Η ανάλυση των χρυσών ευρημάτων από το θρυλικό ναυάγιο του πειρατή «Σάμιουελ Μπέλαμι» προσφέρει σήμερα την πρώτη αδιάψευστη απόδειξη για την ποιότητα του χρυσού που τροφοδότησε το παγκόσμιο εμπόριο για πάνω από μια χιλιετία.
Μια μελέτη αναλύει το μεγαλύτερο σύνολο χρυσού των Ακάν που έχει ανακτηθεί ποτέ από ένα ακριβώς χρονολογημένο αρχαιολογικό πλαίσιο. Τα αποτελέσματα έρχονται σε αντίθεση με τα αποικιακά χρονικά που για αιώνες κατηγορούσαν τους Αφρικανούς εμπόρους για συστηματική νόθευση του πολύτιμου μετάλλου.
Ο μύθος της νόθευσης του αφρικανικού χρυσού
Για περισσότερα από χίλια χρόνια, ο χρυσός της Δυτικής Αφρικής ήταν ένα από τα πιο περιζήτητα αγαθά στον κόσμο.
Αρχικά τροφοδότησε τις εμπορικές οδούς που διέσχιζαν τη Σαχάρα και, από τον δέκατο πέμπτο αιώνα και μετά, έγινε η κινητήρια δύναμη πίσω από το ευρωπαϊκό θαλάσσιο εμπόριο κατά μήκος των ακτών του Ατλαντικού.
Πορτογάλοι, Ολλανδοί, Άγγλοι, Σουηδοί, Δανοί, Βρανδεμβούργιοι και Γάλλοι έμποροι έχτισαν δεκάδες οχυρά κατά μήκος των 550 χιλιομέτρων της περιοχής που σήμερα αποτελεί την Γκάνα, με έναν κύριο στόχο: Να εξασφαλίσουν το μέταλλο που έρεε από το εσωτερικό της ηπείρου.
Αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, μια υποψία δηλητηρίαζε τις εμπορικές σχέσεις.
Οι Ευρωπαίοι ήταν πεπεισμένοι ότι οι Ακάν —η ομάδα λαών που κατοικούσε στην περιοχή— νόθευαν τον χρυσό που πουλούσαν. Τον ανακάτευαν με ασήμι, χαλκό, ορείχαλκο, με ρινίσματα διαφόρων μετάλλων, ακόμη και με άμμο ή γυαλί σε σκόνη.
Έμποροι, αποικιακοί αξιωματούχοι και χρονικογράφοι το έγραφαν αυτό ξανά και ξανά, από τον δέκατο έβδομο αιώνα μέχρι και τον δέκατο ένατο.
Η επιστήμη στο “εδώλιο”: Η ετυμηγορία για τον θησαυρό του Whydah Gally
Τώρα, μια ομάδα ερευνητών υπέβαλε αυτές τις κατηγορίες στο «δικαστήριο της επιστήμης». Η ετυμηγορία είναι καταλυτική.
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό npj Heritage Science ανέλυσε τη στοιχειακή σύνθεση 27 χρυσών αντικειμένων των Ακάν, τα οποία ανακτήθηκαν από το ναυάγιο του Whydah Gally, ενός πειρατικού πλοίου που βυθίστηκε στα ανοικτά των ακτών της Μασαχουσέτης στις 26 Απριλίου 1717.
Τα αποτελέσματα προσφέρουν την πρώτη αντικειμενική αξιολόγηση της καθαρότητας του χρυσού που διακινούνταν στην “Ακτή του Χρυσού” στις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα.
Η ανάλυση στοιχειακών προτύπων δείχνει ότι ο χρυσός των Ακάν παρουσιάζει φυσική μεταβλητότητα, καταρρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί συστηματικής νόθευσης. Οι περισσότερες συνθέσεις που εξετάστηκαν είναι συμβατές με τον χρυσό της Δυτικής Αφρικής, επιβεβαιώνοντας τη φυσική προέλευση των προσμίξεων.
Ο θησαυρός του πειρατή Μπέλαμι
Το «Whydah Gally» έχει μια ιστορία που μοιάζει βγαλμένη από περιπετειώδες μυθιστόρημα.
