Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Η υπόθεση του καταγγελλόμενου ομαδικού βιασμού στο Πανεπιστήμιο Cornell άνοιξε ξανά, καθώς το CBS News έφερε στη δημοσιότητα γραπτά μηνύματα και η πολιτική αγωγή παρουσιάζει «δραματικά διαφορετικούς» ισχυρισμούς.
- Ενώ η καταγγέλλουσα φέρεται να έγραψε σε μηνύματα μετά την επίθεση ότι «κανένα από τα σεξουαλικά πράγματα δεν ήταν παράνομο», η ίδια δήλωσε αργότερα στην αστυνομία: «Μπορώ να πω με 100% βεβαιότητα ότι βιάστηκα».
- Η υπόθεση αναδεικνύει τις νομικές αγκυλώσεις για τον βιασμό στη Νέα Υόρκη, ενώ αποκαλύφθηκαν χυδαία μηνύματα στο Snapchat της αδελφότητας και ήπιες πειθαρχικές ποινές για ορισμένους κατηγορούμενους από το πανεπιστήμιο.
Νέα τροπή λαμβάνει η υπόθεση του καταγγελλόμενου ομαδικού βιασμού στο κορυφαίο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Cornell των ΗΠΑ, καθώς το CBS News έφερε στη δημοσιότητα γραπτά μηνύματα μεταξύ της καταγγέλλουσας και ενός εκ των κατηγορουμένων.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται μόλις μία ημέρα μετά την απόφαση των εισαγγελικών αρχών της Νέας Υόρκης να ανοίξουν εκ νέου την ποινική δικογραφία, επαναφέροντας στο προσκήνιο την πολυπλοκότητα των ερευνών για υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης σε αμερικανικά πανεπιστήμια.
Ποια είναι η «Jane Doe» και το χρονικό της επίθεσης
Η καταγγέλλουσα, η οποία αναφέρεται ως Jane Doe στα δικαστικά έγγραφα, καταγόταν από μια μικρή πόλη, περίπου 1.000 χιλιόμετρα μακριά από το Cornell. Εγγράφηκε στο πανεπιστήμιο ως προπτυχιακή φοιτήτρια τον Αύγουστο του 2022, αλλά διέκοψε τις σπουδές της μετά την καταγγελλόμενη επίθεση του 2024, όταν ήταν 20 ετών.
Ο νομικός της εκπρόσωπος δήλωσε ότι η πελάτισσά του δίνει μάχη με τις ψυχολογικές συνέπειες του συμβάντος, βρίσκεται σε κακή κατάσταση και δεν φοιτά πλέον σε κανένα πανεπιστήμιο.
Σύμφωνα με την αστική αγωγή που κατέθεσε η γυναίκα νωρίτερα τον Σεπτέμβριο, τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν στις 19 Οκτωβρίου 2024 στην Ιθάκη της Νέας Υόρκης.
Η φοιτήτρια ξεκίνησε τη βραδιά της καταναλώνοντας βότκα στην εστία της γυναικείας αδελφότητας Tri-Delta. Γύρω στις 20:30, μεταφέρθηκε με Uber σε εκδήλωση της αδελφότητας σε μπαρ της περιοχής. Παρότι ο πορτιέρης διαπίστωσε ότι ήταν ανήλικη -κάτω των 21 ετών, βάσει του αμερικανικού νόμου για την κατανάλωση αλκοόλ-, η ίδια ισχυρίζεται ότι της καταναλώθηκε τουλάχιστον ένα αλκοολούχο ποτό.
Γύρω στις 23:00, αποφάσισε να περπατήσει περίπου ένα χιλιόμετρο μέχρι την εστία της ανδρικής αδελφότητας Chi Phi για να συναντήσει έναν άνδρα που θεωρούσε φίλο της. Μόλις έφτασε, ο συγκεκριμένος άνδρας και τα μέλη της αδελφότητας της παρείχαν μπίρα, μαριχουάνα, ρούμι και κεταμίνη.
Η καταγγέλλουσα υποστηρίζει ότι δεν είχε δοκιμάσει ποτέ ξανά κεταμίνη και ότι πιέστηκε να την εισπνεύσει.
Ακολούθησε σειρά σεξουαλικών επιθέσεων και συνεχής χρήση ουσιών επί επτά ώρες με τη συμμετοχή του φίλου της και ακόμα έξι ανδρών.
