Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Στην παράταση έξι φορολογικών διατάξεων για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές και την αγορά ακινήτων προχωρά η κυβέρνηση για το 2027, διατηρώντας την υποχρέωση για ηλεκτρονικές δαπάνες τουλάχιστον στο 30% του ετήσιου εισοδήματος.
- Την ίδια ώρα, εκπρόσωποι της αγοράς προτείνουν πρόσθετα κίνητρα κατά των μετρητών, όπως η άμεση επιστροφή μέρους του ΦΠΑ μέσω του Appodixi και υψηλότερες εκπτώσεις φόρου σε επαγγέλματα με αυξημένη φοροδιαφυγή.
- Παράλληλα, διατηρούνται οι φοροαπαλλαγές για ανακαινίσεις κτιρίων, οι αναστολές στον φόρο υπεραξίας και στον ΦΠΑ των νεόδμητων, καθώς και η τριετής απαλλαγή φόρου για μετατροπή ακινήτων σε μακροχρόνιες μισθώσεις.
Στην παράταση έξι φορολογικών διατάξεων που αφορούν τις ηλεκτρονικές συναλλαγές και την αγορά ακινήτων προχωρά η κυβέρνηση για το 2027, διατηρώντας παράλληλα την υποχρέωση περίπου 4,5 εκατομμυρίων φορολογουμένων να πραγματοποιούν ηλεκτρονικές δαπάνες που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 30% του ετήσιου εισοδήματός τους. Την ίδια περίοδο, εκπρόσωποι της αγοράς προτείνουν πρόσθετα φορολογικά κίνητρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, με έμφαση στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με μετρητά.
Παρά την ενίσχυση των ψηφιακών ελεγκτικών μηχανισμών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), οι συναλλαγές με μετρητά εξακολουθούν να δημιουργούν περιθώρια απόκρυψης εσόδων, όταν δεν συνοδεύονται από την έκδοση αποδείξεων. Το ζήτημα αναδεικνύεται και από τις πρόσφατες υποθέσεις φοροδιαφυγής σε μεγάλες αλυσίδες εστίασης και αρτοποιίας.
Η χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής διευκολύνει την καταγραφή και τον έλεγχο των συναλλαγών. Αντίθετα, όταν η πληρωμή πραγματοποιείται αποκλειστικά με μετρητά, χωρίς να εκδίδεται το προβλεπόμενο παραστατικό, η συναλλαγή μπορεί να παραμείνει εκτός του ψηφιακού συστήματος παρακολούθησης.
Τα φορολογικά κίνητρα που προτείνει η αγορά
Εκπρόσωποι επιχειρήσεων, οι οποίοι επισημαίνουν ότι η φοροδιαφυγή ανταγωνιστών τους δημιουργεί συνθήκες άνισου ανταγωνισμού, εισηγούνται την καθιέρωση πρόσθετων οικονομικών κινήτρων για τους καταναλωτές που ζητούν αποδείξεις και επιλέγουν ηλεκτρονικούς τρόπους πληρωμής.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στη λογική των παλαιότερων φορολογικών εκπτώσεων μέσω της συλλογής χάρτινων αποδείξεων, προσαρμοσμένη πλέον στις δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας.
Μία από τις προτάσεις προβλέπει την άμεση επιστροφή χρημάτων, αντί της χορήγησης φορολογικών ελαφρύνσεων στο τέλος του έτους. Ειδικότερα, εξετάζεται ως ενδεχόμενο η πίστωση μέρους του ΦΠΑ στον καταναλωτή, όταν σαρώνει την απόδειξή του μέσω της εφαρμογής Appodixi.
Το επιστρεφόμενο ποσό θα μπορούσε, ενδεικτικά, να αντιστοιχεί στο 5% ή στο 10% της αξίας της συναλλαγής και να κατατίθεται απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του καταναλωτή ή σε έναν ψηφιακό λογαριασμό αποταμίευσης.
Μια δεύτερη εισήγηση αφορά την παροχή μεγαλύτερης έκπτωσης φόρου για συναλλαγές σε επαγγελματικούς κλάδους με αυξημένη φοροδιαφυγή. Ως παράδειγμα αναφέρεται η δυνατότητα έκπτωσης ίσης με το 40% της δαπάνης, εφόσον εκδίδεται ηλεκτρονική απόδειξη.
Στην περίπτωση αυτή, για μια συναλλαγή αξίας 100 ευρώ, ο καταναλωτής θα εξοικονομούσε 40 ευρώ από τον φόρο εισοδήματός του, περιορίζοντας το τελικό κόστος στα 60 ευρώ. Με αυτόν τον τρόπο, μια ενδεχόμενη πρόταση πληρωμής «80 ευρώ με μετρητά», χωρίς την αντίστοιχη απόδειξη, δεν θα ήταν οικονομικά συμφέρουσα για τον πελάτη.
Στις υπόλοιπες προτάσεις περιλαμβάνονται η μετατροπή της φορολοταρίας σε διαδικασία άμεσης επιβράβευσης μέσω κινητού τηλεφώνου και η αυτόματη αφαίρεση των ηλεκτρονικών δαπανών ενός νοικοκυριού από το εισόδημα πριν από τον υπολογισμό του φόρου. Η τελευταία πρόταση καλύπτει πληρωμές για σούπερ μάρκετ, καύσιμα, λογαριασμούς και εστίαση.
