκία αύξησε την εγχώρια συμμετοχή στην αμυντική παραγωγή από περίπου 20% στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε σχεδόν 80% σήμερα. Οι εξαγωγές αμυντικού υλικού ξεπέρασαν τα 7,1 δισεκατομμύρια δολάρια και περισσότερες από 3.500 επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στον αμυντικό και αεροδιαστημικό τομέα. Η αμυντική βιομηχανία αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ επενδύουν δεκάδες δισεκατομμύρια σε τεχνητή νοημοσύνη, ημιαγωγούς, λιμενικές υποδομές, logistics και αμυντικές τεχνολογίες.
Η Σαουδική Αραβία στοχεύει έως το 2030 να παράγει το 50% των αμυντικών προμηθειών της εγχώρια.
Η Ελλάδα παρουσιάζει διαφορετική εικόνα. Αν και δαπανά περίπου 3% του ΑΕΠ για την άμυνα, σημαντικό μέρος αυτών των πόρων κατευθύνεται σε εισαγωγές έτοιμων συστημάτων. Οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη παραμένουν περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ και η αξιοποίηση της εγχώριας βιομηχανίας εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας διαθέτει άνω των 8 δισ. ευρώ για έρευνα και ανάπτυξη, όμως η ελληνική συμμετοχή μπορεί να ενισχυθεί σημαντικά.
Απαιτείται αλλαγή στρατηγικής. Η χώρα χρειάζεται εικοσαετές σχέδιο αμυντικής βιομηχανικής πολιτικής, υποχρεωτική εγχώρια συμμετοχή τουλάχιστον 40%-50% στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, δημιουργία οργανισμού αμυντικής καινοτομίας και ισχυρή διασύνδεση πανεπιστημίων, επιχειρήσεων και κράτους. Η Βόρεια Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε κόμβο αμυντικής παραγωγής, logistics και τεχνολογίας αντί να λειτουργεί αποκλειστικά ως διάδρομος μεταφοράς.
Η νέα εποχή δεν θα ανταμείψει τα κράτη που αγοράζουν περισσότερα όπλα, αλλά εκείνα που παράγουν περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη βιομηχανική αξία και περισσότερη στρατηγική επιρροή. Εκεί βρίσκεται η πραγματική πρόκληση για την ελληνική στρατηγική την επόμενη δεκαετία.
- Γράφει ο Δρ. Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος, Διευθυντής Strategy International (SI) Ltd, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University
