Άκης Σκέρτσος: «Φορολογικός λαϊκισμός και ακοστολόγητες προτάσεις»

Ο Άκης Σκέρτσος, σε ανάρτησή του στο Facebook με τίτλο «Φορολογικός λαϊκισμός και ακοστολόγητες προτάσεις», θέτει το ερώτημα αν οι προτάσεις της αντιπολίτευσης για μόνιμες αυξήσεις, όπως η 13η σύνταξη και ο 13ος μισθός, συνοδεύονται από αξιόπιστο σχέδιο χρηματοδότησης. Αναλύει τα στοιχεία των δημοσίων εσόδων από τη φορολόγηση μερισμάτων και επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλότεροι συντελεστές δεν εξασφαλίζουν τα επιθυμητά έσοδα και πλήττουν την οικονομία.

Σκέρτσος

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Ο Άκης Σκέρτσος θέτει το ερώτημα αν οι προτάσεις της αντιπολίτευσης για 13η σύνταξη και μισθό συνοδεύονται από αξιόπιστο σχέδιο χρηματοδότησης για τα επιπλέον 4 δισ. ευρώ που απαιτούνται.
  • Αναλύει ότι η υψηλότερη φορολόγηση μερισμάτων και επιχειρήσεων στο παρελθόν απέδωσε λιγότερα έσοδα, ενώ οι μειωμένοι συντελεστές οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των κρατικών εσόδων.
  • Καλεί όποιον προτείνει μόνιμες παροχές να απαντήσει με σαφήνεια ποιους φόρους θα αυξήσει ή ποιες δαπάνες θα μειώσει μόνιμα, προειδοποιώντας για τον φορολογικό λαϊκισμό.

Ένα βασικό ερώτημα θέτει ο Άκης Σκέρτσος σε ανάρτησή του στο Facebook με τίτλο «Φορολογικός λαϊκισμός και ακοστολόγητες προτάσεις». Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το «ερώτημα είναι αν οι προτάσεις που κατατίθενται από την αντιπολίτευση συνοδεύονται από ένα αξιόπιστο σχέδιο χρηματοδότησης».

Συγκεκριμένα γράφει μεταξύ άλλων: «Η συζήτηση έχει να κάνει πρωτίστως με το αν λέμε στους πολίτες ολόκληρη την αλήθεια για το κόστος των προτάσεών μας. Πού θα βρεθούν αυτά τα 4 δισ. ευρώ;

Ορισμένα κόμματα υποστηρίζουν ότι μπορούν να χρηματοδοτήσουν μόνιμες αυξήσεις μέσω υψηλότερης φορολόγησης των μερισμάτων που αποδίδονται σε μετόχους επιχειρήσεων. Τα στοιχεία όμως αξίζουν προσοχής».

Ολόκληρη η ανάρτηση

«Φορολογικός λαϊκισμός και ακοστολόγητες προτάσεις

Όλοι συμφωνούμε ότι θέλουμε καλύτερους μισθούς και υψηλότερες συντάξεις κι ότι η ακρίβεια ροκανίζει ένα μέρος των αυξήσεων που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν ανάγκες στην κοινωνία. Υπάρχουν και είναι πραγματικές και πολλές. Το ερώτημα είναι αν οι προτάσεις που κατατίθενται από την αντιπολίτευση συνοδεύονται από ένα αξιόπιστο σχέδιο χρηματοδότησης.

Ας δούμε, λοιπόν, πρώτα τα δεδομένα με βάση τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού του 2026 ώστε να μπορεί κάθε πολίτης να αξιολογεί με αυστηρότητα και ακρίβεια όσα ακούει να διατυπώνονται στη δημόσια σφαίρα.

✅ Πρώτον, η ετήσια δαπάνη για συντάξεις ανέρχεται σε 35,6 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό δημόσιο καταβάλλει (αν εξαιρεθούν κάποιες συμπληρωματικές δαπάνες) περίπου 2,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα στους συνταξιούχους.

✅ Δεύτερον, η ετήσια δαπάνη για μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων ανέρχεται σε 21,6 δισ. ευρώ. Δηλαδή (αν εξαιρεθούν υπερωρίες και οδοιπορικά) περίπου 1,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα.

✅ Τρίτον, όποιος υπόσχεται 13η σύνταξη και 13ο μισθό στο Δημόσιο οφείλει να εξηγήσει από πού θα βρει επιπλέον 4 δισ. ευρώ (2,5+1,5) κάθε χρόνο για να χρηματοδοτήσει αυτές τις μόνιμες δαπάνες.

Η συζήτηση, επομένως, έχει να κάνει πρωτίστως με το αν λέμε στους πολίτες ολόκληρη την αλήθεια για το κόστος των προτάσεών μας.

❓Πού θα βρεθούν αυτά τα 4 δισ. ευρώ;

Ορισμένα κόμματα υποστηρίζουν ότι μπορούν να χρηματοδοτήσουν μόνιμες αυξήσεις μέσω υψηλότερης φορολόγησης των μερισμάτων που αποδίδονται σε μετόχους επιχειρήσεων.

Τα στοιχεία, όμως, αξίζουν προσοχής.

