Γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο – «Όταν μια γυναίκα διαπιστώσει κακοποιητική συμπεριφορά να φεύγει αμέσως, ο κακοποιητής δεν αλλάζει ποτέ»

Σόμπολος, «Γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο», παρουσίαση, βιβλίο

Οι γυναικοκτονίες αποτελούν ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, μία ακραία μορφή έμφυλης βίας, η οποία συνδέεται με κοινωνικές ανισότητες, πατριαρχικές αντιλήψεις και άνισες σχέσεις εξουσίας μεταξύ των φύλων. Το συγκεκριμένο ζήτημα συζητήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου «Γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο» του καταξιωμένου δημοσιογράφου και έμπειρου αστυνομικού ρεπόρτερ Πάνου Σόμπολου, που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 20 Μαΐου 2026, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Με αφορμή υποθέσεις που συντάραξαν τη χώρα, σπουδαίες Ελληνίδες δημοσιογράφοι μίλησαν για τις γυναικοκτονίες που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα μοιράστηκαν προσωπικές τους εμπειρίες. Στην εκδήλωση το παρών έδωσε πολύς κόσμος και δημοσιογράφοι, μεταξύ των οποίων και η μητέρα της Κυριακής Γρίβα, η οποία δολοφονήθηκε έξω από το Α.Τ. Αγίων Αναργύρων, την 1η Απριλίου 2024.

Πάνος Σόμπολος: «Όταν μια γυναίκα διαπιστώσει κακοποιητική συμπεριφορά να φεύγει αμέσως – Ο κακοποιητής δεν αλλάζει ποτέ»

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου ο κ. Πάνος Σόμπολος είπε: «Θέλω να το κρατήσουμε όλοι αυτό το μήνυμα. Όταν μια κοπέλα που συνάπτει σχέση με κάποιον νέο, κάποια γυναίκα με κάποιον άντρα, διαπιστώσει στην αρχή της γνωριμίας κακοποιητική συμπεριφορά, να φεύγει αμέσως. Και είναι εύκολο να φύγει, όπως μας λένε και οι ψυχολόγοι, και οι ψυχίατροι και όλοι. Στην αρχή είναι εύκολο να φύγει, χωρίς συνέπειες.

Πολλές κοπέλες, πολλές γυναίκες λένε, “ας τον, θα τον φτιάξω στην πορεία, θα αλλάξει στην πορεία”. Όχι, δεν πρόκειται να αλλάξει. Ο κακοποιητής δεν αλλάζει ποτέ. Κάθε φορά, κάθε μήνα, κάθε χρόνο θα γίνεται και χειρότερος. Και φυσικά όσο περνάει ο καιρός, περνάνε τα χρόνια, γίνεται και χειρότερος, φτάνει στους άγριους ξυλοδαρμούς και φυσικά φτάνει και στη δολοφονία. Γι’ αυτό και είναι πολύ δύσκολο, κάποιες γυναίκες φτάνουν στο αμήν που λέμε, και προσπαθούν στο τέλος να φύγουν, οπότε τις σκοτώνουν. Γι’ αυτό λέω, όσο είναι νωρίς να φεύγουν για να γλιτώσουν τα χειρότερα».

Μάρα Ζαχαρέα: «Είναι ένα βιβλίο κοινωνικής μνήμης»

Η δημοσιογράφος Μάρα Ζαχαρέα στην αρχή της παρουσίασης του βιβλίου ανέφερε: «Διάβασα ότι από την εποχή της πανδημίας και μετά η ενδοοικογενειακή βία έχει αυξηθεί σε ποσοστό πάνω από 30%. Μπήκε στη ζωή μας λοιπόν αυτή η λέξη, που δείχνει μια πολύ δυσάρεστη πραγματικότητα, την οποία ευτυχώς ο Πάνος δεν αντιμετωπίζει ως θέαμα στο βιβλίο του, αλλά ως αλήθεια που αφυπνίζει την κοινωνία και την καλεί σε κατανόηση και ευθύνη. Γιατί αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, ένα αστυνομικό ρεπορτάζ, μην το αντιμετωπίσετε έτσι. Είναι ένα βιβλίο κοινωνικής μνήμης.

