Μετά τα C-130 και τα F-16 η Τουρκία έχει πρόβλημα και με τα Chinook

Chinook

Τη στιγμή που ο ΓΓ του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, έπλεκε το εγκώμιο της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας κάνοντας λόγο για «επανάσταση», ένα μεταγωγικό ελικόπτερο Chinook της τουρκικής αεροπορίας στρατού έπεφτε, εκθέτοντας την αεροπορική γύμνια των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.

Του Χρήστου Μαζανίτη

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, επισκέφθηκε την ASELSAN, μία από τις κορυφαίες εταιρείες αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας, στο πλαίσιο των επαφών του στην Άγκυρα. Συναντήθηκε με μηχανικούς στις σύγχρονες εγκαταστάσεις της εταιρείας και χαρακτήρισε το άλμα της Τουρκίας στις αμυντικές δυνατότητες ως μια παγκόσμια ιστορία επιτυχίας.

Τη λάμψη του τουρκικού αμυντικού “success story”, όμως, επισκίασε η πτώση ενός μεταγωγικού ελικοπτέρου Chinook, που ήταν και από τα πιο πρόσφατα αποκτήματα της τουρκικής αεροπορίας στρατού.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε το Τουρκικό Υπουργείο Άμυνας σχετικά με το περιστατικό, αναφέρεται: «Ένα βαρέως τύπου μεταγωγικό ελικόπτερο CH-47 που ανήκει στη Διοίκηση Αεροπορίας Στρατού μας συνετρίβη για άγνωστη αιτία κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής πτήσης στην περιοχή Άγκυρας/Τεμελλί. Δεν υπάρχουν δυσμενείς καταστάσεις μεταξύ του προσωπικού μας. Η αιτία του ατυχήματος θα καθοριστεί μετά από λεπτομερή έρευνα. Αυτό ανακοινώνεται με σεβασμό στο κοινό».

Η Διοίκηση Ξηράς της Τουρκίας και το Ειδικό Σύνταγμα Αεροπορίας του Γενικού Επιτελείου έλαβαν παραγγελίες για συνολικά 11 βαρέα μεταφορικά ελικόπτερα CH-47F Chinook από την Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών (SSB) μεταξύ 2011 και 2015. Το πρώτο ελικόπτερο παραδόθηκε στην Τουρκία το 2016 και το τελευταίο το 2019.

Η Τουρκία διέθετε ως το απόγευμα της Τετάρτης, 22 Απριλίου 2026, συνολικά 11 ελικόπτερα CH-47F Chinook, τα οποία παραλήφθηκαν σε δύο παρτίδες (έξι και πέντε μονάδες αντίστοιχα) για τις ανάγκες των Χερσαίων Δυνάμεων και των Ειδικών Δυνάμεων. Παρόλο που ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε την απόκτηση 14 μονάδων, το πρόγραμμα περιορίστηκε στα 11 λόγω οικονομικών πιέσεων και της μετέπειτα διπλωματικής κρίσης με τις ΗΠΑ.

Η αλυσίδα εφοδιασμού για κρίσιμα ανταλλακτικά

Η εφαρμογή των κυρώσεων του νόμου CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act), που επιβλήθηκαν λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, έχει προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα του στόλου των ελικοπτέρων. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στην απαγόρευση έκδοσης αδειών εξαγωγής από την αμερικανική Διεύθυνση Ελέγχου Αμυντικού Εμπορίου προς την Τουρκική Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB). Αυτό επηρεάζει άμεσα την αλυσίδα εφοδιασμού για κρίσιμα ανταλλακτικά, την τεχνική υποστήριξη από την κατασκευάστρια Boeing και την πρόσβαση σε αναβαθμίσεις λογισμικού των ηλεκτρονικών συστημάτων.

Επιπλέον, ορισμένα από τα ελικόπτερα παραδόθηκαν χωρίς πλήρη συστήματα αυτοπροστασίας και ηλεκτρονικού πολέμου, καθώς οι άδειες εξαγωγής για υποσυστήματα τρίτων χωρών που χρησιμοποιούν αμερικανική τεχνολογία «πάγωσαν».

Η συντήρηση γίνεται πλέον με μεγαλύτερη δυσκολία μέσω εναλλακτικών οδών ή εγχώριων λύσεων, γεγονός που αυξάνει το κόστος και τον χρόνο που τα αεροσκάφη παραμένουν καθηλωμένα στο έδαφος. Παρά τις πρόσφατες προσπάθειες προσέγγισης μεταξύ Άγκυρας και Ουάσινγκτον εντός του 2026 για την εξεύρεση μιας «φόρμουλας» άρσης των κυρώσεων, ο στόλος των Chinook παραμένει δέσμιος των περιορισμών στις άμεσες στρατιωτικές πωλήσεις και την τεχνική αρωγή.