Παράλληλα, προτείνεται η σταδιακή επέκταση των περιορισμών στη χρήση μετρητών σε περισσότερες κατηγορίες συναλλαγών, πέραν των υφιστάμενων απαγορεύσεων για αγορές άνω των 500 ευρώ και για αγοραπωλησίες ακινήτων.
Τι προβλέπεται για τις ηλεκτρονικές αποδείξεις το 2027
Ανεξάρτητα από τις παραπάνω προτάσεις, το υφιστάμενο καθεστώς φορολογικών κινήτρων για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές παρατείνεται και για το 2027, στο πλαίσιο της διατήρησης έξι διατάξεων που καλύπτουν τη φορολογία εισοδήματος και ακινήτων.
Συγκεκριμένα, συνεχίζεται η δυνατότητα αφαίρεσης από το φορολογητέο εισόδημα ποσού ίσου με το 30% των ηλεκτρονικών δαπανών σε 20 κατηγορίες επαγγελμάτων με αυξημένη φοροδιαφυγή. Το ανώτατο όριο της ετήσιας έκπτωσης διαμορφώνεται στις 5.000 ευρώ.
Ταυτόχρονα, περίπου 4,5 εκατομμύρια φορολογούμενοι με εισοδήματα από μισθούς, συντάξεις, επιχειρηματικές ή αγροτικές δραστηριότητες και ενοίκια θα εξακολουθήσουν να υποχρεούνται να πραγματοποιούν ηλεκτρονικές πληρωμές για αγορές αγαθών και υπηρεσιών, συνολικής αξίας τουλάχιστον ίσης με το 30% του πραγματικού ετήσιου εισοδήματός τους.
Για την κάλυψη του απαιτούμενου ποσού αναγνωρίζονται συναλλαγές μέσω πιστωτικών, χρεωστικών και προπληρωμένων καρτών, καθώς και πληρωμές μέσω e-banking.
Από τον συγκεκριμένο κανόνα προβλέπονται μερικές ή πλήρεις εξαιρέσεις, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκει ο φορολογούμενος.
Ειδικότερα, για ορισμένες περιπτώσεις υπερχρεωμένων πολιτών, το απαιτούμενο ποσοστό ηλεκτρονικών δαπανών περιορίζεται στο 20% του εισοδήματος ή και χαμηλότερα.
Πλήρη απαλλαγή από την υποχρέωση προβλέπεται να διατηρήσουν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, μεταξύ των οποίων ηλικιωμένοι, άτομα με αναπηρία και πολίτες που νοσηλεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επιπλέον, οι ηλεκτρονικές πληρωμές για ιατρικές, οδοντιατρικές και κτηνιατρικές υπηρεσίες εξακολουθούν να υπολογίζονται στο διπλάσιο της αξίας τους για την κάλυψη του απαιτούμενου ποσοστού ηλεκτρονικών αποδείξεων.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις για τα ακίνητα
Στο πεδίο της φορολογίας ακινήτων διατηρούνται οι εκπτώσεις για δαπάνες που συνδέονται με την αισθητική, λειτουργική και ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές εργασίες εξοφλούνται αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
Το μέτρο προβλέπει φορολογική έκπτωση για επιλέξιμες δαπάνες ανακαίνισης και αναβάθμισης κατοικιών, συνολικού ύψους έως 16.000 ευρώ.
Η έκπτωση κατανέμεται ισόποσα στα πέντε έτη που ακολουθούν την πραγματοποίηση της δαπάνης, με το ανώτατο ετήσιο ποσό να διαμορφώνεται στις 3.200 ευρώ.
Οι επιλέξιμες δαπάνες πρέπει να αφορούν κυρίως αμοιβές για εργασίες ανακαίνισης, ενώ το κόστος των υλικών που αναγνωρίζεται για φορολογική έκπτωση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τρίτο της δαπάνης για τις εργασίες.
Παράλληλα, παρατείνεται η αναστολή του φόρου υπεραξίας 15% που επιβάλλεται στο κέρδος από την πώληση ακινήτων.
Διατηρείται επίσης η αναστολή επιβολής ΦΠΑ 24% στις πωλήσεις νεόδμητων οικοδομών, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση αφορά ακίνητα με άδειες ανέγερσης από την 1η Ιανουαρίου 2006 και μετά, τα οποία παραμένουν στην κατοχή των κατασκευαστικών επιχειρήσεων που τα ανήγειραν ή τα αποπεράτωσαν.
Για να μην επιβληθεί ΦΠΑ κατά την πρώτη πώλησή τους προς χρήση, απαιτείται οι κατασκευαστές να έχουν υποβάλει αίτηση αναστολής του φόρου.
Τριετής φοροαπαλλαγή για μακροχρόνιες μισθώσεις
Η έκτη διάταξη αφορά την παροχή φορολογικού κινήτρου σε ιδιοκτήτες που διαθέτουν ακίνητά τους για μακροχρόνια μίσθωση, ενώ προηγουμένως παρέμεναν κενά ή χρησιμοποιούνταν για βραχυχρόνια εκμίσθωση.
Το μέτρο προβλέπει τριετή απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για τα μισθώματα που θα εισπράξουν οι ιδιοκτήτες, εφόσον διαθέσουν τις συγκεκριμένες κατοικίες για μακροχρόνια ενοικίαση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.
Με την παράταση αυτή διατηρείται το φορολογικό κίνητρο για τη μεταφορά κενών και βραχυχρόνια εκμισθούμενων κατοικιών στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης.
