Έτοιμα στα συρτάρια των επιτελείων σε Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ βρίσκονται τα επιχειρησιακά σχέδια για μια νέα, σφοδρή στρατιωτική επίθεση κατά της Τεχεράνης, αμέσως μετά τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές.
Ωστόσο, η υλοποίηση των σχεδίων παραμένει αβέβαιη, καθώς ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει ακυρώσει επανειλημμένα παρόμοιες επιχειρήσεις την τελευταία στιγμή, ενώ το Ιράν προειδοποιεί για διευρυμένα αντίποινα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν παγκόσμια οικονομική ασφυξία.
Στρατιωτικές προετοιμασίες
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους και πηγές με γνώση των συζητήσεων που επικαλούνται οι New York Times, οι στρατοί των ΗΠΑ και του Ισραήλ έχουν εκπονήσει συγκεκριμένα επιχειρησιακά σχέδια για μια σύντομη αλλά εξαιρετικά εντατική στρατιωτική επιχείρηση, με νέο κύμα αεροπορικών πληγμάτων κατά του Ιράν.
Στο πλαίσιο των προετοιμασιών, οι δύο χώρες έχουν πυκνώσει τις κοινές ασκήσεις τους, πραγματοποιώντας πτήσεις πολεμικών αεροσκαφών πάνω από τον εναέριο χώρο του Ιράκ για την εξάσκηση ελιγμών προσβολής στόχων.
Παράλληλα, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ πραγματοποίησε αυτή την εβδομάδα μυστική επίσκεψη στο Ισραήλ, όπου συνάντησε τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου προκειμένου να εξετάσουν τις λεπτομέρειες των νέων πληγμάτων.

Οι πιθανοί στόχοι περιλαμβάνουν:
- Τις ενεργειακές υποδομές του Ιράν
- Τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας
- Το οπλοστάσιο πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones)
Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ένας ακόμη μεγάλος γύρος επιθέσεων θα μπορούσε να σπρώξει την ιρανική οικονομία στο γκρεμό και να αναγκάσει την Τεχεράνη σε διπλωματικές υποχωρήσεις, ύστερα από σχεδόν οκτώ μήνες σύγκρουσης.
Αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα
Ωστόσο, επικρατεί έντονος προβληματισμός για το αν ένας νέος γύρος επιθέσεων θα είναι πιο αποτελεσματικός από την πρώτη φάση των σφοδρών αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων που διεξήχθησαν μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου.
Εκείνη η περίοδος εχθροπραξιών εκτίναξε τις τιμές της ενέργειας και τον πληθωρισμό παγκοσμίως, προκάλεσε κρίση ασφάλειας στη Μέση Ανατολή και εξάντλησε επικίνδυνα τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων του Πενταγώνου.
Επιπλέον, η τελική έγκριση από τον Ντόναλντ Τραμπ θεωρείται κάθε άλλο παρά βέβαιη, σημειώνουν οι New York Times.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει ασκήσει επανειλημμένα φέτος βέτο σε σχέδια επιστροφής σε ευρείας κλίμακας πολεμικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος μηνός, όταν οι ένοπλες δυνάμεις των δύο χωρών βρίσκονταν ένα βήμα πριν την εξαπόλυση επίθεσης.
Όλοι οι αξιωματούχοι που μίλησαν για το θέμα διατήρησαν την ανωνυμία τους προκειμένου να συζητήσουν ανοιχτά τον στρατιωτικό σχεδιασμό.
Το «παζάρι» της διπλωματίας
Ενώ οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν ένα τεράστιο οπλοστάσιο -το οποίο αναμένεται να αναπτυχθεί πλήρως στις αρχές Νοεμβρίου-, οι διπλωματικές επαφές συνεχίζονται.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές χρησιμοποιούν την απειλή της επιστροφής στον πόλεμο ως μέσο πίεσης προς το Ιράν, διεκδικώντας υποχωρήσεις στο πυρηνικό του πρόγραμμα και στον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.
Μέχρι στιγμής, οι Ιρανοί διαπραγματευτές αρνούνται να κάνουν παραχωρήσεις στο πυρηνικό πρόγραμμα, επιμένοντας να μετατεθεί το ζήτημα για αργότερο στάδιο των συνομιλιών.

