Μία συνομιλία ντοκουμέντο, που σήμερα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, φέρνει ξανά στην επιφάνεια η εκπομπή «Φως στο Τούνελ» της Παρασκευή 15/5 για την εξαφάνιση της Χριστίνας Εξαρχουλέα από τη Μεσσηνία.
Ο σύζυγός της, που πλέον καταζητείται για την ανθρωποκτονία της από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παραμένει άφαντος πιθανότατα στην Αμερική, την ώρα που πρόσωπα από το στενό οικογενειακό του περιβάλλον «σπάνε» τη σιωπή τους.
Ήταν 22 Φεβρουαρίου 2018, λίγους μήνες μετά τον χαμό της, όταν ο σύζυγός της, που πλέον καταζητείται για την ανθρωποκτονία της από πρόθεση, μιλούσε τηλεφωνικά με την Αγγελική Νικολούλη. Οι αντιφάσεις, οι αλλαγές στις τοποθετήσεις του και οι φράσεις που τότε είχαν προκαλέσει αίσθηση, σήμερα αποκτούν ιδιαίτερο νόημα.
Ο σύζυγος της εξαφανισμένης στην αρχή προσπαθεί να αποφύγει την κουβέντα «λόγω δουλειάς» αλλά στη συνέχεια με την επιμονή της δημοσιογράφου απαντά με τον τρόπο του στα ερωτήματα και της ζητά νέο τηλεφωνικό ραντεβού. «Είναι πολλά που θέλω να σου πω, κυρία Νικολούλη, πολλά. Θα προτιμούσα να μιλήσουμε μία ώρα τη Δευτέρα που έχω ρεπό. Με την Αστυνομία δούλεψα πολύ εγώ, προσπάθησα, αλλά τίποτα», λέει χαρακτηριστικά.
Όταν η Αγγελική Νικολούλη τον ρωτά για τον καβγά του με τη Χριστίνα λίγο πριν εξαφανιστεί, εκείνος αρχικά το αρνείται κατηγορηματικά, παρά τη μαρτυρία συγγενή τους που τους είχε ακούσει να λογομαχούν.
«Δεν μαλώσαμε εκείνη τη μέρα, όχι. Κι ας το λέει ο ξάδερφος. Μπορεί να το αποδείξει;», λέει και λίγο αργότερα όμως αλλάζει στάση και παραδέχεται: «Ότι καβγαδίζαμε κάπου κάπου ναι… Με είχε βγάλει από τα ρούχα μου πολλές φορές».
Αντιφάσεις εντοπίζονται και στα όσα υποστήριζε για την τελευταία διαδρομή της Χριστίνας. Ο ίδιος επιμένει πως έφυγε από το σπίτι έχοντας μαζί της σακούλα και προσωπικά αντικείμενα. «Μα εκεί με ξεγέλασε. Δεν ξέρω τι είχε μέσα. Ξέρω ότι κάτι είπαν και οι μάρτυρες, αλλά δεν είναι σίγουροι. Απλώς είδαν κάποια που της έμοιαζε. Πριν έναν χρόνο το είχε ξανακάνει και γύρισε μετά από δύο – τρεις μέρες», ανέφερε.
Όταν η Αγγελική Νικολούλη τον ρωτά επίμονα αν είχαν επικοινωνήσει εκείνο το μεσημέρι και αν της είχε ζητήσει να επιστρέψει στο σπίτι, εκείνος απαντά πως το κινητό της ήταν κλειστό.
– Νικολούλη: Λένε όμως κάποιοι ότι την είδαν το μεσημέρι, γύρω στις 2, να ψωνίζει από το σούπερ μάρκετ και να επιστρέφει στο σπίτι σας.
– Σύζυγος: Στο σπίτι το δικό μου; Αυτό ούτε η Αστυνομία δεν μου το έχει πει. Γιατί δεν πάνε να μιλήσουν στον κύριο διοικητή, που ξεκινήσαμε μαζί το σενάριο; Αυτό δεν υπάρχει σαν σενάριο, είναι καινούργιο για μας. Η Αστυνομία πήρε το τηλέφωνό μου, τους έδειξα τις κλήσεις και τώρα τι λέει ο κόσμος;
Πιέσεις και απειλές
Όταν η δημοσιογράφος συνεχίζει να τον πιέζει για το τι ακριβώς πήρε μαζί της η Χριστίνα φεύγοντας όπως ισχυριζόταν, παραδέχεται πως τα περισσότερα προσωπικά της αντικείμενα είχαν μείνει πίσω.
«Τα πιο πολλά πράγματα τα είχε αφήσει… ακόμα και τα γυαλιά της. Γι’ αυτό με ξάφνιασε. Αν το είχα καταλάβει, θα είχα πάει να την βρω μέσα σε μισή ώρα».
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η αναφορά του στην οικογένεια της Χριστίνας.
«Πότε νοιάστηκαν για τη γυναίκα μου αυτοί; Αυτή η οικογένεια… σκότωσαν τη γυναίκα μου, πώς να στο πω;».
Την ίδια στιγμή αφήνει να εννοηθεί πως δεχόταν πιέσεις και απειλές.