Το πλοίο απέπλευσε από την Αγγλία το 1716 με προορισμό τη Δυτική Αφρική, όπου πιθανότατα διεξήγαγε εμπόριο κατά μήκος των ακτών, από τη Σενεγαμβία έως τον Κόλπο του Μπενίν, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής Γκάνας.
Στη συνέχεια έβαλε πλώρη για την Τζαμάικα, αλλά στα ανοικτά του Λονγκ Κι, στις κεντρικές Μπαχάμες, καταλήφθηκε από τον διάσημο πειρατή Σάμιουελ Μπέλαμι, ο οποίος μετέτρεψε το Whydah στη ναυαρχίδα του.
Ο καπετάνιος Σάμουελ Μπέλαμι, γνωστός λανθασμένα ως «Μαύρος Σαμ» Μπέλαμι, ήταν Άγγλος ναυτικός που έγινε πειρατής στις αρχές του 18ου αιώνα. Είναι γνωστός κυρίως ως ένας από τους πλουσιότερους πειρατές της Χρυσής Εποχής της Πειρατείας. Αν και η γνωστή καριέρα του ως πειρατής-καπετάνιος διήρκεσε λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, αυτός και το πλήρωμά του κατέλαβαν τουλάχιστον 53 πλοία. Μεταθανάτια αποκαλούμενος «Μαύρος Σαμ» στη λαϊκή παράδοση του Κέιπ Κοντ – υποτίθεται επειδή απέφευγε τη μοντέρνα πούδρα και την περούκα, προτιμώντας να δένει τα μακριά μαύρα μαλλιά του με ένα απλό κορδόνι – ο Μπέλαμι έγινε γνωστός για την ευσπλαχνία και τη γενναιοδωρία του απέναντι σε όσους αιχμαλώτιζε στις επιδρομές του. Αυτός ο μύθος του χάρισε ένα άλλο παρατσούκλι, τον «Πρίγκιπα των Πειρατών». Παραλλήλισε τον εαυτό του με τον Ρομπέν των Δασών, ενώ το πλήρωμά του αποκαλούσε τον εαυτό του «Άνδρες του Ρομπέν των Δασών».
Η βύθιση του «Whydah Gally» και ο εντοπισμός του
Ωστόσο, η πειρατική «καριέρα» του «Whydah Gally» ήταν σύντομη. Τα μεσάνυχτα της 26ης Απριλίου 1717, μια καταιγίδα προκάλεσε την ανατροπή του κοντά στη σημερινή παραλία Μαρκόνι, στο Γουέλφλιτ της Μασαχουσέτης.
Το πλοίο διαλύθηκε και τα απομεινάρια του διασκορπίστηκαν στον βυθό της θάλασσας. Εκεί παρέμειναν μέχρι το 1984, όταν μια ομάδα με επικεφαλής τον Μπάρι Κλίφορντ εντόπισε το ναυάγιο.
Ανάμεσα στα χιλιάδες αντικείμενα που ανακτήθηκαν από το ναυάγιο ήταν περισσότερα από 300 χρυσά κομμάτια των Ακάν: Μικροσκοπικές χάντρες, ψήγματα χρυσού, θραύσματα κοσμημάτων και υπολείμματα χύτευσης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και καλύτερα χρονολογημένο σύνολο χρυσών τεχνουργημάτων των Ακάν στον κόσμο.
Τα περισσότερα χρυσά αντικείμενα των Ακάν που φυλάσσονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές στερούνται ακριβούς αρχαιολογικού πλαισίου και δεν μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια.
Εκείνα από το Whydah μπορούν: “σφραγίστηκαν” στον βυθό της θάλασσας μια συγκεκριμένη νύχτα του Απριλίου του 1717.
Για τη συγκεκριμένη μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν 70 αντικείμενα και επέλεξαν 27 για στοιχειακή ανάλυση:
- Οκτώ θραύσματα αντικειμένων που είχαν χυτευθεί με τη μέθοδο του “χαμένου κεριού”
- δεκαπέντε ψήγματα ή θραύσματα χρυσού που φαινόταν να είναι φυσικοί γεωλογικοί σχηματισμοί και
- τέσσερα κομμάτια αβέβαιης προέλευσης.