🔺Το 2019, με συντελεστή φορολόγησης μερισμάτων 10%, τα δημόσια έσοδα από τα αποδιδόμενα μερίσματα ανήλθαν σε 173 εκατ. ευρώ.

🔺Το 2024, με συντελεστή 5%, τα αντίστοιχα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 386 εκατ. ευρώ.

❓Ερώτηση κρίσεως: με ποιον φορολογικό συντελεστή κερδίζει περισσότερα χρήματα το δημόσιο και ταυτόχρονα πηγαίνει καλύτερα η οικονομία και οι επενδύσεις; Με τον συντελεστή 10% του 2019 ή με τον συντελεστή 5% το 2024;

✅ Η απάντηση είναι προφανής: ο φιλοεπενδυτικός συντελεστής του 5% είναι πιο αποτελεσματικός τόσο για την ανάπτυξη της οικονομίας όσο και για την είσπραξη εσόδων και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, καθώς αύξησε τα έσοδα του δημοσίου κατά 123% από το 2019 στο 2024, τα οποία με τη σειρά τους αύξησαν τις δαπάνες σε υγεία, παιδεία, μισθούς και συντάξεις.

Η υψηλότερη φορολογία μερισμάτων δεν τιμωρεί τους μετόχους αλλά την οικονομία διότι οδηγεί είτε σε αποθεματοποίηση κερδών είτε σε μεταφορά επενδύσεων σε άλλες χώρες με πιο ευνοϊκούς φορολογικούς συντελεστές.

Αντίστοιχα, ακούγεται συχνά ότι οι μόνιμες αυξήσεις μπορούν να χρηματοδοτηθούν από υψηλότερη έκτακτη φορολόγηση των επιχειρήσεων.

Και εδώ, όμως, δεν λέγεται όλη η αλήθεια.

Διότι το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο δεν επιτρέπει τη χρηματοδότηση νέων μόνιμων δαπανών μέσω έκτακτων και προσωρινών μέτρων. Οι μόνιμες δαπάνες απαιτούν μόνιμες πηγές χρηματοδότησης.

🔺Το 2019, με φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων 28%, τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων ανήλθαν σε περίπου 4,4 δισ. ευρώ.

🔺Το 2025, με φορολογικό συντελεστή 22%, τα αντίστοιχα έσοδα ανήλθαν σε περίπου 8,2 δισ. ευρώ.

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε κανείς να καλύψει το πρόσθετο κόστος των 4 δισ. ευρώ αποκλειστικά από τη φορολογία των επιχειρήσεων, θα έπρεπε να εξασφαλίσει μια αύξηση εσόδων που αντιστοιχεί σε σχεδόν 50% επιπλέον από τα σημερινά επίπεδα.

Έσοδα τα οποία φυσικά δεν πρόκειται να έρθουν ποτέ όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία των πενιχρών εσόδων του 2019 με τον υψηλότερο συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων στο 28%.

✅ Όλα αυτά οδηγούν σε ένα συμπέρασμα: όποιος προτείνει πρόσθετες μόνιμες παροχές οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια σε ένα απλό ερώτημα: Ποιους φόρους θα αυξήσει ή ποιες δαπάνες θα μειώσει σε μόνιμη και όχι έκτακτη βάση ώστε να εξασφαλίσει σταθερά επιπλέον έσοδα ύψους 4 δισ. ευρώ κάθε χρόνο; Αλλά και τι επίδραση θα έχει μια τέτοια αύξηση στη συνολικότερη οικονομική δραστηριότητα της χώρας, τις επενδύσεις, την απασχόληση και τελικά τα δημόσια έσοδα.

Η πραγματική οικονομία δουλεύει με τους κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης και όχι με στερεότυπα και ιδεολογήματα περί δήθεν δικαιοσύνης που έχουν διαψευστεί από την ίδια την πραγματικότητα. Αν μια χώρα επιλέξει να φορολογήσει περισσότερο τις επιχειρήσεις τότε το επιχειρηματικό κεφάλαιο θα μεταφερθεί κάπου αλλού όπου θα βρει χαμηλότερους συντελεστές φορολογίας.

Η δημοκρατία χρειάζεται την αντιπαράθεση των ιδεών και τις εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις της αντιπολίτευσης. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί με ακοστολόγητες υποσχέσεις.

Κανείς πολιτικός και κανένα κόμμα δεν έχει δικαίωμα να κοροϊδεύει μια κοινωνία που έχει πονέσει τόσο πολύ την προηγούμενη δεκαετία από λαϊκίστικα και ακοστολόγητα προγράμματα που έριξαν την οικονομία και τα εισοδήματά μας στα βράχια.

Η πολιτική είναι η ευθύνη να λες την αλήθεια στους πολίτες: τι μπορεί να γίνει, πόσο κοστίζει και ποιος θα το πληρώσει.

Όποιος ζητά την εμπιστοσύνη της κοινωνίας οφείλει να παρουσιάζει όχι μόνο το «τι», αλλά και το «πώς». Και αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη δημοσιονομική σοβαρότητα και τον φορολογικό λαϊκισμό».