Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Η συμφωνία πολιτικής πυρηνικής συνεργασίας ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας προκαλεί έντονη ανησυχία ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή πυρηνικού ανταγωνισμού.
- Η συμφωνία ενδέχεται να επιτρέψει στη Σαουδική Αραβία να αποκτήσει δυνατότητα εμπλουτισμού πυρηνικού καυσίμου, ενώ παράλληλα προβλέπει πιο περιορισμένους ελέγχους από τους διεθνείς επιθεωρητές.
- Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι το σημαντικότερο ζήτημα είναι το προηγούμενο που δημιουργείται, καθώς και άλλες χώρες ενδέχεται να ζητήσουν αντίστοιχες συμφωνίες.
Η συμφωνία πολιτικής πυρηνικής συνεργασίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας προκαλεί έντονη ανησυχία ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή πυρηνικού ανταγωνισμού, με ολοένα και περισσότερες χώρες να επιδιώκουν την απόκτηση πυρηνικών δυνατοτήτων ως μέσο αποτροπής απέναντι σε γεωπολιτικές απειλές. Αυτό υποστηρίζουν σε ανάλυσή τους οι New York Times και ο συντάκτης της Μάρκ Λάντλερ, επισημαίνοντας ότι η συμφωνία αποτελεί ένδειξη της μεταβαλλόμενης διεθνούς τάξης και της υποχώρησης της αμερικανικής πυρηνικής «ομπρέλας» ασφαλείας.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, η συμφωνία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με το Ριάντ δεν περιορίζεται μόνο στην ενεργειακή συνεργασία, αλλά δημιουργεί προηγούμενο που θα μπορούσε να αλλάξει τους κανόνες της διεθνούς μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.
Η Σαουδική Αραβία αποκτά μεγαλύτερη πυρηνική ευελιξία
Όπως σημειώνουν οι New York Times, η συμφωνία ενδέχεται να επιτρέψει στη Σαουδική Αραβία να αποκτήσει δυνατότητα εμπλουτισμού πυρηνικού καυσίμου για τους αντιδραστήρες της, ενώ παράλληλα προβλέπει πιο περιορισμένους ελέγχους από τους διεθνείς επιθεωρητές σε σχέση με προηγούμενες αμερικανικές συμφωνίες.
Οι συγκεκριμένες παραχωρήσεις θεωρούνται πρωτοφανείς για συμφωνία πολιτικής πυρηνικής συνεργασίας των ΗΠΑ και ενισχύουν τους φόβους ότι στο μέλλον το βασίλειο θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτές τις υποδομές για την ανάπτυξη στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος.
Ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει άλλωστε δηλώσει επανειλημμένα ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να καθησυχάσει τις ανησυχίες, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία αφορά αποκλειστικά ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής τεχνολογίας. Ωστόσο, ειδικοί που επικαλείται η εφημερίδα εκτιμούν ότι οι ασαφείς όροι της συμφωνίας δύσκολα θα καθησυχάσουν τη διεθνή κοινότητα.
Νέα εποχή «πυρηνικής αντιστάθμισης»
Ο καθηγητής Πυρηνικής Ασφάλειας του MIT, Βίπιν Ναράνγκ, υποστηρίζει ότι ο κόσμος επιστρέφει σε μια περίοδο όπου πολλές χώρες επιδιώκουν να αποκτήσουν τις τεχνολογικές δυνατότητες που θα τους επέτρεπαν, εφόσον χρειαστεί, να κατασκευάσουν πυρηνικά όπλα.
Όπως εξηγεί, κυβερνήσεις που αισθάνονται ολοένα και πιο ανασφαλείς αμφιβάλλουν πλέον κατά πόσο μπορούν να βασίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες για την προστασία τους και αναζητούν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Ο Γκάρι Σάμορ, πρώην σύμβουλος των κυβερνήσεων Ομπάμα και Κλίντον σε θέματα ελέγχου εξοπλισμών, χαρακτηρίζει αυτές τις χώρες «φιλικούς διασπορείς» (friendly proliferators), τονίζοντας ότι ακόμη και αν δεν αποκτήσουν τελικά πυρηνικά όπλα, θα επιδιώξουν να διατηρούν την τεχνογνωσία και τις υποδομές που θα τους έδιναν αυτή τη δυνατότητα.