Πριν λοιπόν ολοκληρώσω εγώ εδώ αυτή τη σύντομη τοποθέτηση και δώσω τον λόγο στις πολύ άξιες συναδέλφους που είναι στο πάνελ, θα ήθελα να σημειώσω ότι είναι κοντά μας η μητέρα της Κυριακής, με τη συνηήγορό της την κυρία Τζούλη. Έχουμε παρακολουθήσει όλες και όλοι τον αγώνα που δίνει αυτή η μητέρα. Γιατί είναι ένα παράδειγμα ήθους και αξιοπρέπειας».

Εύα Αντωνοπούλου: «Το βασικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή των γυναικοκτονιών»

Η δημοσιογράφος Εύα Αντωνοπούλου ευχαρίστησε τον Πάνο Σόμπολο που την κάλεσε σε αυτή την ενδιαφέρουσα συζήτηση επισημαίνοντας ότι ο καταξιωμένος δημοσιογράφος αποτελεί ζωντανή ιστορία του αστυνομικού ρεπορτάζ, όπως προανέφερε και η Μαρά Ζαχαρέα. «Σκύβουμε το κεφάλι και στη μητέρα της κυρίας Γρίβα και σε όλες τις μητέρες, τους πατεράδες, τους συγγενείς που δίνουν τον αγώνα, διότι δυστυχώς έχουμε πολλά ακόμα να διανύσουμε, πολλά ακόμα να κάνουμε σ’ αυτήν τη χώρα. Είμαστε πολύ πίσω στο θέμα αυτό», επεσήμανε μεταξύ άλλων.

Αναφερόμενη στις γυναικοκτονίες μοιράστηκε μια προσωπική της εμπειρία: «Δεν θα πάω στο μακρινό 80-90. Αν και ο όρος αυτός έρχεται από το παρελθόν, από το 1976, τον κατέγραψε για πρώτη φορά η κοινωνιολόγος Νταϊάνα Ράσελ. Διότι δυστυχώς ακόμα υπάρχουν τα χαρακτηριστικά της πατριαρχικής κοινωνίας. Συνάδελφοι μου έλεγαν: «Μα γιατί το λες γυναικοκτονία; Είναι ανθρωποκτονία». Δεν ξέρω, μπορεί κι εσείς να είχατε κάνει αντίστοιχη κουβέντα.

Πολλοί άντρες λοιπόν, και γυναίκες ίσως, μου έλεγαν: “Μα γιατί δεν χρησιμοποιείς τον όρο ανθρωποκτονία γράφοντας και ετοιμάζοντας το ρεπορτάζ;” Όχι. Γιατί είναι τελείως διαφορετικό. Είναι η πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας… Η κοινωνία μας οφείλει να κάνει ακόμα πολλά και είναι καθρέφτης των κοινωνικών αδυναμιών που υπάρχουν, αλλά και της έλλειψης στο νομικό πλαίσιο. Γιατί το γνωρίζει πάρα πολύ καλά η μητέρα της Κυριακής Γρίβα. Το ακούσαμε και μείναμε άλαλοι. Διότι στη δική μας τη δουλειά δύσκολα εκπλήσσεσαι από πράγματα».