«Η Αστυνομία ήξερε ότι θα φύγω στο εξωτερικό γιατί άρχιζαν και με απειλούσαν. Τους είπα ‘ή θα πάω φυλακή ή θα φύγω από εδώ να ησυχάσω’».
Όταν η Αγγελική Νικολούλη τον ρωτά ευθέως αν πιστεύει ότι η Χριστίνα μπορεί να βρίσκεται κάπου ζωντανή, εκείνος επαναφέρει το σενάριο ψυχολογικών προβλημάτων.
«Έβλεπα ότι η Χριστίνα δεν πήγαινε καλά γι’ αυτό δεν έφευγα νωρίτερα για Αμερική. Της έλεγα να πάμε μαζί σε κάποιον να βοηθηθούμε, γιατί ούτε εγώ ήμουν καλά. Εκείνη όμως έλεγε ότι προσπαθώ να την βγάλω τρελή. Και τώρα, αν βρεθεί η Χριστίνα, εννοείται πως δεν θα την αφήσω».
Λίγο αργότερα επανέρχεται με μία ακόμη φράση που σήμερα αποκτά ξεχωριστή σημασία:
«Μου έλεγε γενικά πολλά πριν χαθεί. Το καλοκαίρι έλεγε συνέχεια ‘θα φύγω, θα φύγω’. Κι εγώ της έλεγα χαριτολογώντας ότι αν θέλει να φύγει, να της βγάλω τα εισιτήρια. Και μου απαντούσε ότι έκανε πλάκα».
Η συνομιλία ολοκληρώνεται με τον ίδιο να ζητά επίμονα νέα επικοινωνία με τη δημοσιογράφο.
«Υπόσχεσαι ότι θα με πάρεις τηλέφωνο πάλι; Εγώ σε βλέπω και σε θαυμάζω».
Στη νέα τους όμως επικοινωνία απέφυγε ό,τι είχε σχέση με την εξαφάνιση.
Σήμερα, με τον ίδιο να καταζητείται πλέον για τη δολοφονία της Χριστίνας Εξαρχουλέα, κάθε λέξη εκείνης της συνομιλίας επανεξετάζεται πλέον κάτω από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα.
«Έλεγε μόνο ότι…» – Τι αποκαλύπτει η μητριά του συζύγου της
Η εκπομπή του MEGA, επικοινώνησε με τη μητριά του. Τη γυναίκα που όπως λέει η ίδια, τον είχε σαν παιδί της. Με φωνή φορτισμένη, περιγράφει τα όσα ακολούθησαν μετά την εξαφάνιση της συζύγου του.
«Από τότε που έφυγε για την Αμερική δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί μας. Ο πατέρας του αρρώστησε και πέθανε πριν από τρία χρόνια, αλλά εκείνος δεν εμφανίστηκε πουθενά. Μετά την εξαφάνιση της γυναίκας του ήθελε να μείνει εδώ, να τον συντηρούμε κι εκείνος να γυρίζει έξω. Του δώσαμε δωμάτιο στο χωριό, όμως ήταν πολύ απαιτητικός. Για την Χριστίνα έλεγε μόνο ότι ‘κάπου πήγε’. Ακόμα και σήμερα θέλω να πιστεύω πως ίσως τον βαρέθηκε και έφυγε. Ίσως το σκέφτομαι έτσι για να αντέξω. Κάποτε τη ρώτησα αν είχαν προβλήματα και μου είχε πει πως μάλωναν, α λα ‘γαλλικά’», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η ίδια δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να προηγήθηκε έντονος καβγάς: «Φοβάμαι μήπως πάνω σε καβγά την έσπρωξε κατά λάθος και χτύπησε, γιατί ήταν πολύ αδύνατη. Δεν ξέρω. Λέτε να την έχει κρύψει στον βόθρο εκεί στην Καλογρέζα; Δεν πιστεύω πως είναι εγκληματίας, αλλά αν είναι ένοχος, να πληρώσει. Μακάρι να τον βρείτε και να τον φέρετε πίσω».
Όπως αποκαλύπτει, όταν ο γιος της αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα, ο πατέρας του είχε απευθυνθεί στις Αρχές για να ενημερωθεί αν μπορούσε να ταξιδέψει.
«Η Αστυνομία τού είπε πως μπορούσε να φύγει. Του βγάλαμε διαβατήριο και εισιτήριο. Ο πατέρας του τον έφερε στην Αθήνα, του έδωσε 1.000 δολάρια και τον πήγε στο αεροδρόμιο. Από τότε δεν μάθαμε ποτέ νέα του. Από τρίτους πληροφορηθήκαμε ότι από τη Νέα Υόρκη πήγε στο Ντιτρόιτ. Δεν πήρε ούτε ένα τηλέφωνο. Ό,τι κι αν έχει συμβεί, αν μία μέρα χτυπήσει την πόρτα μου, θα του ανοίξω, θα τον δεχτώ… και μετά θα καλέσω την Αστυνομία. Αν είναι ένοχος, πρέπει να πληρώσει», καταλήγει.
