Λιβανός στη Βουλή για ΟΠΕΚΕΠΕ: Δεν υπάρχει νομική βάση για σύσταση προανακριτικής – Δεν με κλονίζει η αδικία, αλλά με θλίβει η σκευωρία

Λιβανός

Για πολιτική εργαλειοποίηση έκανε λόγο ο πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Σπήλιος Λιβανός, μιλώντας στη συνεδρίαση της Βουλής όπου συζητείται η σύσταση ή μη προανακριτικής επιτροπής για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

«Δεν αποφεύγω τον έλεγχο. Το αντίθετο. Έχω μιλήσει στην Ολομέλεια σαν Υπουργός για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.  Έχω καταθέσει στην εξεταστική τον περασμένο Νοέμβριο, έχω δώσει εξηγήσεις, έχω παρουσιάσει στοιχεία και παραμένω διαθέσιμος σε κάθε διαδικασία που υπηρετεί, όμως, την αλήθεια και την νομιμότητα.  Οφείλουμε, επιτέλους, να διαχωρίσουμε τη θεσμική διαβίβαση μιας υπόθεσης από την πολιτική εργαλειοποίησή της» τόνισε ο κ. Λιβανός.

«Φοβάμαι, ότι οι προτάσεις κατηγορίας που κατέθηκαν εις βάρος μου, στο πλαίσιο μίας ιδιότυπης αντιπολιτευτικής πλειοδοσίας, έχουν απωλέσει την στοιχειώδη αντικειμενικότητα και ευθυκρισία που θα τους επέβαλε η άσκηση δικαιοδοτικών, εν προκειμένω, και όχι πολιτικών καθηκόντων» είπε, σημειώνοντας ότι εάν αυτό δεν είχε συμβεί, θα διέκριναν τρία προφανή πράγματα.

Πρώτον, όπως ανέφερε, η σύσταση Προανακριτικής προϋποθέτει ένδειξη ενοχής. «Δεν συστήνονται Προανακριτικές Επιτροπές χωρίς πραγματική νομική βάση,  χωρίς αξιόποινες πράξεις. Στην περίπτωση που εξετάζει η Βουλή σήμερα,  πραγματική νομική βάση δεν υπάρχει. Δεύτερον, ο στοιχειώδης σεβασμός στην πολιτική ζωή αυτού του τόπου,  επιβάλλει, η υποβολή προτάσεων παραπομπής,  στην οποία εμπλέκονται πρώην μέλη της Κυβέρνησης, να μην ενεργοποιείται για περιπτώσεις που δεν υπάρχει, η παραμικρή υπόνοια οικονομικής βλάβης.

Τρίτον, όλες ανεξαιρέτως οι διαλαμβανόμενες στις προτάσεις παραπομπής- περιπτώσεις αφορούν σε πραγματικούς αγρότες/κτηνοτρόφους, με πραγματικούς αγρούς και ζώα. Αφορούν σε ειλικρινείς προσπάθειες επίλυσης τυπικών  και γραφειοκρατικών κωλυμάτων ή/και προδήλων σφαλμάτων,  πάντοτε στο πλαίσιο της νομιμότητας.

Αυτό προκύπτει, αν βέβαια κάποιος κάνει τον κόπο, να μελετήσει ενδελεχώς το φάκελο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Οι προτάσεις της αντιπολίτευσης αναπαράγουν ατελώς και προχείρως το διαβιβαστικό έγγραφο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας,  αλλά και επί πλέον, αποφεύγουν συστηματικά να αντιμετωπίσουν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα», υπογράμμισε, απαριθμώντας τα νομικά κενά και τις αδυναμίες των προτάσεων, όπως είπε.

Ξεκινώντας από το πολιτικό πλαίσιο, τόνισε ότι είναι  κομβικής σημασίας το γεγονός  ότι η δικογραφία σχηματίστηκε το 2023  και βασίζεται στις απομαγνητοφωνήσεις των τηλεφωνικών επισυνδέσεων, οι οποίες έλαβαν νόμιμα χώρα το 2021.

«Από τότε ήταν γνωστή η  έστω έμμεση, αναφορά του ονόματος μου. Παρά ταύτα, η δικογραφία δεν διαβιβάστηκε τότε αμελλητί στη Βουλή, όπως υπάρχει υποχρέωση εκ του Συντάγματος. Αλλά και όταν διαβιβάστηκε η πρώτη δικογραφία τον Ιούνιο του 2025, που αφορούσε επίσης στην χρονική περίοδο της δικής μου θητείας, με τις ίδιες τηλεφωνικές επισυνδέσεις, και πάλι δεν εμπεριείχε το όνομα μου στους προς διερεύνηση Υπουργούς.

