Το Διεθνές Δικαστήριο της Θάλασσας, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και οι διαφορές Ελλάδας – Τουρκίας – Οι αρμοδιότητες και το νομικό πλαίσιο

Ελλάδα, Τουρκία, Σημαίες

Η συζήτηση γύρω από την επίλυση θαλάσσιων διαφορών, ιδίως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, συχνά συνοδεύεται από σύγχυση σχετικά με το ποιο διεθνές δικαστήριο είναι αρμόδιο και πώς λειτουργεί η διαδικασία παραπομπής μιας διακρατικής διαφοράς. Η σύγχυση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς στο Διεθνές Δίκαιο δεν υπάρχει ένα ενιαίο «ανώτατο δικαστήριο» για όλα τα θέματα, αλλά δύο βασικοί θεσμοί με διαφορετική αποστολή: το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης και το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Το πρώτο είναι το International Court of Justice (ICJ), με έδρα τη Χάγη/The Hague, ενώ το δεύτερο είναι το International Tribunal for the Law of the Sea, με έδρα το Αμβούργο/The Hamburg.

Και τα δύο αποτελούν δικαιοδοτικά όργανα του διεθνούς συστήματος, αλλά λειτουργούν με διαφορετικό νομικό θεμέλιο και διαφορετικό εύρος αρμοδιοτήτων.

Γιατί υπάρχει σύγχυση μεταξύ των δύο δικαστηρίων;

Η σύγχυση προκύπτει κυρίως επειδή και τα δύο δικαστήρια μπορούν να επιληφθούν ζητημάτων που σχετίζονται με τη θάλασσα, όπως η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, η υφαλοκρηπίδα και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ).

Ωστόσο, το ICJ/ Χάγη είναι γενικής δικαιοδοσίας διεθνές δικαστήριο, ενώ το ITLOS/Αμβούργο, είναι εξειδικευμένο όργανο που δημιουργήθηκε αποκλειστικά για την εφαρμογή της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Επιπλέον, η δημόσια συζήτηση—ιδίως σε πολιτικό επίπεδο—αναφέρεται συχνά απλουστευτικά στη «Χάγη», δημιουργώντας την εντύπωση ότι υπάρχει ένα ενιαίο δικαστήριο. Στην πραγματικότητα, η «Χάγη» παραπέμπει στο ICJ, ενώ το ITLOS βρίσκεται στο Αμβούργο.

Ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα Ελλάδας–Τουρκίας;

Σε θεωρητικό επίπεδο, τόσο το ICJ όσο και το ITLOS μπορούν να κρίνουν διαφορές οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών. Ωστόσο, η αρμοδιότητα δεν είναι αυτόματη. Το κρίσιμο στοιχείο στο διεθνές δίκαιο είναι η συναίνεση των κρατών.

Για την περίπτωση Ελλάδας–Τουρκίας, η συζήτηση συνήθως επικεντρώνεται στο ICJ/ Χάγη, καθώς αποτελεί τον πιο καθιερωμένο μηχανισμό επίλυσης διακρατικών διαφορών οριοθέτησης. Η παραπομπή μπορεί να γίνει μόνο εφόσον τα δύο κράτη συμφωνήσουν μέσω ειδικού συμφωνητικού παραπομπής (compromis). Αυτό σημαίνει ότι τα μέρη καθορίζουν εκ των προτέρων το αντικείμενο της διαφοράς και ζητούν από το δικαστήριο να εκδώσει δεσμευτική απόφαση.

Αντίθετα, η προσφυγή στο ITLOS/ Αμβούργο, προϋποθέτει ότι τα κράτη δεσμεύονται από τη Σύμβαση UNCLOS. Η Tουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα αυτόματης υπαγωγής της διαφοράς στο συγκεκριμένο δικαστήριο. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η πολιτική και νομική συζήτηση για την ελληνοτουρκική διαφορά αναφέρεται κυρίως στη Χάγη.

Υπάρχει επίσης μια τρίτη επιλογή:

Η διεθνής διαιτησία βάσει του Παραρτήματος VII της UNCLOS, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως εναλλακτικός μηχανισμός όταν δεν υπάρχει συμφωνία για συγκεκριμένο δικαστήριο.

Πώς ένα κράτος οδηγείται ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου;

Σε αντίθεση με τα εσωτερικά δικαστικά συστήματα, το διεθνές δίκαιο δεν διαθέτει υποχρεωτική δικαιοδοσία. Κανένα κράτος δεν μπορεί να “αναγκαστεί” να δικαστεί χωρίς τη συναίνεσή του.