Σχετικά με τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα, η κ. Αντωνοπούλου ανέφερε: «Όταν ακούγαμε λοιπόν εκείνο το βράδυ να της λένε πως το αστυνομικό, το περιπολικό, δεν είναι ταξί, σε μια γυναίκα που είχε πάει έξω από το αστυνομικό τμήμα για να προστατευτεί από τον πρώην σύντροφό της, καταλαβαίνουμε – κι ακόμα η δίκη δεν έχει ολοκληρωθεί- πόσα πράγματα ακόμα έχουν να γίνουν. Γιατί λοιπόν δεν υπάρχει προστασία των θυμάτων; Γιατί οι θεσμοί δεν λειτουργούν; Γιατί πίσω από κάθε υπόθεση, ενώ υπήρξαν τα σημάδια, υπήρξαν τα σημάδια κακοποίησης, εν τέλει οι γυναίκες αυτές δεν προστατεύτηκαν; Γιατί υπάρχει ακόμα η σιωπή και ο φόβος; Και βεβαίως το βασικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή των γυναικοκτονιών.

Είμαστε στο 2026 και τα στοιχεία που έχουμε, ο Πάνος Σόμπολος το γνωρίζει πολύ καλά, είναι μόνον από τα αρχεία της αστυνομίας. Κάθε 11 λεπτά, κι αυτό δεν το λέω εγώ, είναι τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών, μια γυναίκα κάπου στον κόσμο δολοφονείται. Πρόκειται λοιπόν για μια μάστιγα.

Και το λιγότερο που θα μπορούσαν να κάνουν και η κοινωνία, γιατί αυτή είναι μια συζήτηση και κοινωνική, αλλά και τα κόμματα, γιατί είναι και βαθιά πολιτική, είναι πως θα πρέπει να ψηφίσουν τη νομική αναγνώριση του αδικήματος της γυναικοκτονίας, όπως έκαναν και στην Ιταλία».

Σία Κοσιώνη: «Πρέπει να κλονίσουμε τα στερεότυπα»

Η δημοσιογράφος Σία Κοσιώνη αρχικά μοιράστηκε μια προσωπική της εμπειρία από την επαγγελματική της εμπειρία στο ρεπορτάζ: «Θυμήθηκα πριν από περίπου 20 χρόνια, 19 για την ακρίβεια, στην Αρτέμιδα της Ηλείας. Βρισκόμασταν σε ένα σημείο, είχε ανατραπεί ένα πυροσβεστικό όχημα και είχαν εγκλωβιστεί οι κάτοικοι του χωριού της Αρτέμιδας. Μύριζε σάρκα. Είχαν καεί δεκάδες άνθρωποι. Ήμασταν εκεί την ώρα που ανέσυραν τις σορούς. Υπήρχε ένας πανικός, ήμασταν όλοι συγκλονισμένοι και έρχονταν διαρκώς πληροφορίες για τον αριθμό των θυμάτων. Γνωρίζαμε ότι τα θύματα ήταν 30, 32, δεν θυμάμαι. Και τελευταία στιγμή, πριν βγούμε στα ζωντανά, μας λένε ότι είναι 3 ακόμη. Και τότε όλοι οι συνάδελφοι κοιτάξαμε τον Πάνο (Σόμπολο) και του λέμε: «Τι να πούμε; Να πούμε 32 ή 35;» 32. 32. Όσα είχαμε επιβεβαιωμένα εκείνη τη στιγμή. Δεν παίρνουμε ρίσκα με ανθρώπινες ζωές. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήταν ένα μάθημα ζωής για μένα».

Στην συνέχεια αναφερόμενη στις γυναικοκτονίες είπε: «Όλες εδώ οι συνάδελφοι που καθόμαστε σε αυτό το τραπέζι έχουμε αναγκαστεί να καταγράφουμε γυναικοκτονίες ξανά και ξανά, και να βλέπουμε ξανά και ξανά τα ίδια μοτίβα. Αυτό είναι το τρομερό. Άρα πρώτα απ’ όλα, ας δεχτούμε ως κοινωνία ότι εδώ υπάρχει θέμα. Κατά τη δική μου άποψη όλα ξεκινάνε από τον στερεοτυπικό ρόλο της γυναίκας σε αυτή την κοινωνία.