Ευρώπη και Ασία εξετάζουν νέες πυρηνικές επιλογές
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με την New York Times, στη Γερμανία, την Πολωνία, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία αναπτύσσεται ολοένα και πιο έντονη δημόσια και πολιτική συζήτηση γύρω από την ανάγκη ενίσχυσης των πυρηνικών δυνατοτήτων ή της αποτρεπτικής τους ισχύος.
Η Νότια Κορέα προωθεί πρόγραμμα ανάπτυξης πυρηνοκίνητων υποβρυχίων με την υποστήριξη των ΗΠΑ, ενώ ο υπουργός Άμυνας της Ιαπωνίας, Σιντζίρο Κοϊζούμι, δήλωσε ότι η χώρα πρέπει να επανεξετάσει τον ρόλο των πυρηνικών όπλων στην άμυνά της, παρά το ιστορικό τραύμα της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι.
Στην Ευρώπη, ο πρόεδρος της Πολωνίας Κάρολ Ναβρότσκι έχει ταχθεί υπέρ της ανάπτυξης πυρηνικού προγράμματος, ενώ ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς συμμετέχει πλέον σε κοινές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες πυρηνικής αποτροπής υπό τη Γαλλία.
Η Γαλλία επεκτείνει την πυρηνική της αποτροπή
Η ανάλυση επισημαίνει ότι η Γαλλία επιχειρεί να καλύψει μέρος του κενού που αφήνει η σταδιακή αποστασιοποίηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει ανακοινώσει νέα στρατηγική «προωθημένης αποτροπής», σύμφωνα με την οποία η γαλλική πυρηνική δύναμη μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά και για την προστασία ευρωπαϊκών συμμάχων.
Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, η Γαλλία απέστειλε πρόσφατα στη Γερμανία μαχητικό αεροσκάφος με δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικών όπλων, σε μια επίδειξη στρατηγικής συνεργασίας.
Παράλληλα, αναλυτές εκτιμούν ότι μια ισχυρότερη γαλλική πυρηνική παρουσία ίσως περιορίσει την ανάγκη άλλων ευρωπαϊκών κρατών να αποκτήσουν δικά τους πυρηνικά όπλα, χωρίς όμως να εξαλείψει την επιθυμία τους να διατηρούν τεχνολογικές επιλογές για το μέλλον.
Η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στο προσκήνιο
Οι New York Times σημειώνουν επίσης ότι το ενδιαφέρον για την πυρηνική ενέργεια ενισχύθηκε εκ νέου μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, καθώς πολλές χώρες αναζητούν ενεργειακή ανεξαρτησία.
Η τάση αυτή επιταχύνθηκε ακόμη περισσότερο μετά τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, ο οποίος προκάλεσε διακοπές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και επανέφερε στο προσκήνιο τους κινδύνους για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.
Ο μεγαλύτερος φόβος είναι το προηγούμενο
Οι ειδικοί που επικαλείται η Times δεν θεωρούν πιθανό η Σαουδική Αραβία να αποκτήσει πυρηνικό όπλο στο άμεσο μέλλον, καθώς θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να αναπτύξει τις απαιτούμενες υποδομές.
Ωστόσο, προειδοποιούν ότι το σημαντικότερο ζήτημα είναι το προηγούμενο που δημιουργείται. Εάν η Ουάσινγκτον αποδεχθεί να παραχωρήσει σε μη πυρηνικό κράτος τεχνολογίες εμπλουτισμού ουρανίου, τότε και άλλες χώρες ενδέχεται να ζητήσουν αντίστοιχες συμφωνίες, ενώ ανταγωνιστικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα θα μπορούσαν να προσφέρουν παρόμοιους όρους στους δικούς τους εταίρους.
Όπως συνοψίζει ο Γκάρι Σάμορ στην εφημερίδα, «ο πραγματικός κίνδυνος αυτής της συμφωνίας είναι το προηγούμενο που δημιουργεί».
