Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Το Great Sea Interconnector αποτελεί το έργο-σταθμό που μετασχηματίζει ριζικά τον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου, σφραγίζοντας και αναβαθμίζοντας την «γαλάζια συμμαχία» Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
- Η γεωπολιτική βαρύτητα του GSI επιβεβαιώνεται από την αμέριστη στήριξη ΕΕ και ΗΠΑ, με την Ουάσινγκτον να θεωρεί το έργο αναπόσπαστο πυλώνα της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
- Το GSI θωρακίζει ενεργειακά Ελλάδα και Κύπρο, αίροντας την ενεργειακή απομόνωση της Μεγαλονήσου και εδραιώνοντας την Ελλάδα ως ενεργειακή πύλη της ΕΕ, ενώ απομονώνει πλήρως την Τουρκία.
To Great Sea Interconnector, το «καλώδιο» αποτελεί το έργο-σταθμό που μετασχηματίζει ριζικά τον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου. Πρόκειται για την ουσιαστική μετεξέλιξη του EastMed και του σχήματος 3+1, που αίρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, θωρακίζει τα συμφέροντα του ελληνισμού κι εν τέλει σφραγίζει κι αναβαθμίζει την «γαλάζια συμμαχία» την στρατηγική συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, με την ισχυρή στήριξη ΕΕ και ΗΠΑ.
του Χρήστου Μαζανίτη
Η Ανατολική Μεσόγειος υπήρξε ιστορικά μια περιοχή εντόνων ανταγωνισμών, αλλά παράλληλα και ένα πεδίο τεράστιων ευκαιριών για όσους διαθέτουν τη διορατικότητα να επενδύσουν σε έργα υποδομής με βαθύ γεωστρατηγικό αποτύπωμα. Στο επίκεντρο αυτού του νέου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού βρίσκεται το Great Sea Interconnector, το φιλόδοξο έργο με το καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Δεν πρόκειται απλώς για ένα τεχνικό εγχείρημα, αλλά για μια γέφυρα ενέργειας και ασφάλειας που επανακαθορίζει τους συσχετισμούς δυνάμεων σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου.
Η υλοποίηση του ηλεκτρικού καλωδίου έρχεται να δώσει οριστική λύση στο χρόνιο πρόβλημα της ενεργειακής απομόνωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία παρέμενε το τελευταίο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς καμία ηλεκτρική διασύνδεση με την ηπειρωτική Ευρώπη. Παράλληλα, η Αθήνα εδραιώνει τη θέση της ως κρίσιμος ενεργειακός κόμβος, μετατρέποντας τη γεωγραφική της θέση σε ένα πανίσχυρο διαπραγματευτικό και στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η μετεξέλιξη του EastMed
Για πολλά χρόνια, το όραμα του αγωγού φυσικού αερίου EastMed κυριάρχησε στη διπλωματική ατζέντα. Αν και οι τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις εκείνου του εγχειρήματος οδήγησαν στην αναπροσαρμογή των σχεδιασμών, η ουσία της στρατηγικής σύλληψης δεν χάθηκε ποτέ. Το GSI αποτελεί τη φυσική, ώριμη και εξαιρετικά υλοποιήσιμη εξέλιξη του EastMed. Αντί για ορυκτά καύσιμα, η νέα εποχή επιβάλλει τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία μπορεί να προέρχεται τόσο από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) όσο και από τις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες των συμμετεχόντων κρατών.
Το σχήμα συνεργασίας 3+1, δηλαδή η τριμερής συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ με την ενεργή συμμετοχή και υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, βρήκε στο πρόσωπο του GSI το ιδανικό όχημα για να περάσει από τη θεωρία στην πράξη. Η ηλεκτρική διασύνδεση μετατρέπει τη διπλωματική σύγκλιση σε υποδομή από μπετόν και χάλυβα, δημιουργώντας τετελεσμένα σταθερότητας και συνεργασίας. Ο άξονας Αθήνας, Λευκωσίας και Τελ Αβίβ αποκτά έτσι ένα ακλόνητο θεμέλιο, το οποίο δεν επηρεάζεται από πρόσκαιρες πολιτικές διακυμάνσεις, αλλά εδράζεται στα κοινά ζωτικά συμφέροντα των τριών χωρών.