Έχουμε εμπεδώσει ένα συγκεκριμένο ρόλο στην κοινωνία μας για τη γυναίκα, αρκεί να δει κανείς τη χαμηλή συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, στις ηγετικές θέσεις, στην πολιτική. Οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι λιγότερο καλά πληρωμένες απ’ ό,τι οι άντρες και ούτω καθεξής. Είχαμε γυναίκα πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αυτό ήταν κάτι ουάου, προφανώς. Όμως και αυτό έπαιξε σε ένα συμβολικό επίπεδο. Να πούμε για την ιστορία ότι η Κατερίνα Σακελλαροπούλου ήταν απ’ τα πρώτα πολιτικά πρόσωπα που μίλησαν επισήμως για γυναικοκτονίες. Ανεξάρτητα από το αν αυτός ο όρος πρέπει να αναγνωριστεί νομικά – έχω ακούσει ένα debate, δεν είμαι σίγουρη και δεν είμαι σε θέση να τοποθετηθώ αν πρέπει να αναγνωριστεί νομικά ή όχι – το γεγονός ότι έχει αναγνωριστεί κοινωνικά και μπορούμε να μιλάμε ως γυναικοκτονίες, περιγράφοντας εγκλήματα ανδρών κατά γυναικών επειδή είναι γυναίκες, εγώ το θεωρώ μια πολύ μεγάλη κατάκτηση».

Μεταξύ άλλων, η κ. Κοσιώνη σημείωσε: «Η διαπίστωση είναι ότι έχουν γίνει πράγματα. Δεν το λέω επειδή είμαι εδώ η μητέρα της Κυριακής, έχω αρθρογραφήσει και σχετικά παλαιότερα. Πιστεύω ότι η δολοφονία του κοριτσιού σας, κυρία Γρίβα, ήταν ένα, αυτό που λέμε turning point. Ακριβώς επειδή η Κυριακή τα έκανε όλα σωστά, δεν έκανε τίποτα λάθος. Τα έκανε όλα σωστά. Ήταν σε μία κακοποιητική σχέση, φοβήθηκε, πήγε στο αστυνομικό τμήμα, είπε «κινδυνεύω», την έγραψαν εκεί που δεν πιάνει μελάνι και στη συνέχεια τη σκότωσαν μπροστά στα μάτια τους.

Ακριβώς επειδή ξεγύμνωσε το σύστημα, εξέθεσε το σύστημα, αναγκάστηκε το σύστημα κάτι να κάνει. Έγιναν πράγματα λοιπόν από τότε. Το άλλο που συνέβη είναι ότι αρχίζει σιγά-σιγά να σπάει η σιωπή. Και αρχίζει σιγά-σιγά -δεν λέω ότι άλλαξαν τα πάντα- και η κοινωνία να ακούει και να καταλαβαίνει. Μόνο και μόνο ότι μπορεί έστω και λίγο ο φόβος να έχει αλλάξει στρατόπεδο, αυτή είναι μία σημαντική νίκη… Εγώ δεν πιστεύω ότι πρέπει να περιμένουμε τα πάντα από το κράτος. Προφανώς χρειάζονται θεσμοί, χρειάζονται παρεμβάσεις κτλ. Πρέπει να κινητοποιηθεί ο κάθε ένας από μας, να κλονίσουμε τα πρότυπα.

Ζούμε σε έναν κόσμο που κυριαρχεί η δύναμη, ο ανδρισμός, το χρήμα, η ισχύς εν τη ευρεία έννοια. Βλέπουμε τι γίνεται στον κόσμο. Βλέπουμε πώς επιβάλλεται με ακραίο τρόπο πλέον ο ισχυρός απέναντι στον στον αδύναμο. Άρα αυτός ο αγώνας για την έμφυλη βία, θέλω να πω ότι εντάσσεται σε ένα ευρύτερο αγώνα που πρέπει να δώσουμε. Δεν είναι μόνο ένα γυναικείο ζήτημα. Είναι ένα παγκόσμιο, βαθιά πολιτισμικό ζήτημα, που στο τέλος της ημέρας έχει να κάνει με το σε ποια κοινωνία θέλουμε να ζούμε».