Από την πλευρά τους, Ιρανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι αυτή τη φορά τα αντίποινά τους δεν θα περιοριστούν στα εμπορικά πλοία και τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, αλλά θα επεκταθούν σε:
- Κέντρα δεδομένων (data centers)
- Υποθαλάσσια καλώδια ίντερνετ στο Ορμούζ
Παράλληλα, διαμηνύουν ότι οι μάχες δεν θα είναι ούτε σύντομες ούτε περιορισμένες.
Αν και ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι του στρατηγικού σχεδιασμού πιστεύουν ότι μια εντατική εκστρατεία τριών ημερών θα προκαλούσε αρκετή οικονομική ζημιά ώστε να αλλάξει τη στάση του Ιράν, Δυτικοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η ιρανική κυβέρνηση έχει αντέξει μέχρι στιγμής τις οικονομικές πιέσεις.
Η Ντάνα Στρούλ, πρώην ανώτατη αξιωματούχος του Πενταγώνου για τη Μέση Ανατολή επί διακυβέρνησης Μπάιντεν και νυν στέλεχος του Washington Institute for Near East Policy, σχολίασε χαρακτηριστικά: «Σε αυτό το σημείο του πολέμου, αυτό που είναι σαφές είναι ότι η συμβατική στρατιωτική εκστρατεία που διεξήχθη μέχρι σήμερα, καθώς και οι τρέχουσες εξοντωτικές οικονομικές κυρώσεις και ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός, δεν έχουν φέρει το καθεστώς πίσω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με ουσιαστικό τρόπο».
«Ούτε ο κ. Τραμπ ούτε ο κ. Νετανιάχου έχουν παρουσιάσει πειστικά επιχειρήματα για το πώς περισσότερος πόλεμος θα αλλάξει αυτό το στρατηγικό δίλημμα σε μια όλο και πιο ασταθή και έκρυθμη περιοχή».
Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου
Ο στρατιωτικός σχεδιασμός περιπλέκεται περαιτέρω από τις προγραμματισμένες εκλογές στο Ισραήλ στις 27 Οκτωβρίου. Αν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου χάσει, θα παραμείνει ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την έναρξη ενός πολέμου.
Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι ο Νετανιάχου θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την προοπτική ενός επικείμενου κοινού αμερικανοϊσραηλινού πλήγματος για να πιέσει τους πολιτικούς του αντιπάλους να συμμετάσχουν σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, παρατείνοντας έτσι την παραμονή του στην εξουσία.

«Θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει αυτό για να καλέσει σε μια ευρεία κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης, αλλά θα αντιμετωπίσει βαθιά καχυποψία από τους πολιτικούς του αντιπάλους», δήλωσε η Μαζάλ Μουαλέμ, Ισραηλινή πολιτική αναλητήτρια και βιογράφος του Νετανιάχου.
«Αν επιτεθεί το Ιράν, αυτό είναι ένα πράγμα, αλλά το να αναλάβει την πρωτοβουλία για ένα επιθετικό χτύπημα, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο για εκείνον», πρόσθεσε.
Τακτικές καθυστέρησης
Αξιωματούχοι αναφέρουν ότι υπάρχει μια μικρή πιθανότητα ο Τραμπ να αποφασίσει να ξεκινήσει την εκστρατεία εντός του μήνα, αλλά υπάρχουν πολλοί πολιτικοί λόγοι για να περιμένει μέχρι μετά τις αμερικανικές εκλογές — με κυριότερο τη δική του δέσμευση στις αρχές του μήνα ότι δεν θα χτυπήσει πριν από την ψηφοφορία.
Επιπλέον, η πλήρης στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ, που περιλαμβάνει τρία αεροπλανοφόρα, χιλιάδες πεζοναύτες, μαχητικά αεροσκάφη και δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων, δεν θα βρίσκεται στη θέση της πριν από τις αρχές Νοεμβρίου.
Παράλληλα, οι αμερικανικές δυνάμεις προτιμούν τις νυχτερινές επιχειρήσεις, και στις αρχές του επόμενου μήνα οι ώρες συσκοτισμού πάνω από το Ιράν θα είναι μεγαλύτερες, προσφέροντας καλύτερη κάλυψη.

