Κομισιόν: Φρένο στην ανάπτυξη και αύξηση του πληθωρισμού στην ΕΕ λόγω ενεργειακής κρίσης – Οι προβλέψεις για την Ελλάδα

Κομισιόν, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η κρίση στη Μέση Ανατολή φέρνει νέα σύννεφα πάνω από την ευρωπαϊκή οικονομία, υποχρεώνοντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναθεωρήσει επί τα χείρω τις εκτιμήσεις της. Στις εαρινές οικονομικές της προβλέψεις, η Κομισιόν χαμηλώνει τον πήχη για την ανάπτυξη και, την ίδια στιγμή, “βλέπει” υψηλότερες πληθωριστικές πιέσεις.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, το ξέσπασμα της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή επέφερε πλήγμα στις οικονομικές προοπτικές της Ευρώπης, καθώς το ενεργειακό ράλι αναζωπύρωσε τον πληθωρισμό και φρέναρε την οικονομική δραστηριότητα. Αν και από το 2027 αναμένεται μια σταδιακή εξομάλυνση, η ευρωπαϊκή οικονομία αναμένεται να κινηθεί με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.

Οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό

Συγκεκριμένα, η ανάπτυξη στην ΕΕ εκτιμάται πλέον στο 1,1% για το 2026, από 1,4% που προέβλεπε η Επιτροπή το φθινόπωρο, ενώ για το 2027 προβλέπεται μικρή επιτάχυνση στο 1,4%. Αντίστοιχα, στην ευρωζώνη το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,9% το 2026 (από 1,2% που προβλεπόταν το φθινόπωρο) και κατά 1,2% το 2027.

Ο πληθωρισμός στην ΕΕ αναμένεται να ανέλθει σε 3,1 % το 2026 (αναθεωρημένος προς τα πάνω κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις) και να μειωθεί εκ νέου σε 2,4 % το 2027. Στη ζώνη του ευρώ, ο πληθωρισμός αναθεωρείται επίσης σε 3% το 2026 και 2,3 % το 2027 (έναντι 1,9 % και 2% αντίστοιχα που ήταν η πρόβλεψη το φθινόπωρο). Γενικά ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει το 2027, καθώς οι τιμές των ενεργειακών βασικών εμπορευμάτων προβλέπεται να μειωθούν σταδιακά, αν και εκτιμάται ότι θα παραμείνουν περίπου 20 % πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα.

«Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η οικονομία της ΕΕ είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στον ενεργειακό κλυδωνισμό που προκλήθηκε από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή – τον δεύτερο τέτοιο κλυδωνισμό σε λιγότερο από πέντε έτη», τονίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας σημαίνει υψηλότερους λογαριασμούς των νοικοκυριών και αυξανόμενο επιχειρηματικό κόστος που μειώνει τα κέρδη για πολλές βιομηχανίες, ανακατευθύνοντας αποτελεσματικά το εισόδημα από την οικονομία της ΕΕ σε χώρες που εξάγουν ενέργεια.

Το ξέσπασμα του πολέμου γκρέμισε την καταναλωτική εμπιστοσύνη σε χαμηλό 40 μηνών, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για νέο κύμα ακρίβειας και απώλεια θέσεων εργασίας. Παρά το κλίμα αυτό, η ιδιωτική κατανάλωση θα συνεχίσει να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της ανάπτυξης. Στον αντίποδα, οι επιχειρηματικές επενδύσεις αναμένεται να περιοριστούν λόγω των αυστηρότερων όρων δανεισμού, της μείωσης της κερδοφορίας και της γενικότερης αβεβαιότητας, την ώρα που η υποτονική διεθνής ζήτηση φρενάρει και τις εξαγωγές.

Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι επενδύσεις της ΕΕ στην ενεργειακή ανθεκτικότητα, ιδίως στον απόηχο της πλήρους κλίμακας εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, αποδίδουν καρπούς. Η ώθηση προς τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού, την απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές και τη χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας έχει καταστήσει την οικονομία της ΕΕ σε καλύτερη θέση για να απορροφήσει τους σημερινούς κλυδωνισμούς.