Τα δείγματα εξήχθησαν από σιδηρούχα συσσωματώματα —συμπαγείς μάζες που σχηματίστηκαν από τη διάβρωση μεταλλικών αντικειμένων στο θαλασσινό νερό— και παρουσίαζαν ποικίλους βαθμούς επιφανειακής διάβρωσης και πατίνας μετά από 300 χρόνια παραμονής στον βυθό.
Τι έλεγαν οι Ευρωπαίοι
Οι κατηγορίες για νόθευση διατρέχουν την ευρωπαϊκή βιβλιογραφία σχετικά με το εμπόριο στην Ακτή του Χρυσού σαν ένα επίμονο ρεφρέν. Ο Πίτερ ντε Μαρέες, στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, έγραψε ότι οι Ακάν είχαν μάθει από τους Πορτογάλους να λιώνουν τον χρυσό μαζί με ασήμι και ότι στη συνέχεια νόθευαν βάναυσα τον χρυσό που εμπορεύονταν.
Συνιστούσε στους εμπόρους να βεβαιώνονται ότι η χρυσόσκονη δεν ήταν αναμεμειγμένη με άμμο και ότι οι σβώλοι χρυσού έπρεπε να κόβονται ή να σφυρηλατούνται για να επαληθευτεί ότι το εσωτερικό τους δεν έκρυβε σίδηρο, πέτρα ή άλλα υλικά.
Τα “κράκας” (Kracaws) —μικρά μεταλλικά κομμάτια που χρησιμοποιούνταν ως νόμισμα κατά μήκος της ακτής, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ελμίνα— περιγράφονταν ως ένα μείγμα ορείχαλκου, ασημιού και ρινισμάτων χαλκού, με μια μερικές φορές ασήμαντη αναλογία χρυσού. Ο Γουίλιαμ Μπόσμαν, στις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, δήλωσε ότι οι σβώλοι χρυσού των Ακάν ήταν συχνά ένα κράμα ασημιού και χαλκού με μόνο ένα μέρος χρυσού, και ότι η χρυσόσκονη θα μπορούσε να περιλαμβάνει χαλκό ή γυαλί σε σκόνη.
Τα αρχεία της Ολλανδικής Εταιρείας Δυτικών Ινδιών εξέφραζαν επανειλημμένα ανησυχία για την ποιότητα των κράκας.
Ωστόσο, οι συντάκτες της μελέτης προειδοποιούν: Αυτές οι πηγές δεν είναι ουδέτερες.
Οι μελετητές της αφρικανικής ιστορίας (Africanists) τονίζουν εδώ και καιρό ότι οι παλαιές αναφορές δεν είναι αμερόληπτες και ότι υπάρχει ανάγκη οι ιστορικοί, οι αρχαιολόγοι και οι ανθρωπολόγοι να αξιολογούν κριτικά αυτές τις πηγές, γράφουν.
Ορισμένοι χρονικογράφοι παρουσιάζουν μεροληπτικές και αβάσιμες απόψεις, ενώ άλλοι απλώς αντιγράφουν το έργο προγενέστερων συγγραφέων χωρίς να τους αναφέρουν.
Επιπλέον, οι κατηγορίες σπάνια βασίζονταν σε ουσιαστική ανάλυση.
Οι Ευρωπαίοι διέθεταν μεθόδους για τον έλεγχο της ποιότητας του χρυσού —φυσική εξέταση για ακαθαρσίες, χημικές δοκιμές όπως το “βασιλικό ύδωρ” (aqua regia)— αλλά τα χρονικά σπάνια τεκμηριώνουν τη συστηματική εφαρμογή τους.
Οι ισχυρισμοί για απάτη ενδέχεται να βασίζονταν περισσότερο σε εικασίες και μαρτυρίες από δεύτερο χέρι, παρά σε άμεσες αποδείξεις.
Επιστημονική ανάλυση και περιορισμοί
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δύο συμπληρωματικές τεχνικές. Ο φορητός φθορισμός ακτίνων Χ (pXRF) καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό της στοιχειακής σύνθεσης ενός δείγματος χωρίς να το καταστρέφει, μετρώντας την ακτινοβολία που εκπέμπει όταν διεγείρεται με ακτίνες Χ.