Ράνια Τζίμα: «Χρειάζεται μια διακριτή νομική μεταχείριση σε οποιοδήποτε έγκλημα»

Η δημοσιογράφος Ράνια Τζίμα σημείωσε ότι αυτό που ξεχωρίζει στον Πάνο Σόμπολο είναι ότι ενώ έκανε σκληρό αστυνομικό ρεπορτάζ παρέμεινε και παραμένει μέχρι σήμερα ένας πάρα πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Επίσης, στάθηκε στον όρο γυναικοκτονία και στη χρήση του για δολοφονίες γυναικών τη δεκαετία του ’50, που κανένας εκείνη την εποχή δεν το ξεστόμιζε. Όπως είπε η ίδια, χρειάζεται μία διακριτή νομική μεταχείριση.

Η κ. Τζίμα αναφέρθηκε σε μια πρόσφατη προσωπική της εμπειρία: «Με κάλεσαν σε ένα σχολείο να μιλήσω σε παιδιά γυμνασίου που βγάζουν εφημερίδα. Ένα από τα κοριτσάκια, πολύ καλά ενημερωμένο και πολύ μέσα στα πράγματα απ’ ό,τι κατάλαβα, και πιθανώς είχε ακούσει και κάποια συζήτηση σε δελτίο, μου λέει “Κυρία Τσίμα, γιατί η γυναικοκτονία; Δηλαδή να έχουμε και ανδροκτονία με την ίδια λογική;”. Τώρα τι απαντάμε. Της λέω: “Το ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος σκοτώνεται εξαιτίας του φίλου του. Οι γυναίκες αυτές δεν δολοφονήθηκαν γιατί ήθελαν να τις ληστέψουν, γιατί ήθελαν να τους πάρουν κάτι. Δολοφονήθηκαν γιατί θεωρήθηκαν κτήση ενός άντρα. Πατρός, ανδρός και τα γνωστά τα παλιά. Άρα, ναι, χρειάζεται μια διακριτή νομική μεταχείριση σε οποιοδήποτε έγκλημα, είτε ενάντια σε μια γυναίκα, είτε ενάντια σε έναν άνθρωπο που δεν το βλέπουμε τόσο συχνά, οπότε ίσως εκεί δεν χρειάζεται τόσο πολύ να το αντιμετωπίσουμε κοινωνικά, όταν το στίγμα είναι έμφυλο.

Πέρυσι, στο πλαίσιο μιας θεατρικής παράστασης όπου με κάλεσαν, γνώρισα τη μαμά της Γαρυφαλλιάς. Περάσαμε αρκετές ώρες μαζί. Ξέρω πολύ καλά τους γονείς της Ελένης Τοπαλούδη γιατί έχουμε μια συγκεκριμένη επαφή. Το φοβερό και στις δύο περιπτώσεις, βλέποντας τις οικογένειες, πιάνοντας τις ιστορίες των κοριτσιών από την αρχή, είναι ότι τι να έλεγες; Δηλαδή τι να έλεγες στην Ελένη. Μην πας παιδί μου στη Ρόδο να σπουδάσεις, μην ανοίγεις τα φτερά σου; Ή τι να έλεγες στη Γαρυφαλλιά που ήταν η πρώτη φορά που είχε πάρει διακοπές με έναν σύντροφο;. Ένα παιδί τρομερά συγκροτημένο, που μπήκε με την πρώτη στη φαρμακευτική, που τέλειωσε αμέσως, που συνέχισε τις σπουδές της, που ήταν ένα τέλειο παιδί, όπως θα λέγαμε σήμερα, ένα τέλειο κορίτσι. 