Νέα επιβάρυνση στα δημόσια οικονομικά

Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί από 3,1 % του ΑΕΠ το 2025 σε 3,6 % έως το 2027, αντανακλώντας την υποτονική οικονομική δραστηριότητα, τις υψηλότερες δαπάνες για τόκους, τα μέτρα για την άμβλυνση των επιπτώσεων των υψηλότερων τιμών της ενέργειας στα ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Οι δημόσιες επενδύσεις στην ΕΕ αναμένεται να σταθεροποιηθούν σε υψηλά επίπεδα το 2027, παρά τη λήξη των εκταμιεύσεων των κονδυλίων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (RRF).

Ο δείκτης χρέους της ΕΕ ως προς το ΑΕΠ προβλέπεται επίσης να αυξηθεί από 82,8 % το 2025 σε 84,2 % το 2026 και σε 85,3 % το 2027. Στη ζώνη του ευρώ ο δείκτης αναμένεται να αυξηθεί από 88,7 % το 2025 σε 90,2 % και 91,2 % το 2026 και το 2027 αντίστοιχα.

Αβέβαιες οι οικονομικές προβλέψεις

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι οι οικονομικές προβλέψεις παραμένουν ιδιαίτερα αβέβαιες, κυρίως λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και των επιπτώσεών της στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Το βασικό σενάριο προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση των πιέσεων μέχρι το 2027, όμως αν η κρίση παραταθεί, οι τιμές της ενέργειας μπορεί να παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο πληθωρισμός δεν θα μειωθεί όπως αναμένεται και η οικονομική ανάπτυξη θα παραμείνει ασθενής. Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις θα αναγκαστούν να περιορίσουν περισσότερο την κατανάλωση και τις επενδύσεις τους εξαιτίας του αυξημένου κόστους.

Η Επιτροπή προειδοποιεί επίσης ότι ενδέχεται να προκύψουν ελλείψεις σε βασικά προϊόντα και πρώτες ύλες, όπως καύσιμα, λιπάσματα και ορισμένα προϊόντα διύλισης πετρελαίου, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει νέες πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις τιμές των τροφίμων.

Παράλληλα, η επιβράδυνση στην αγορά εργασίας, με λιγότερες προσλήψεις και κενές θέσεις, μπορεί να οδηγήσει σε πιο αδύναμη αύξηση της απασχόλησης τα επόμενα χρόνια. Επιπλέον, η αβεβαιότητα γύρω από τις παγκόσμιες εμπορικές πολιτικές και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω το οικονομικό κλίμα και την εμπιστοσύνη.

Ωστόσο, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι υψηλές δημόσιες επενδύσεις, ιδιαίτερα στην άμυνα και στην ενεργειακή μετάβαση, μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά και να περιορίσουν μέρος των πιέσεων που δέχεται ο ιδιωτικός τομέας.

Οικονομικές εκτιμήσεις για την Ελλάδα: Σε πτωτική πορεία η ανάπτυξη

Μέσα σε ένα γκρίζο ευρωπαϊκό οικονομικό τοπίο, η Ελλάδα παρουσιάζει ρυθμούς ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερους από τον μέσο όρο της ΕΕ, παρά το αντίξοο διεθνές περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική οικονομία δεν μένει αλώβητη από την ενεργειακή κρίση, η οποία συνεχίζει να πιέζει πολύ τον πληθωρισμό και να επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Το ελληνικό ΑΕΠ πάνω από τον μέσο όρο, αλλά επιβραδύνεται