Άρα, είτε από τις συνομιλίες ουδεμία ευθύνη Υπουργού προέκυπτε,  οπότε η δικογραφία δεν έπρεπε καν να διαβιβαστεί,  είτε η πενταετής καθυστέρηση εμβάλλει σε σοβαρές πολιτικές σκέψεις…

Ποιο γεγονός άραγε αφύπνισε αυτό το σκέλος της έρευνας,  το οποίο μέχρι τότε, ορθώς, δεν είχε αξιολογηθεί ως ενδεχομένως ενδιαφέρον από ποινικής πλευράς;» τόνισε ο κ. Λιβανός.

Σχετικά με την πρόταση του ΠΑΣΟΚ, υποστήριξε ότι αποδίδει στον Υπουργό θεσμική εποπτεία και διαχειριστική ευθύνη,   επικαλούμενο αποφασιστική επιρροή του ως πολιτικού προϊσταμένου του Οργανισμού.

«Αποσιωπά όμως το αυτονόητο, ότι ο ΥπΑΑΤ δεν είναι διαχειριστής των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ούτε εγκρίνει ατομικές πληρωμές.  Η διαχειριστική ευθύνη που του αποδίδεται είναι νομικά  ανυπόστατη» τόνισε.

Ο πρώην υπουργός έκανε λόγο για ποινική αδυναμία της πρότασης, αμφισβητώντας και την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απιστίας.   «Τόσο η αναφορά των Ελλήνων εντεταλμένων Εισαγγελέων, όσο και οι προτάσεις των κομμάτων, αντιγράφοντας η μία την άλλη,  αποφεύγουν συστηματικά: τον ακριβή προσδιορισμό, ή έστω την απλή διαπίστωση, της επί μέρους ζημίας κάθε πράξης και αποφεύγουν επίσης,την απόδειξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ενεργειών συνεργατών μου και οιασδήποτε ζημίας.

Τα ουσιώδη αυτά κενά δεν δημιουργήθηκαν εκ παραδρομής. Δεν παρελήφθησαν! Δεν ξεχάστηκαν κάπου…Απλώς δεν υπάρχουν. Από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας  δεν προκύπτει καμία ζημία στην περιουσία οιουδήποτε  κοινοτικού ή κρατικού φορέα.  Από την δικογραφία που συνοδεύει την αναφορά των Ελλήνων Εισαγγελέων, αποδεικνύεται επίσης,  πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι δεν προκύπτει καμία δική μου συμμετοχή, ή υπόδειξη σε καμία συνομιλία, κυρίως όμως δεν προκύπτει καμία παράνομη πράξη των συνεργατών μου.

Πώς μπορεί, λοιπόν,  να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη,  όταν απουσιάζει εντελώς το υποκειμενικό στοιχείο; Η απάντηση είναι απλή: Δεν μπορεί» υπογράμμισε ο κ. Λιβανός, ο οποίος αναφέρθηκε αναλυτικά επιμέρους υποθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τονίζοντας ότι αφορούν πραγματικούς αγρότες και κτηνοτρόφους, διορθώσεις γραφειοκρατικών σφαλμάτων ή περιπτώσεις ανωτέρας βίας και όχι παράνομες παρεμβάσεις.

«Βεβαίως πρέπει να ασκείται έλεγχος και μάλιστα αυστηρός  όταν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις απιστίας, ή και οποιασδήποτε παράνομης πράξης.  Δεν μπορεί, όμως, να ασκείται έλεγχος δίχως ενδείξεις,  όπως συμβαίνει με την περίπτωση μου. Διότι σε αυτή την περίπτωση η Βουλή θα ασχολείται συνεχώς  με αλυσιτελείς προανακρίσεις, τσουβαλιάζοντας δικαίους και αδίκους.

Η σημερινή διαδικασία, συσκοτίζει την έρευνα για το διαχρονικό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ,και αποπροσανατολίζει από αληθινές περιπτώσεις κατάχρησης ευρωπαϊκών πόρων σε βάρος πραγματικών αγροτών και κτηνοτρόφων. Αλλού, όμως, είναι το πραγματικό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο είχα την ευκαιρία να αναλύσω στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής. Εκεί, απέδειξα πώς επιχείρησα να πατάξω τη συστηματική  «επιδοματοφαγία».  Σας εξήγησα πώς ανακτήθηκαν επί Υπουργίας μου  πάνω από 70 εκ. ευρώ  από κακώς καταβληθείσες επιδοτήσεις σε επιτήδειους καταχραστές.

Πώς, μαζί με τους συνεργάτες μου, παλέψαμε να αντιμετωπίσουμε την χρόνια παθογένεια στον ΟΠΕΚΕΠΕ, επιδιώκοντας να προστατέψουμε τόσο τους έντιμους παραγωγούς όσο και το κοινοτικό ταμείο. Δέχθηκα απειλές τότε – εναντίον εμού και της οικογένειάς μου.  

