Η ελληνική κινδυνολογία ενισχύει την τουρκική στρατηγική για τη «Γαλάζια Πατρίδα» – Ανάλυση του Κωνσταντίνου Μπαλωμένου

Γαλάζια πατρίδα

Τις τελευταίες εβδομάδες, με αφορμή τη συζήτηση γύρω από την πρόθεση της κυβέρνησης Ερντογάν να καταθέσει εντός του Ιουνίου νομοσχέδιο που αποσκοπεί στη θεσμική κατοχύρωση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», έχει αναπτυχθεί στον ελληνικό δημόσιο λόγο ένα έντονο κλίμα ανησυχίας.

Συγκεκριμένα, σε αρκετές περιπτώσεις, η συζήτηση υπερβαίνει την ψύχραιμη ανάλυση και μετατοπίζεται προς την κινδυνολογία. Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί μιλούν για σενάρια άμεσης κλιμάκωσης, κάνουν προβλέψεις περί «θερμού επεισοδίου» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και προβαίνουν σε διατυπώσεις που προεξοφλούν είτε την αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είτε μια επικείμενη γεωπολιτική υποβάθμιση της χώρας ως αναπόφευκτη εξέλιξη.

Το πρόβλημα δεν είναι η δημόσια συζήτηση καθαυτή. Σε μια δημοκρατία άλλωστε, η ανάλυση, η κριτική και ακόμη και η αυστηρή αποτίμηση της εθνικής στρατηγικής και των επιλογών εξωτερικής πολιτικής είναι όχι μόνο θεμιτές, αλλά και αναγκαίες.

Το ζήτημα που ανακύπτει όμως, είναι όταν η σοβαρή και ψύχραιμη ανάλυση για την εξωτερική πολιτική της χώρας υποκαθίσταται από την υπερβολή, τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και τις μικροκομματικές επιδιώξεις, με αποτέλεσμα η εκτίμηση κινδύνου να μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής φόβου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δημόσια συζήτηση παύει να λειτουργεί ως εργαλείο ενημέρωσης και μετατρέπεται άθελά της ή μη, σε παράγοντα ενίσχυσης των επιδιώξεων της τουρκικής στρατηγικής.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Τουρκία δεν χρειάζεται απαραίτητα να προχωρήσει σε στρατιωτική κλιμάκωση για να επιτύχει τους στρατηγικούς της στόχους.

Όταν κάθε τουρκική εξαγγελία, πρόθεση ή κίνηση προκαλεί κύματα ανησυχίας, σενάρια επικείμενης κρίσης και αμφισβήτηση της ελληνικής στρατηγικής, τότε η Άγκυρα αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα στο πεδίο της επικοινωνίας και της διαμόρφωσης αντιλήψεων, επιβάλλοντας το δικό της αφήγημα στο δημόσιο διάλογο. Παράλληλα, επιτυγχάνει ένα σημαντικό μέρος των επιδιώξεών της χωρίς να χρειάζεται να μεταβάλει τους συσχετισμούς ισχύος επί του πεδίου.

Δημιουργεί ένα ψυχολογικό περιβάλλον στο οποίο η Ελλάδα εμφανίζεται διαρκώς να αντιδρά στις τουρκικές πρωτοβουλίες, καλλιεργεί αβεβαιότητα και φόβο στην κοινή γνώμη, ενισχύει την εσωτερική αμφιβολία και ασκεί πίεση προς τους λήπτες των πολιτικών αποφάσεων. Αυτό ακριβώς αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων ψυχολογικών επιχειρήσεων και της επιδίωξης κυριαρχίας αφηγήματος (Narrative Dominance), η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του σύγχρονου Υβριδικού Πολέμου.

Υπό το πρίσμα αυτό, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν αποτελεί απλώς μια γεωγραφική ή νομική διεκδίκηση. Είναι πρωτίστως ένα στρατηγικό αφήγημα, το οποίο επιχειρεί να αναδιαμορφώσει την αντίληψη ισχύος στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία επιδιώκει να εδραιώσει την εικόνα μιας νέας «κανονικότητας», όπου οι διεκδικήσεις της παρουσιάζονται ως δεδομένες και φυσιολογικές και όχι ως αντικείμενο διεθνούς αμφισβήτησης, ενώ παράλληλα, επιχειρεί να αντιστρέψει τους όρους της συζήτησης, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως παράγοντα που υπονομεύει τη σταθερότητα και τον διάλογο στην περιοχή.

Η σύγχρονη διεθνής εμπειρία δείχνει, ότι τα κράτη δεν επιδιώκουν μόνο στρατιωτική ή διπλωματική ισχύ, αλλά και έλεγχο του επικοινωνιακού περιβάλλοντος, επιδιώκοντας μέσω της κυριαρχίας του αφηγήματος να επηρεάσουν το γνωστικό (cognitive) πεδίο και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι μόνο ποιος έχει δίκιο ή ποιος διαθέτει μεγαλύτερη ισχύ, αλλά ποιος καθορίζει το πλαίσιο μέσα από το οποίο ερμηνεύονται τα γεγονότα. Συνεπώς, η σημασία της δημόσιας συζήτησης στο εσωτερικό κάθε χώρας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Στον βαθμό που η διαμόρφωση της διεθνούς εικόνας μιας χώρας δεν εξαρτάται μόνο από τις επίσημες διπλωματικές τοποθετήσεις, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία ερμηνεύει τις εξελίξεις και αντιδρά σε αυτές, η εσωτερική επικοινωνιακή δυναμική παύει να είναι δευτερεύον ζήτημα.