Το ΑΕΠ της Ελλάδας αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,8% το 2026 (σημ.: σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο του 1,1%) και να διαμορφωθεί στο 1,6% το 2027. Αξίζει να σημειωθεί ότι, η ελληνική οικονομία έχει διατηρήσει έναν σχετικά σταθερό ρυθμό ανάπτυξης 2,1% για τρία συνεχόμενα χρόνια (σημ.: εξαιρείται το 2022 ως έτος μεταπανδημικής αναθέρμανσης) με 2,1% το 2023, 2,1% το 2024 και 2,1% το 2025. Η υποχώρηση που προβλέπεται για το 2026 συνδέεται άμεσα με τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ στην κατανάλωση και στις επενδύσεις.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή παραμένει η επίδοση των επενδύσεων, με τον ρυθμό τους να εκτιμάται στο 7,3% το 2026 (σημ.: ο υψηλότερος σχεδόν στην ΕΕ) αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), καθώς και ισχυρές ιδιωτικές επενδύσεις στον τουρισμό, την ενέργεια και τα ακίνητα. Για το 2027 ωστόσο η Επιτροπή βλέπει απότομη επιβράδυνση στο 1,3%, καθώς τα κονδύλια του ΤΑΑ εξαντλούνται.

Ρεκόρ χαμηλό για την ανεργία, αλλά ακόμα πρώτη η Ελλάδα στην ΕΕ

Η ανεργία στην Ελλάδα συνεχίζει να μειώνεται: από 10,1% το 2024, σε 8,9% το 2025, αναμένεται να φτάσει στο 8,3% το 2026 και 7,9% το 2027. Πρόκειται για ιστορικά χαμηλά επίπεδα για τη χώρα μετά τη δεκαετία της κρίσης, αλλά παραμένει κατά πολύ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο (6,0%). Η Ελλάδα διατηρεί το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην ΕΕ μαζί με την Ισπανία, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών.

Νέα πληθωριστική πίεση λόγω ενέργειας

Σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις της Κομισιόν, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί στο 3,7% το 2026, άνω του ευρωπαϊκού μέσου (3,1%), αντικατοπτρίζοντας την ιδιαίτερη ευαισθησία της ελληνικής αγοράς στις τιμές ενέργειας. Η χώρα εισάγει μεγάλο μέρος του ενεργειακού της εφοδιασμού και δεν έχει ακόμα πλήρως διαφοροποιήσει τη σύνθεσή του. Το 2027, υπό το βασικό σενάριο κατά το οποίο οι τιμές ενέργειας αρχίσουν να αποκλιμακώνονται, ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει στο 2,4%, δηλαδή στο ίδιο επίπεδο με τον ευρωπαϊκό μέσο.

Πλεόνασμα και ταχεία αποκλιμάκωση χρέους για την Ελλάδα
Σε ένα από τα πλέον ευνοϊκά μηνύματα που αφορούν την Ελλάδα, η Κομισιόν προβλέπει διατήρηση δημοσιονομικού πλεονάσματος και για τα επόμενα χρόνια: +0,8% του ΑΕΠ το 2026 και +0,6% το 2027. Η χώρα είναι μία από τις ελάχιστες στην ΕΕ που αναμένεται να καταγράψει πλεόνασμα, εν μέσω γενικής δημοσιονομικής επιδείνωσης για τους περισσότερους ευρωπαίους εταίρους. Το 2024 και 2025, το ισοζύγιο ήταν +1,3% και +1,7% αντίστοιχα.

Παράλληλα, το δημόσιο χρέος συνεχίζει την εντυπωσιακή πορεία αποκλιμάκωσής του. Από 177,8% του ΑΕΠ το 2022 θα φτάσει στο 140,7% το 2026 και 134,4% το 2027, με μείωση άνω των 40 εκατοστιαίων μονάδων σε πέντε χρόνια. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στον συνδυασμό δημοσιονομικών πλεονασμάτων, ανάπτυξης και ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης. Σε αντίθεση, ο μέσος λόγος χρέους/ΑΕΠ της ΕΕ αυξάνεται, από 82,8% το 2025 σε 85,3% το 2027.

Σκιά στην εικόνα αυτή ρίχνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, καθώς αναμένεται να επιδεινωθεί στο -7,1% του ΑΕΠ το 2026, από -6,0% το 2025, αντικατοπτρίζοντας την αυξημένη εισαγωγική αξία της ενέργειας και την αδυναμία της εξωτερικής ζήτησης να αντισταθμίσει την εγχώρια ζήτηση για εισαγόμενα αγαθά.

Πηγή πληροφοριών: ΑΠΕ-ΜΠΕ / ertnews