Με αμερικανική σφραγίδα
Η γεωπολιτική βαρύτητα του GSI επιβεβαιώνεται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο από την αμέριστη στήριξη που απολαμβάνει τόσο από τις Βρυξέλλες όσο και από την Ουάσινγκτον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη κατατάξει το έργο στις υποδομές μείζονος κοινού ενδιαφέροντος, χρηματοδοτώντας το με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, η καθοριστική ώθηση σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο ήρθε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η κοινή επιστολή των Αμερικανών βουλευτών του Δημοκρατικού Brad Schneider και του Ρεπουμπλικανού Gus Billirakis προς την ηγεσία της αμερικανικής διπλωματίας αποτέλεσε σημείο καμπής.
Με την επιστολή αυτή στον Μάρκο Ρούμπιο, τα μέλη του Κογκρέσου υπογράμμισαν την αδιαμφισβήτητη σημασία του GSI για την ασφάλεια και την ενεργειακή ανεξαρτησία της Ανατολικής Μεσογείου. Η αμερικανική παρέμβαση δεν ήταν απλώς μια τυπική δήλωση συμπαράστασης, αλλά ένα σαφές μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση, το οποίο κατέστησε σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν το έργο αυτό ως αναπόσπαστο πυλώνα της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Η στήριξη αυτή θωρακίζει το έργο απέναντι σε οποιεσδήποτε αναθεωρητικές βλέψεις ή προσπάθειες αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου.
Ενεργειακή θωράκιση
Στο αμιγώς επιχειρησιακό και οικονομικό πεδίο, τα οφέλη για τον ελληνισμό είναι τεράστια. Για την Κύπρο, η διασύνδεση σημαίνει το τέλος της ενεργειακής απομόνωσης και την ταχύτατη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η Μεγαλόνησος αποκτά τη δυνατότητα να εισάγει φθηνή ενέργεια όταν τη χρειάζεται, αλλά και να εξαγάγει τη δική της παραγωγή από ΑΠΕ, μετατρεπόμενη από καταναλωτή σε υπολογίσιμο παίκτη της ευρωπαϊκής αγοράς.
Για την Ελλάδα, το GSI εδραιώνει τη χώρα ως την κύρια ενεργειακή πύλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα ανατολικά. Η διασύνδεση της Κρήτης με την ηπειρωτική Ελλάδα, σε συνδυασμό με την επέκταση προς την Κύπρο και το Ισραήλ, δημιουργεί έναν αδιάσπαστο ενεργειακό διάδρομο. Η ελληνική οικονομία ενισχύεται, ενώ παράλληλα η χώρα θωρακίζεται απέναντι σε ενδεχόμενες ενεργειακές κρίσεις, αποκτώντας πρόσβαση σε νέες πηγές και διαδρομές.
«Γαλάζια συμμαχία»
Η «γαλάζια συμμαχία», η στρατηγική συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν στρέφεται εναντίον κανενός, αλλά λειτουργεί ως μαγνήτης σταθερότητας και ευημερίας για ολόκληρη την περιοχή.
Το Ισραήλ, διαθέτοντας σημαντικότατα αποθέματα ενέργειας και υψηλή τεχνογνωσία, βλέπει στο GSI την ασφαλέστερη διέξοδο για τη σύνδεσή του με την ευρωπαϊκή ηπειρωτική αγορά. Η συνέργεια αυτή ενισχύει τους αμυντικούς και διπλωματικούς δεσμούς των τριών κρατών, δημιουργώντας ένα πλέγμα κοινών συμφερόντων που δρα αποτρεπτικά απέναντι σε οποιαδήποτε αποσταθεροποιητική ενέργεια στην περιοχή.