Στην ελληνική περίπτωση, η υπερβολική έμφαση σε σενάρια αναπόφευκτης κρίσης, η συστηματική χρήση όρων όπως «τετελεσμένα», «υποχωρητικότητα» ή «αναπόφευκτη κλιμάκωση», καθώς και η αναπαραγωγή μιας σχεδόν μόνιμης αίσθησης επικείμενης εθνικής δοκιμασίας, δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η αντίληψη της κοινής γνώμης για την πραγματικότητα, διαστρεβλώνεται από την ένταση του επικοινωνιακού λόγου και τη λογική της πολιτικής αντιπαράθεσης, όπως αυτή εκφράζεται στον δημόσιο λόγο.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η στρατηγική συζήτηση απομακρύνεται από την ψύχραιμη αποτίμηση των δεδομένων και μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο επικοινωνιακής αντιπαράθεσης, όπου οι επιλογές εξωτερικής πολιτικής δεν αξιολογούνται με όρους αποτελεσματικότητας και αποτροπής, αλλά με όρους εντυπώσεων και πολιτικής ερμηνείας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε απόφαση εθνικής στρατηγικής τείνει να παρουσιάζεται όχι ως προϊόν θεσμικής ανάλυσης και γεωπολιτικής εκτίμησης, αλλά ως μέσο πολιτικής επικοινωνίας, γεγονός που υπονομεύει τη δυνατότητα νηφάλιας κατανόησης των πραγματικών στρατηγικών παραμέτρων.

Υπό αυτές τις συνθήκες, υπονομεύεται η έννοια της αποτροπής και κινδυνεύει να συγχέεται με την έννοια της αναπόφευκτης σύγκρουσης. Και όταν η σύγκρουση παρουσιάζεται ως προδιαγεγραμμένο γεγονός, τότε περιορίζεται ο χώρος για στρατηγική ευελιξία, διπλωματική πρωτοβουλία και ρεαλιστική αξιολόγηση επιλογών.

Ιδίως σε συνθήκες υβριδικού ανταγωνισμού, όπου το διακύβευμα δεν είναι μόνο η ισχύς αλλά και η αντίληψή της, η εσωτερική δημόσια εικόνα μιας χώρας μπορεί να λειτουργήσει είτε ως πολλαπλασιαστής ισχύος είτε ως παράγοντας στρατηγικής πίεσης. Η συνεχής αναπαραγωγή αφηγημάτων αδυναμίας, ακόμη και όταν δεν ανταποκρίνονται σε αντικειμενικές μεταβολές στο πεδίο, μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται οι προθέσεις και οι κινήσεις της χώρας διεθνώς.

Η πραγματική διάσταση του προβλήματος

Συνεπώς, στο σύγχρονο στρατηγικό και επιχειρησιακό περιβάλλον, δεν αρκεί μια χώρα να διαθέτει αποτρεπτική ικανότητα, αλλά οφείλει να διατηρεί ταυτόχρονα και αποτρεπτική αντίληψη.
Οφείλει να κυριαρχεί η εικόνα σταθερότητας, αυτοπεποίθησης και στρατηγικής ψυχραιμίας, τόσο προς το εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της χώρας.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και η πραγματική διάσταση του προβλήματος. Η στρατηγική δεν διαμορφώνεται μόνο από τους λήπτες αποφάσεων της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, αλλά και από όσους συμμετέχουν στο ευρύτερο επικοινωνιακό περιβάλλον στο οποίο αποτυπώνεται ο δημόσιος λόγος και συγκροτείται το εθνικό αφήγημα.

Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι η φίμωση της κριτικής ούτε η εξιδανίκευση της πραγματικότητας, αλλά η σαφής διάκριση ανάμεσα στην υπεύθυνη στρατηγική ανάλυση και στην αναπαραγωγή ενός κλίματος που δεν συμβάλλει ούτε στην ενημέρωση ούτε στη στρατηγική κατανόηση των εξελίξεων.

Εν κατακλείδι, η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα δεν αφορά μόνο την διαχείριση και αντιμετώπιση της τουρκικής αναθεωρητικής και επεκτατικής πολιτικής, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτή ερμηνεύεται και αναπαράγεται στο δημόσιο διάλογο.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η δημόσια συζήτηση αποτελεί μέρος του συνολικού στρατηγικού πεδίου και γι’ αυτό, δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης του φόβου, της κινδυνολογίας και της ανασφάλειας, αλλά ως παράγοντας ενίσχυσης της εθνικής αυτοπεποίθησης και της αποτρεπτικής της ισχύος.

Η κινδυνολογία, ακόμη και χωρίς πρόθεση, μπορεί να δημιουργεί συνθήκες που τελικά εξυπηρετούν το στρατηγικό αφήγημα και τους στόχους του αντιπάλου. Διότι, σε ένα περιβάλλον υβριδικού ανταγωνισμού, όποιος διαμορφώνει το πλαίσιο της αντίληψης, διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό και το πλαίσιο των ίδιων των εξελίξεων.