Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Υπόθεση για σπάνια αθλητικά παπούτσια έφτασε στα δικαστήρια, με εφοπλιστή να κάνει αγωγή σε ανήλικο συλλέκτη και τους γονείς του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, ωστόσο, απέρριψε την αγωγή του εφοπλιστή.
- Ο ενάγων υποστήριξε ότι ο ανήλικος τον παραπλάνησε σε σειρά συναλλαγών, παρακρατώντας ποσά ως αμοιβή του παρά τα συμφωνηθέντα, ενώ 12 ζευγάρια παπουτσιών έφεραν φθορές.
- Το δικαστήριο έκρινε ότι η σχέση τους ήταν σύμβαση μεσιτείας με αμοιβή και δεν στοιχειοθετείται απάτη, καθώς ο ενάγων γνώριζε εξαρχής ότι το τίμημα περιελάμβανε την αμοιβή του μεσολαβητή.
Στα δικαστήρια έφτασε μια υπόθεση για… αθλητικά παπούτσια! Συγκεκριμένα ένας εφοπλιστής από την Αθήνα, μέτοχος εταιρείας που διαχειρίζεται 19 ποντοπόρα πλοία και παθιασμένος συλλέκτης σπάνιων αθλητικών παπουτσιών, έκανε αγωγή σε έναν ανήλικο συλλέκτη από την Ρόδο και τους γονείς του (οι γονείς ενάγονταν υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντες τότε τη γονική μέριμνα του τέκνου τους)
Ωστόσο το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με απόφασή του που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026 απέρριψε την αγωγή εφοπλιστή.
Το χρονικό της υπόθεσης
Σύμφωνα με την dimokratiki.gr, ο ενάγων, υποστήριξε ότι τον Ιανουάριο του 2021 έκανε προφορική συμφωνία με τον τότε ανήλικο σύμβαση άμισθης εντολής.
Βάσει αυτής, όπως ισχυρίστηκε, ο ανήλικος θα του υποδείκνυε ευκαιρίες αγοράς συλλεκτικών παπουτσιών από τη διεθνή αγορά και θα μεριμνούσε για την ολοκλήρωση των συναλλαγών, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο της γνησιότητας και της κατάστασης των κομματιών πριν από κάθε παραγγελία, καθώς και την παραλαβή τους.
Ο ενάγων διατείνεται ότι στα μέσα Ιουλίου του 2021, με αφορμή μια αγορά που κατά τους ισχυρισμούς του δεν είχε εγκρίνει με το συγκεκριμένο τίμημα, ανακάλυψε ότι σε σειρά συναλλαγών ο αντισυμβαλλόμενός του τον είχε παραπλανήσει, εμφανίζοντας ως μέρος του τιμήματος ποσά τα οποία παρακρατούσε ως δική του αμοιβή, παρά τα συμφωνηθέντα.
Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι 12 ζευγάρια παπουτσιών που αγόρασε με τη μεσολάβηση του νεαρού έφεραν φθορές και ελαττώματα που μείωναν την αξία τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθούν οι 3 εναγόμενοι να του καταβάλουν 66.452,22 ευρώ, ισόποσο των 75.820 δολαρίων ΗΠΑ, για τη ζημία από τα ελαττώματα, επιπλέον ποσά για 4 επιμέρους συναλλαγές τις οποίες τιτλοφορούσε στην αγωγή ως ζημίες 29.000, 5.500, 35.100 και 7.500 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, υποστηρίζοντας ότι επλήγη η φήμη του στον συναλλακτικό του κύκλο.
Οι αξιώσεις θεμελιώνονταν σωρευτικά στις διατάξεις για την αδικοπραξία, την ενδοσυμβατική ευθύνη και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ γινόταν επίκληση των αδικημάτων της απάτης και της απιστίας.
Στην ουσία της υπόθεσης, το δικαστήριο κατέληξε ότι η σχέση των δύο πλευρών δεν είχε χαριστικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσε σύμβαση μεσιτείας με αμοιβή.
Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται απάτη, καθώς ο ενάγων γνώριζε εξαρχής ότι το πραγματικό τίμημα κάθε αγοράς περιελάμβανε και την αμοιβή του μεσολαβητή. Το ερώτημα αν σε ορισμένες περιπτώσεις καταβλήθηκε αμοιβή μεγαλύτερη από τη συμφωνηθείσα χαρακτηρίστηκε από το δικαστήριο διαφορετικό αντικείμενο δίκης.
Παράλληλα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και η ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, με την οποία υποστήριζαν ότι ο ενάγων είχε ούτως ή άλλως ωφεληθεί από τη συνεργασία, έχοντας εξοικονομήσει 67.000 δολάρια από αγορές σε τιμές χαμηλότερες της εμπορικής αξίας.