Η γυναίκα υποστηρίζει ότι της χορηγήθηκαν ναρκωτικές ουσίες, υπεβλήθη σε διαδοχικούς βιασμούς, δέχθηκε πολλαπλά «χαστούκια» και δήλωσε ότι «το τηλέφωνό της βρισκόταν στην άλλη πλευρά του δωματίου και ένιωθε ότι δεν υπήρχε τρόπος να διαφύγει από αυτό το δωμάτιο που ήταν γεμάτο από επιθετικούς άνδρες της αδελφότητας».
Τα μηνύματα μετά την επίθεση, η «συγγνώμη» και τα χυδαία σχόλια στο Snapchat
Σύμφωνα με το CBS News, τα γραπτά μηνύματα μεταξύ της 20χρονης και ενός εκ των κατηγορουμένων ανταλλάχθηκαν λίγες ημέρες μετά την επίθεση. Οι άνδρες φαίνεται πως ειδοποιήθηκαν για την παρουσία της εκεί μέσω της πλατφόρμας Snapchat.
Στα στιγμιότυπα οθόνης (screenshots) που περιήλθαν στη γνώση του CBS New York, ο ανώνυμος κατηγορούμενος φαίνεται να ζητά συγγνώμη από τη γυναίκα για το «πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα», αναφέροντας παράλληλα ότι η μνήμη του από τα γεγονότα εκείνης της νύχτας ήταν «κάπως θολή».
Ο ίδιος πρόσθεσε πως ο ίδιος και ένας ακόμη παρευρισκόμενος εξέφρασαν τη λύπη τους που ήταν τόσο μεθυσμένοι ώστε να μην μπορέσουν να «το σταματήσουν και να διώξουν τον κόσμο πριν η κατάσταση ξεφύγει τελείως».
Απαντώντας, η γυναίκα ανέφερε ότι και η δική της μνήμη ήταν «πολύ θολή» και ότι ήταν όλοι μεθυσμένοι.
Όπως αποκαλύπτει το CBS, η ίδια έγραψε επίσης: «κανένα από τα σεξουαλικά πράγματα δεν ήταν παράνομο», δηλώνοντας παράλληλα ότι της άρεσε που ήταν μαζί με εκείνον και έναν ακόμα άνδρα.
Στη συνέχεια, πρότεινε να καπνίσουν ξανά μαζί, «αλλά παραλείποντας τους επιπλέον 5 δισεκατομμύρια άνδρες και τη κεταμίνη».
Ο δικηγόρος της, Τόμας Τζιούφρα, επιβεβαίωσε την ανταλλαγή των μηνυμάτων, διευκρίνισε όμως ότι δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τη γνησιότητα των συγκεκριμένων screenshots. Εξήγησε ότι η Jane Doe βρισκόταν σε κατάσταση άρνησης και τραύματος αμέσως μετά το συμβάν, ενώ ήταν σε κατάσταση μέθης μέχρι σημείου ανικανότητας εκείνη τη νύχτα, προσπαθώντας εκ των υστέρων να καταλάβει τι είχε συμβεί.
Πρόσθεσε ότι η ίδια ένιωθε πως δεν μπορούσε να υιοθετήσει επιθετικό τόνο αν ήθελε να πάρει απαντήσεις.
Παράλληλα, το CBS υποστηρίζει ότι διαθέτει βίντεο με μηνύματα από ομαδική συνομιλία στο Snapchat με την ονομασία Chi Phi Actives.
Στις 01:42 τα ξημερώματα, ενώ η γυναίκα βρισκόταν μέσα στην εστία, ένα μέλος έστειλε μήνυμα προσκαλώντας κι άλλα άτομα, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι υπήρχε «δωρεάν μ@υνί στον πάνω όροφο».
Μεταγενέστερο μήνυμα μέλους ρωτούσε: «Είναι ακόμα ανοιχτό το “μαγαζί”;», με την απάντηση να είναι: «Ναι».
Η πολιτική αγωγή, οι πειθαρχικές ποινές-χάδι και οι αντιδράσεις
Η αστική αγωγή της γυναίκας στρέφεται κατά επτά ανδρών: Matthew Ingalls, Johnathan Newell, Winston Lee, Gillio Lopes, Diego Sarabia, Scott Norris και Scott Kretzschmar.
Έπειτα από εσωτερική έρευνα του Πανεπιστημίου Cornell, δύο από τους φερόμενους ως δράστες αποβλήθηκαν οριστικά.
Αντίθετα, στους υπόλοιπους πέντε επιτράπηκε να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο ινστιτούτο της Ivy League, αφού προηγουμένως έγραψαν μια γραπτή εργασία (essay), παρακολούθησαν ένα σεμινάριο ή εξέτισαν μια σύντομη αναστολή φοίτησης.
Κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν συνελήφθη ούτε διώχθηκε ποινικά τότε, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και οργή όταν η αγωγή έγινε γνωστή.