Είδα το πρόσωπό μου σε αφίσες επικήρυξης  και σε κηδειόχαρτα.  Αντιμετώπισα επιθέσεις από όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Γιατί τα υπέστην όλα αυτά; Ακριβώς γιατί συγκρούστηκα με τις συμμορίες,  τις μαφίες και τις πραγματικές εγκληματικές οργανώσεις, που εσείς σήμερα, κ.κ. συνάδελφοι, με εγκαλείτε ότι είμαι μέρος τους. Σας φαίνεται λογικό αυτό;» συνέχισε ο κ. Λιβανός, αναλύοντας όσα μέτρα ελήφθησαν επί υπουργίας του για να αντιμετωπιστούν οι παθογένειες στον ΟΠΕΚΕΠΕ.

«Δεν αναζητώ έπαινο ή αναγνώριση.  Ίσως να όφειλα να έχω κάνει ακόμα περισσότερα προς αυτή την κατεύθυνση,  στους μόλις 13 μήνες, που διετέλεσα Υπουργός. Αυτό  που ειλικρινά με θλίβει είναι ότι κάποιοι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου  υπογράψατε αυτό το κατηγορητήριο εναντίον μου.  Μετατρέψατε άκριτα μια διαβίβαση σε πολιτική δίωξη. Δεν με κλονίζει η αδικία. Με θλίβει, όμως πολύ, η σκευωρία, η αλλοίωση της αλήθειας και ο αποπροσανατολισμός του πολιτικού μας συστήματος από τα μείζονα στα ελάσσονα, στα ασήμαντα και κυρίως στα ανυπόστατα που θα έπρεπε η Βουλή να μπορεί να διακρίνει και να  απορρίπτει.

Διότι μόνον με την προσήλωση στα μείζονα και σημαντικά θα μπορέσει η πολιτική ζωή αυτού του τόπου να ανακτήσει αξιοπιστία, να ενισχύσει θεσμούς και να οδηγήσει τη χώρα μας σε σταθερή προκοπή και ευημερία», ανέφερε μεταξύ άλλων.

«Σας καλώ λοιπόν, να απορρίψετε τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και της NEAP!  Αλλά πριν από αυτό και με απόλυτο σεβασμό στο θεσμικό τους ρόλο – καλώ τα τρία κόμματα της αξιωματικής αντιπολίτευσης  να αποσύρουν τα κατηγορητήρια εναντίον μου. Τους καλώ, έστω και αυτή την τελευταία στιγμή,  να αναγνωρίσουν ότι η θητεία μου ήταν μέρος της λύσης  και όχι του προβλήματος του ΟΠΕΚΕΠΕ», τόνισε ο κ. Λιβανός, που ολοκληρώνοντας την ομιλία του, είπε.

«Επιτρέψτε μου να αναφερθώ και στην άδικη στοχοποίηση των 13 πρώην συνάδελφών μου, βουλευτών της ΝΔ,  αλλά και στην ουσιαστική λειτουργία  της πολιτικής εκπροσώπησης, συζήτηση η οποία γίνεται τον τελευταίο καιρό με –  μεγάλη κατά τη γνώμη μου – υποκρισία.

Ο βουλευτής είναι σύνδεσμος της κοινωνίας με τη διοίκηση. Ακούει προβλήματα. Δέχεται αιτήματα.  Μεταφέρει αγωνίες.  Ζητά ενημέρωση.  Επισημαίνει καθυστερήσεις. Αυτή η λειτουργία είναι θεμιτή και αναγκαία.   Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης.

Η γραμμή είναι σαφής:  ο πολίτης δικαιούται απάντηση,  δικαιούται δίκαιη μεταχείριση,  δικαιούται εφαρμογή του νόμου.

Αυτό που δεν δικαιούται κανείς είναι εξαίρεση από τον νόμο.  Κοινώς το ρουσφέτι. Αυτή είναι άλλη μια διάκριση που η Βουλή  οφείλει να κάνει με αφορμή τη σημερινή διαδικασία.

Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία να μην κάνουμε το εύκολο λάθος,  να βαφτίζουμε κάθε επικοινωνία «παρέμβαση», και κάθε διοικητικό αίτημα «ενοχή».  Αν το κάνουμε αυτό, δεν φωτίζουμε την υπόθεση.  Θολώνουμε την αλήθεια!

Το Κοινοβούλιο οφείλει να κρίνει με βάση πράξεις,  αρμοδιότητες,  αποφάσεις,  αποτελέσματα και πραγματικά περιστατικά. Δεν μπορεί να αναλώνεται σε ανυπόστατες κατηγορίες,  που αδυνατούν να αντέξουν στοιχειώδη νομικό και ουσιαστικό έλεγχο.

Η απόρριψη της πρότασης Προανακριτικής δεν είναι μόνον πολιτική επιλογή.  Είναι ταυτόχρονα και νομική αναγκαιότητα.

Και είμαι σίγουρος ότι σήμερα η Βουλή θα σταθεί στο ύψος των  περιστάσεων και θα το πράξει» κατέληξε ο πρώην υπουργός.