Η παρουσία αμερικανικών και ευρωπαϊκών κεφαλαίων, σε συνδυασμό με τη θεσμική θωράκιση του έργου, καθιστά το Great Sea Interconnector μια πραγματικότητα που ανασυντάσσει τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Η Ανατολική Μεσόγειος παύει να αντιμετωπίζεται ως μια επικίνδυνη ζώνη τριβών και μετατρέπεται σε έναν ασφαλή ενεργειακό διάδρομο υψίστης σημασίας για ολόκληρη τη Δύση.
Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα της δικής της αναθεωρητικής πολιτικής. Η Άγκυρα, η οποία επένδυσε επί χρόνια στο ανυπόστατο «τουρκολιβυκό μνημόνιο» και στην αυθαίρετη κι ανυπόστατη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» με στόχο να κόψει στη μέση την ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα, βλέπει τις εξελίξεις να την προσπερνούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Η υλοποίηση του GSI με την υποστήριξη ΕΕ, ΗΠΑ και Ισραήλ απομονώνει πλήρως την Τουρκία στον ενεργειακό χάρτη της Μεσογείου. Η προσπάθεια της Άγκυρας να καταστεί ο μοναδικός ενεργειακός κόμβος προς την Ευρώπη καταρρέει, καθώς οι δυτικοί σύμμαχοι επιλέγουν μια ασφαλή, σταθερή και δημοκρατική διαδρομή που παρακάμπτει παντελώς την αβεβαιότητα της τουρκικής επικράτειας. Οι τουρκικές προκλήσεις και οι τακτικές εκφοβισμού στη θάλασσα νότια της Κάσου ή ανοιχτά της Κύπρου δεν κατάφεραν να ακυρώσουν τους σχεδιασμούς. Το μόνο που πέτυχαν ήταν να επιβεβαιώσουν στη διεθνή κοινότητα ότι η Τουρκία αποτελεί παράγοντα αστάθειας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την πολιτική βούληση για την ολοκλήρωση της «Γαλάζιας Συμμαχίας».
Η αμυντική διάσταση
Ίσως η σημαντικότερη παράμετρος της αναβάθμισης της «Γαλάζιας Συμμαχίας» μέσω του GSI να βρίσκεται στο πεδίο της αποτροπής και της αμυντικής ασφάλειας. Η ενεργειακή διασύνδεση δημιουργεί ζωτικά συμφέροντα για μια σειρά από ισχυρούς παίκτες στη γεωγραφική ζώνη από τη Λευκωσία έως την Ιερουσαλήμ και την Ουάσινγκτον.
Στην απευκταία περίπτωση που η Άγκυρα αποφασίσει να κλιμακώσει στρατιωτικά την επιθετικότητά της στο πεδίο, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν πρόκειται να βρεθούν μόνες τους. Η παρουσία ισραηλινών και αμερικανικών συμφερόντων πάνω στις υποδομές του GSI μετατρέπει κάθε τουρκική απειλή σε αμφισβήτηση των συμφερόντων της ίδιας της Ουάσινγκτον και της Ιερουσαλήμ. Η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ, η οποία περιλαμβάνει πλέον κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή πληροφοριών και συντονισμό σε επίπεδο επιτελείων, συνδυάζεται με τη διαρκή αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.
Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την απέναντι όχθη του Αιγαίου είναι σαφές και κατηγορηματικό. Οποιοδήποτε πλήγμα κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου ή κατά των υποδομών που ενώνουν την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή θα προκαλέσει μια αλυσιδωτή αντίδραση, εμπλέκοντας δυνάμεις που η Άγκυρα δεν μπορεί να αγνοήσει. Η θωράκιση της Ελλάδας είναι πλέον ολιστική, καλύπτοντας τόσο το διπλωματικό και το ενεργειακό όσο και το αμυντικό πεδίο, μετατρέποντας την Ανατολική Μεσόγειο σε πεδίο σταθερότητας υπό τη σκέπη της «Γαλάζιας Συμμαχίας».