Η ηλεκτρονική μικροσκοπία σάρωσης με φασματοσκοπία ενεργειακής διασποράς (SEM-EDS) παρέχει πιο εντοπισμένη ανάλυση, επιτρέποντας την επιλογή καθαρών περιοχών, ελεύθερων από επιφανειακές προσμίξεις.
Στο μικροσκόπιο: Τα σημάδια 300 ετών στον βυθό του Ατλαντικού
Οι δύο μέθοδοι αποκάλυψαν αμέσως ένα πρόβλημα που περιορίζει το εύρος των συμπερασμάτων: Τα κομμάτια ήταν μολυσμένα. Τρεις αιώνες κάτω από το νερό, ενσωματωμένα σε σιδηρούχα συσσωματώματα μαζί με ασημένια νομίσματα και άλλα μεταλλικά αντικείμενα, είχαν αφήσει το σημάδι τους.
Οι εικόνες που λήφθηκαν με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο έδειξαν σκούρες κηλίδες σε κοιλώματα, ρωγμές και εσοχές σε όλα τα δείγματα. Η ανάλυση αυτών των περιοχών αποκάλυψε ότι αποτελούνταν κυρίως από σίδηρο, αλλά περιείχαν επίσης χαλκό, ασήμι, μόλυβδο, κασσίτερο και ψευδάργυρο.
Οι ερευνητές ερμηνεύουν αυτές τις κηλίδες ως υπολείμματα των συσσωματωμάτων από τα οποία εξήχθησαν τα κομμάτια.
Ο καθαρισμός σε λουτρό υπερήχων δεν αφαίρεσε πλήρως αυτά τα κατάλοιπα. Αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα του φθορισμού ακτίνων Χ —που αναλύουν μια ευρύτερη επιφάνεια— ενδέχεται να είναι παραποιημένα από τη μόλυνση.
Ο σίδηρος και ο μόλυβδος που ανιχνεύθηκαν με αυτή την τεχνική δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική σύνθεση του χρυσού, αλλά μάλλον την επιφανειακή μόλυνση.
Η ανάλυση με ηλεκτρονική μικροσκοπία, επιτρέποντας την επιλογή καθαρών περιοχών, παρέχει πιο αξιόπιστα δεδομένα.
Έχει όμως και αυτή περιορισμούς: Ο διαχωρισμός των στοιχείων στην επιφάνεια του χρυσού —ένα φαινόμενο που μπορεί να προκαλέσει τοπικό εμπλουτισμό σε ασήμι ή χαλκό— σημαίνει ότι η επιφανειακή ανάλυση δεν αντικατοπτρίζει πάντα την πραγματική σύνθεση του αντικειμένου. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι ακόμη και αυτά τα δεδομένα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
Παρά αυτούς τους περιορισμούς, τα αποτελέσματα που προέκυψαν με την ηλεκτρονική μικροσκοπία σε καθαρές περιοχές παρέχουν την καλύτερη διαθέσιμη προσέγγιση της πραγματικής σύνθεσης του χρυσού του Whydah.
Τι αποκάλυψε ο χρυσός
Οι σβώλοι (ψήγματα) που αναλύθηκαν —οι οποίοι ερμηνεύονται ως φυσικό γεωλογικό υλικό χωρίς μεταλλουργική αλλοίωση— παρουσιάζουν αναλογίες χρυσού και ασημιού που ταιριάζουν απόλυτα με εκείνες των φυσικών κοιτασμάτων στη Χρυσοφόρο Ζώνη Ασάντι, την κύρια χρυσοπαραγωγό περιοχή της Γκάνας.
Η περιεκτικότητά τους σε χαλκό δεν υπερβαίνει το 0,5% κατά βάρος, γεγονός που επίσης συνάδει με χρυσό γεωλογικής προέλευσης.
Όσον αφορά το ασήμι, όλα τα δείγματα εκτός από τέσσερα περιέχουν ασήμι, αλλά σε ποσότητες που δεν υπερβαίνουν αυτό που θα αναμενόταν με βάση τα δεδομένα από τα γεωλογικά κοιτάσματα στη Ζώνη Ασάντι.