Την ίδια στιγμή, οι ανησυχίες για γενίκευση της σύγκρουσης εντείνονται. Την Τετάρτη, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ διέταξε το μη απαραίτητο προσωπικό και τις οικογένειές τους να εγκαταλείψουν τη Σαουδική Αραβία, καθώς οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν αντάρτες Χούθι συνεχίζουν τις επιθέσεις σε στόχους εντός της χώρας.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, εκπρόσωπος δήλωσε την Τετάρτη ότι η κυβέρνηση δεν σχολιάζει στρατιωτικά σχέδια «που μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν», προσθέτοντας ότι ο Τραμπ διατηρεί όλες τις επιλογές στο τραπέζι για να διασφαλίσει ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Το ενδεχόμενο χρήσης της βόμβας MOAB
Πηγές αναφέρουν επίσης στους NYT ότι τα στρατιωτικά επιτελεία εξετάζουν πλήγματα κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, συμπεριλαμβανομένης της βαθιά θαμμένης εγκατάστασης στο Όρος Pickaxe, που οι Ιρανοί αποκαλούν Kooh Kolang.

Ο Τραμπ δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι εξετάζει τη χρήση της βόμβας GBU-43/B Massive Ordnance Air Blast (MOAB), βάρους 22.000 λιβρών.
Αξιωματούχοι σημειώνουν ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι γοητευμένος από το όπλο, εν μέρει λόγω του προσωνυμίου του, «Μητέρα Όλων των Βομβών».

Ωστόσο, ειδικοί προειδοποιούν ότι η MOAB εκρήγνυται πάνω από το έδαφος προκαλώντας ωστικό κύμα σε μεγάλη έκταση και πιθανότατα δεν θα κατέστρεφε μια υπόγεια εγκατάσταση από γρανίτη όπως το Pickaxe, ενώ, παράλληλα, η ρίψη της απαιτεί ένα αργό μεταγωγικό αεροσκάφος MC-130, το οποίο θα ήταν εξαιρετικά ευάλωτο στα ιρανικά αντιαεροπορικά πυρά.
«Ψυχολογικό σφυροκόπημα»
Η συνεχιζόμενη προετοιμασία σχεδίων που ακολουθείται από ξαφνικές ακυρώσεις από τον Τραμπ έχει προκαλέσει «καθημερινό νευρικό κλονισμό» στα στελέχη του αμερικανικού επιτελείου.
Διοικητής, που μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, ανέφερε ότι οι ένοπλες δυνάμεις προσπαθούν να παραμείνουν σε ετοιμότητα για όποια επιλογή αποφασίσει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ τις επόμενες εβδομάδες.
Στην Τεχεράνη, η ηγεσία γίνεται όλο και λιγότερο διαλλακτική, θεωρώντας ότι ο αντικειμενικός στόχος ΗΠΑ και Ισραήλ είναι η ανατροπή του καθεστώτος.
Ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, παραμένει «αίνιγμα» για τις αμερικανικές και ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες.
Ορισμένοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι δεν διαθέτει την ισχύ του πατέρα του —ο οποίος σκοτώθηκε την πρώτη ημέρα του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου— και ότι οι σκληροπυρηνικοί των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις.

Ο Πέιμαν Σαλεχί, πολιτικός αναλυτής στην Τεχεράνη, δήλωσε ότι αν δεχθεί επίθεση το Pickaxe, μέρος των ιρανικών αντιποίνων θα είναι αποστολές ταγμάτων κατά των μεγάλων διυλιστηρίων πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας, όπως της Aramco, προκαλώντας ακαριαία εκτίναξη των τιμών.
«Ο πόλεμος μας έκανε να καταλάβουμε ότι ο καλύτερος μοχλός πίεσης στον Τραμπ είναι η αύξηση των τιμών του πετρελαίου και της ενέργειας, επειδή αυτό θα βλάψει τον αμερικανικό λαό», τόνισε ο Σαλεχί.
Από την πλευρά του, ο Μαχντί Μοχαμαντί, ανώτερος σύμβουλος του Ιρανού διαπραγματευτή και προέδρου του κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, χαρακτήρισε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως «φαντασίωση» την ιδέα ότι οι ΗΠΑ θα ολοκληρώσουν έναν νέο γύρο πληγμάτων μέσα σε 72 ώρες, υπενθυμίζοντας ότι ο Τραμπ δήλωνε τον Φεβρουάριο πως ο πόλεμος θα διαρκούσε δύο εβδομάδες.
«Οι επιθέσεις μας θα είναι πιο σφοδρές, δημιουργικές και διαφορετικές», προειδοποίησε ο Μοχαμαντί. «Είμαστε αποφασισμένοι και με αυτοπεποίθηση, και έχει τεθεί σε εφαρμογή ισχυρός σχεδιασμός».