Θέλω να πω πως δεν υπήρχε κανένα λάθος. Δεν έκαναν τίποτε λάθος αυτά τα κορίτσια. Όπως και η Κυριακή, που όπως είπα και στην αρχή, τα αναγνώρισε, τα είδε, πήγε, κατάλαβε το λάθος, κατάλαβε το πρόβλημα, κατάλαβε ότι κινδυνεύει. Θέλω να πω ότι κι εμείς οι δημοσιογράφοι και σήμερα και χτες, και προχθές που διαχειριστήκαμε τέτοιες υποθέσεις, πολλές φορές το βλέμμα μας πηγαίνει στο τι δεν έκανε καλά η γυναίκα. Εγώ αυτό το λέω αυτοκριτικά. Μπορεί και να μην το πούμε, μπορεί να το σκεφτούμε.

Εγώ μεγαλώνω κορίτσι, εννιάμιση χρονών. Και πάρα πολλές φορές προβληματίζομαι, για το τι μπορείς να πεις και τι μπορείς να κάνεις. Πώς να της εξηγήσεις ποιο είναι το…Τι πρέπει να αναγνωρίζει ως βία. Τι πρέπει να αναγνωρίζει ως στρεβλή συμπεριφορά, που πρέπει να βάζει τα όριά της, χωρίς όμως να γίνει εμμονική, χωρίς να πάρει μια υπερβάλλουσα απόσταση και από το άλλο φύλο, γιατί εκεί θέλει μια ισορροπία, να μην τρομάξεις το παιδί, αλλά να του εξηγήσεις πώς πρέπει να αυτοπροστατεύεται.

Δεν είναι εύκολες αυτές οι απαντήσεις, πάντως είναι απολύτως βέβαιο ότι όλο αυτό ξεκινάει από το σπίτι μας. Ούτε στο σχολείο διδάσκεται αυτό. Κάποια πράγματα θα πούνε, θα μάθουν τα παιδιά, θα ακούσουν σε ένα ειδικό μάθημα. Και δεν είναι καν ό,τι τους λένε. Είναι ό,τι βλέπουν. Είναι ό,τι ακούν. Η βία έχει πάρα πολλές μορφές. Όταν βλέπει ένα παιδί έναν πατέρα, ο οποίος συστηματικά υποτιμά την μητέρα, τι του αποτυπώνεται; Λέξεις είναι. Δεν είναι χτυπήματα, δεν είναι πιο καθαρές πράξεις βίας, αλλά είναι βία. Είναι υποτίμηση.

Άρα νομίζω ότι αυτό που μπορούμε όλοι μας να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε το σπίτι μας. Τους εαυτούς μας. Το κάθε λεπτό, την κάθε μας κίνηση. Το πώς ακουμπάμε τον μπαμπά του παιδιού μας. Πώς του μιλάμε, αντιστρόφως. Πότε ως μαμάδες μπορεί να βάλουμε ένα όριο ακόμα και μέσα στη συζήτηση, μέσα στο σπίτι. Μήπως και τα πράγματα πάνε λίγο καλύτερα».

Την εκδήλωση συντόνισε η δημοσιογράφος Μάρα Ζαχαρέα, διευθύντρια ειδήσεων και κεντρική παρουσιάστρια του STAR channel. Για το βιβλίο επίσης μίλησαν οι: Εύα Αντωνοπούλου, δημοσιογράφος, παρουσιάστρια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του OPEN, Λώρα Ιωάννου, αρχισυντάκτρια στο δελτίο ειδήσεων του Alpha και πολιτική αναλύτρια στον Alpha, Σία Κοσιώνη, δημοσιογράφος, Αδαμαντία Λιόλιου, δημοσιογράφος, πολεμική ανταποκρίτρια της ΕΡΤ, Ράνια Τζίμα, δημοσιογράφος, παρουσιάστρια του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του MEGA, Κέλλυ Χεινοπώρου, δημοσιογράφος στο δελτίο ειδήσεων του Ant1.