Υπάρχουν τρεις βασικοί μηχανισμοί με τους οποίους ένα κράτος μπορεί να βρεθεί ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου:

  • Πρώτον, μέσω ειδικής συμφωνίας μεταξύ των κρατών (συνυποσχετικό). Πρόκειται για το πιο συνηθισμένο μοντέλο. Τα κράτη συμφωνούν να παραπέμψουν μια συγκεκριμένη διαφορά και δεσμεύονται εκ των προτέρων από την απόφαση.
  • Δεύτερον, μέσω προϋπάρχουσας αποδοχής δικαιοδοσίας. Ορισμένα κράτη έχουν δηλώσει ότι αποδέχονται εκ των προτέρων τη δικαιοδοσία του ICJ/ Χάγη, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
  • Τρίτον, μέσω διεθνών συνθηκών που προβλέπουν υποχρεωτική επίλυση διαφορών. Η UNCLOS αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς θεσπίζει μηχανισμούς επίλυσης διαφορών για τα κράτη-μέρη.

Η δικονομία ενώπιον του ICJ και του ITLOS

Η διαδικασία ενώπιον των δύο δικαστηρίων ακολουθεί σχετικά σταθερή δομή, με κοινά χαρακτηριστικά.

Η πρώτη φάση είναι η κατάθεση της προσφυγής ή του συνυποσχετικού. Σε αυτό το στάδιο καθορίζεται το αντικείμενο της διαφοράς.

Ακολουθεί συχνά το στάδιο των προκαταρκτικών ενστάσεων, όπου το εναγόμενο κράτος μπορεί να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου ή το παραδεκτό της υπόθεσης. Αυτή η φάση μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα και συχνά καθοριστική για την έκβαση.

Στη συνέχεια ακολουθεί η γραπτή διαδικασία, όπου τα κράτη καταθέτουν εκτενή νομικά υπομνήματα (memorials και counter-memorials), συνοδευόμενα από χάρτες, ιστορικά δεδομένα, γεωγραφικές αναλύσεις και νομικές ερμηνείες διεθνών συνθηκών.

Έπειτα διεξάγονται οι προφορικές ακροάσεις, όπου οι νομικές ομάδες των κρατών παρουσιάζουν τα επιχειρήματά τους δημόσια ενώπιον των δικαστών.

Το επόμενο στάδιο είναι η διάσκεψη των δικαστών και η έκδοση της απόφασης, η οποία λαμβάνεται κατά πλειοψηφία και είναι δεσμευτική για τα μέρη.

Τέλος, υπάρχει το ζήτημα της εκτέλεσης. Σε αντίθεση με τα εθνικά δικαστήρια, τα διεθνή δικαστήρια δεν διαθέτουν μηχανισμούς επιβολής. Η συμμόρφωση βασίζεται στη διεθνή νομιμοποίηση, την πολιτική πίεση και το κύρος του διεθνούς δικαίου.

Η ιδιαιτερότητα της ελληνοτουρκικής περίπτωσης.

Στο πλαίσιο των διαφορών Ελλάδας–Τουρκίας, το βασικό νομικό ζήτημα είναι ο καθορισμός της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Ωστόσο, η δυσκολία δεν είναι μόνο νομική αλλά και πολιτική. Τα δύο κράτη δεν συμφωνούν στο εύρος της διαφοράς που πρέπει να επιλυθεί.

Η Ελλάδα θεωρεί ότι το ζήτημα αφορά κυρίως την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Η Τουρκία συχνά θέτει ευρύτερα ζητήματα που σχετίζονται με κυριαρχικά δικαιώματα και γεωπολιτικές παραμέτρους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η σύνταξη ενός κοινού συνυποσχετικού, που αποτελεί προϋπόθεση για προσφυγή στο ICJ/ Χάγη.

Συμπέρασμα:

Η διεθνής δικαιοσύνη στον τομέα της θάλασσας βασίζεται σε ένα σύστημα συναίνεσης και όχι υποχρεωτικής δικαιοδοσίας. Το ICJ και το ITLOS αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες αυτού του συστήματος, αλλά η αρμοδιότητά τους ενεργοποιείται μόνο όταν τα κράτη το επιλέξουν.

Στην περίπτωση Ελλάδας–Τουρκίας, η Χάγη παραμένει το βασικό σημείο αναφοράς, αλλά η προσφυγή σε οποιοδήποτε δικαστήριο προϋποθέτει πρώτα μια πολιτική και νομική συμφωνία για το τι ακριβώς συνιστά τη διαφορά, κάτι που δεν συντρέχει στην παρούσα φάση, όταν μάλιστα η Τουρκία κορυφώνει τη διαφορά με τον “επικείμενο” νόμο για τη γαλάζια πατρίδα / Mavi vatan , που αμφισβητεί ελληνική κυριαρχία και δικαιώματα στο Αιγαίο .