Μόνο ένα δείγμα —ένα θραύσμα χύτευσης με κωδικό καταλόγου 5803/25— παρουσιάζει περιεκτικότητα σε ασήμι ελαφρώς υψηλότερη από τη μέγιστη τεκμηριωμένη στο κοίτασμα Πρεστέα, την τοποθεσία με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις ασημιού στην περιοχή.
Ο χαλκός αξίζει μια ξεχωριστή ανάλυση.
Οι σβώλοι (ψήγματα) περιέχουν ελάχιστο χαλκό, όπως είναι τυπικό για τον φυσικό χρυσό της περιοχής. Όμως, τα χυτά αντικείμενα παρουσιάζουν κάπως υψηλότερες συγκεντρώσεις —αν και πάντα κάτω από 4% κατά βάρος, και στις περισσότερες περιπτώσεις γύρω στο 1% ή λιγότερο. Αυτός ο πρόσθετος χαλκός εγείρει ένα ερώτημα: προστέθηκε σκόπιμα;
Οι ερευνητές προσφέρουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις.
Η μία είναι η ακούσια μόλυνση στο εργαστήριο: οι χρυσοχόοι των Ακάν δούλευαν επίσης με ασήμι, χαλκό και ορείχαλκο, και τα χωνευτήρια που χρησιμοποιούνταν για το λιώσιμο του χρυσού ενδέχεται να περιείχαν υπολείμματα από προηγούμενες τήξεις άλλων μη σιδηρούχων μετάλλων.
Μια άλλη πιθανότητα είναι η σκόπιμη προσθήκη: μικρές ποσότητες χαλκού σκληραίνουν τα κράματα χρυσού, μια ιδιότητα που μπορεί να ήταν επιθυμητή για λεπτεπίλεπτα χυτά κομμάτια, ορισμένα εκ των οποίων είχαν εξαιρετικά μικρό πάχος.
Ωστόσο, οι συγγραφείς αποκλείουν την ιδέα ότι ο χαλκός προστέθηκε για να τροποποιήσει το χρώμα του χρυσού. Οι ποσότητες που ανιχνεύθηκαν είναι πολύ μικρές για να έχουν αισθητό αποτέλεσμα στον τόνο του μετάλλου.
Και τι γίνεται με τον ψευδάργυρο;
Εμφανίζεται μόνο σε τρία δείγματα που αναλύθηκαν με φθορισμό ακτίνων Χ και απουσιάζει εντελώς στις μετρήσεις της ηλεκτρονικής μικροσκοπίας σε καθαρές περιοχές. Οι ερευνητές τον αποδίδουν σε επιφανειακή μόλυνση και όχι στην αρχική σύνθεση του χρυσού.
Η σημασία της ανακάλυψης
Η μελέτη δεν μπορεί να προσδιορίσει την ακριβή προέλευση του χρυσού του Whydah. Τα κοιτάσματα στη Ζώνη Ασάντι —Ομπουάσι, Πρεστέα, Μπογκόσου— παρουσιάζουν σημαντικά διαφορετικές αναλογίες χρυσού και ασημιού μεταξύ τους.
Χωρίς ακριβέστερη ανάλυση, όπως η ανάλυση ιχνοστοιχείων με χρήση φασματομετρίας μάζας επαγωγικά συζευγμένου πλάσματος ή η ισοτοπική ανάλυση, είναι αδύνατον να αποδοθεί κάθε κομμάτι σε συγκεκριμένο ορυχείο.
Δεν μπορεί καν να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μέρος του χρυσού να προήλθε από άλλες περιοχές της αφρικανικής ακτής ή ακόμη και από την Αμερική: ξεκινώντας γύρω στο 1690, η άνοδος της παραγωγής χρυσού στο Μίνας Ζεράις κατέκλυσε τα εμπορικά κυκλώματα του Ατλαντικού, και είναι γνωστό ότι κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα οι Ακάν έφτασαν στο σημείο να απαιτούν χρυσό από τους Ευρωπαίους ως πληρωμή για τους σκλάβους.
Όμως ο στόχος της μελέτης δεν ήταν να προσδιορίσει την προέλευση του μετάλλου, αλλά να αξιολογήσει την ποιότητά του. Και ως προς αυτό, τα δεδομένα είναι σαφή.