Από την πλευρά των κατηγορουμένων, οι Kretzschmar και Norris αρνήθηκαν οποιαδήποτε εμπλοκή μέσω δηλώσεων στο ABC News. Παράλληλα, όπως μετέδωσε το TMZ, ο Diego Sarabia απολύθηκε από την εργασία του στην τράπεζα Wells Fargo, η οποία δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα για σχολιασμό.
Άνοιγμα της υπόθεσης
Τη Δευτέρα, ο Μάθιου Βαν Χούτεν, εισαγγελέας της κομητείας Τομπκινς της Νέας Υόρκης -στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται το Cornell- ανακοίνωσε ότι άνοιξε ξανά ο φάκελος της ποινικής έρευνας, εξαιτίας των ισχυρισμών της αγωγής που είναι «δραματικά διαφορετικοί» από όσους είχαν διατυπωθεί αρχικά.
Ο εισαγγελέας υπερασπίστηκε την αρχική του απόφαση να μην ασκήσει διώξεις, δίνοντας στη δημοσιότητα σύνοψη της «έξι σελίδων, μονογραφημένης, δακτυλογραφημένης κατάθεσης» που είχε δώσει η γυναίκα στην πανεπιστημιακή αστυνομία τρεις εβδομάδες μετά το συμβάν.
Σε αυτήν, η φοιτήτρια παραδεχόταν ότι αρχικά ήταν πρόθυμη να συνευρεθεί σεξουαλικά με δύο από τα μέλη της αδελφότητας, πριν εμφανιστούν οι υπόλοιποι.
«Η ένορκη κατάθεση της Jane Doe τον Νοέμβριο του 2024 δεν ισχυριζόταν ότι της χορηγήθηκαν ναρκωτικά παρά τη θέλησή της ή ότι υπέστη ομαδικό βιασμό», δήλωσε ο Βαν Χούτεν.
«Αντίθετα, η κατάθεσή της περιέγραφε τη συμμετοχή της στη χρήση ναρκωτικών και στη σεξουαλική συμπεριφορά ως εθελοντική, συνειδητή και συναινετική. Το γραφείο μου προφανώς δεν βασίστηκε —και δεν θα μπορούσε να έχει βασίσει— την απόφαση του Νοεμβρίου 2024 στους ισχυρισμούς μιας πολιτικής αγωγής που θα κατατίθετο σχεδόν δύο χρόνια αργότερα».
Την ίδια ώρα, νέα ερωτήματα για την αρχική απόφαση της εισαγγελίας να μην ασκήσει διώξεις γεννά ένα ακόμη αποκαλυπτικό στοιχείο που έφερε στο φως το CBS New York.
Σύμφωνα με το δίκτυο, το οποίο υποστηρίζει ότι έχει στην κατοχή του τα επίσημα πρακτικά της κατάθεσης της φοιτήτριας στην αστυνομία λίγες εβδομάδες μετά το συμβάν, η 20χρονη είχε δηλώσει χαρακτηριστικά στους ερευνητές: «Μπορώ να πω με 100% βεβαιότητα ότι βιάστηκα».
Οι νομικές αγκυλώσεις
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις, η Τζέιν Μάνινγκ, πρώην εισαγγελέας και διευθύντρια της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Women’s Equal Justice, σημείωσε ότι οι εισαγγελείς φαίνεται να αποφάσισαν πως δεν υπήρχε υπόθεση βασιζόμενοι μόνο στα αρχικά έγγραφα της αστυνομίας — μια πρακτική συνήθη αλλά «απαράδεκτη».
Τόνισε δε ότι η προσωπική συνέντευξη με το θύμα αποτελεί «θεμελιώδη υποχρέωση» πριν από κάθε απόφαση για άσκηση δίωξης.
Παράλληλα, η Μάνινγκ επεσήμανε μια σημαντική νομική επιπλοκή: ο νόμος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης ορίζει τον βιασμό πολύ περιοριστικά, εξαιρώντας περιπτώσεις όπου το θύμα περιέρχεται σε κατάσταση μέθης ή υπό την επήρεια ουσιών οικειοθελώς, εκτός εάν έχει χάσει εντελώς τις αισθήσεις του κατά τη διάρκεια της επίθεσης.
Πρόκειται για έναν νόμο που τόσο οργανώσεις δικαιωμάτων όσο και εισαγγελείς -συμπεριλαμβανομένου του εισαγγελέα του Μανχάταν, Άλβιν Μπραγκ- έχουν ζητήσει επανειλημμένα να τροποποιηθεί.