Η σκόπιμη προσθήκη ασημιού για την αραίωση του χρυσού δεν μπορεί να υποτεθεί με βεβαιότητα για το υλικό Whydah, καθώς η σύνθεσή του ταιριάζει με φυσικά πλούσια κοιτάσματα της Ζώνης Ασάντι, όπως η Πρεστέα.
Συνεπώς, το ασήμι που οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν απόδειξη νοθείας αποτελούσε στην πραγματικότητα φυσικό συστατικό του μεταλλεύματος.
Ο χαλκός στα χυτά αντικείμενα επίσης δεν δικαιολογεί τις επίμονες προειδοποιήσεις περί απάτης. Οι ποσότητες είναι τόσο μικρές που, ακόμη και αν προστέθηκαν σκόπιμα για να σκληρύνουν το μέταλλο, δεν συνιστούν σημαντική νόθευση της αξίας του χρυσού.
Αποφασιστικής σημασίας το ιστορικό πλαίσιο
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα κομμάτια του Whydah αντιστοιχούν σε μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική στιγμή: τις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα.
Ήταν μια εποχή βαθιών κοινωνικοπολιτικών και κοινωνικοοικονομικών αλλαγών στην “Ακτή του Χρυσού”, συμπεριλαμβανομένης της ανόδου μιας αφρικανικής τάξης εμπόρων και του σχηματισμού του Βασιλείου των Ασάντι.
Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, κατά την περίοδο αυτή υπήρξε συσσώρευση χρυσού από τα κράτη των Ακάν, γεγονός που πιθανώς σχετίζεται με τους μετασχηματισμούς στην παγκόσμια αγορά πολύτιμων μετάλλων μετά την ανακάλυψη των κοιτασμάτων της Βραζιλίας.
Το πλαίσιο δεν επιτρέπει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων της μελέτης για όλο το εμπόριο χρυσού στη Δυτική Αφρική κατά τους προηγούμενους αιώνες.
Είναι πιθανό οι Ευρωπαίοι που απέκτησαν τον χρυσό του Whydah να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί, ή απλώς τυχεροί. Είναι επίσης πιθανό σε άλλες χρονικές περιόδους ή σε άλλα λιμάνια κατά μήκος της ακτής να συνέβαινε όντως νόθευση.
Όμως αυτό που αποδεικνύει η μελέτη είναι ότι, τουλάχιστον για το συγκεκριμένο φορτίο, οι ευρωπαϊκές κατηγορίες στερούνταν βάσης.
Ο χρυσός ήταν αυτό που φαινόταν: Αφρικανικό μέταλλο με τη φυσική μεταβλητότητα που χαρακτηρίζει τα κοιτάσματα της περιοχής.
Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι θα χρειαστούν ακριβέστερες αναλύσεις για να προσδιοριστεί η ακριβής προέλευση του χρυσού του Whydah.
Τέτοιες μελέτες θα μπορούσαν να αποσαφηνίσουν εάν οι Ακάν είχαν πρόσβαση σε χρυσό από τη Νότια ή την Κεντρική Αμερική για την κατασκευή αντικειμένων όπως αυτά που ανακτήθηκαν από το ναυάγιο.
Στο μεταξύ, ο θησαυρός του πειρατή Μπέλαμι “μίλησε”.
Η μαρτυρία του, τρεις αιώνες αργότερα, ξαναγράφει ένα κεφάλαιο στην ιστορία του εμπορίου του Ατλαντικού.
Οι κατηγορίες για συστηματική απάτη, τις οποίες χρησιμοποίησαν οι Ευρωπαίοι επί γενιές για να δικαιολογήσουν τη δυσπιστία τους απέναντι στους Αφρικανούς εμπόρους, βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με επιστημονικά στοιχεία.
Ο χρυσός των Ακάν, αναλυμένος με τα εργαλεία του 21ου αιώνα, αποδεικνύεται ότι είναι ακριβώς αυτό που ήταν πάντα: χρυσός της Δυτικής Αφρικής, με τις φυσικές του προσμίξεις, αλλά χωρίς τις μαζικές νοθείες τις οποίες η αποικιακή βιβλιογραφία επέμενε να καταγγέλλει.
