Στις 23 Ιουνίου 1995, η Ελλάδα, με τον Ν. 2321/1995 (ΦΕΚ 136/Α/23-6-1995), κύρωσε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), αποκτώντας και τυπικά το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια, όπως προβλέπει το άρθρο 3 της Σύμβασης.
Λίγες ημέρες αργότερα, η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση αντέδρασε με μια πρωτοφανή απόφαση. Εξουσιοδότησε την τουρκική κυβέρνηση να λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα», ακόμη και στρατιωτικά, εάν η Ελλάδα ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της στο Αιγαίο.
Έτσι γεννήθηκε το γνωστό casus belli του 1995, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.
Ο όρος casus belli («αιτία πολέμου») καθιερώθηκε στη νομική και διπλωματική ορολογία της Ευρώπης από τον θεμελιωτή του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου, Hugo Grotius (1583-1645). Στο έργο του De Jure Belli ac Pacis («Περί του Δικαίου του Πολέμου και της Ειρήνης») επιχείρησε να θέσει κανόνες που θα περιόριζαν τη βία και την αυθαιρεσία των πολέμων, εισάγοντας τις βάσεις του Δικαίου του Πολέμου.
Τρεις αιώνες αργότερα, ο ίδιος όρος απέκτησε ξεχωριστή βαρύτητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Πρόκειται για μια ιδιότυπη διεθνή παραδοξότητα. Ένα κράτος απειλεί με πόλεμο ένα άλλο κράτος επειδή ενδέχεται να εφαρμόσει το Διεθνές Δίκαιο. Η απειλή αυτή αντίκειται ευθέως στο άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, που απαγορεύει όχι μόνο τη χρήση αλλά και την απειλή χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις.
Η Ελλάδα ουδέποτε απεμπόλησε το δικαίωμά της. Αντιθέτως, το 2021 επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο στα 12 ναυτικά μίλια, επιβεβαιώνοντας ότι η άσκηση ενός κυριαρχικού δικαιώματος δεν αποτελεί επιθετική πράξη, αλλά εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου.
Στο Αιγαίο, όμως, η τουρκική απειλή εξακολουθεί να λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ελληνοτουρκικό.
Πώς είναι δυνατόν ένα κράτος που επιδιώκει στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμμετοχή στην ευρωπαϊκή άμυνα και αναβάθμιση της συνεργασίας του με τη Δύση να εξακολουθεί να διατηρεί επί τριάντα ένα χρόνια επίσημη κοινοβουλευτική απόφαση που απειλεί με πόλεμο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Η διεθνής συγκυρία αλλάζει. Η Τουρκία επιδιώκει νέα γεωπολιτική ισορροπία, ενώ η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά τη θέση της μέσω των στρατηγικών της συμμαχιών, της αποτρεπτικής της ισχύος και της διπλωματικής της αξιοπιστίας.
Εάν η Άγκυρα επιθυμεί πραγματικά να πείσει ότι επιδιώκει σχέσεις καλής γειτονίας, η κατάργηση του casus belli πρέπει να αποτελέσει την πρώτη, αυτονόητη και έμπρακτη κίνηση.
Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για διάλογο όταν στο τραπέζι παραμένει μια επίσημη απειλή πολέμου.
Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδέχεται επ’ αόριστον ότι η άσκηση ενός κυριαρχικού δικαιώματος εξαρτάται από τις απειλές ενός τρίτου κράτους. Το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων δεν παραχωρείται ούτε αναστέλλεται από κανέναν. Απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο και παραμένει αναφαίρετο.
Η ελληνική διπλωματία οφείλει να καταστήσει σαφές προς τους Ευρωπαίους εταίρους, το ΝΑΤΟ και κάθε διεθνή οργανισμό ότι η άρση του casus belli δεν είναι ελληνική απαίτηση. Είναι προϋπόθεση σεβασμού του ίδιου του διεθνούς νομικού πολιτισμού.
Η Τουρκία καλείται να αποφασίσει αν θα παραμείνει προσκολλημένη στη λογική της απειλής ή αν θα επιλέξει τον δρόμο του Διεθνούς Δικαίου, της ειρηνικής συνύπαρξης και της πραγματικής καλής γειτονίας.
*Του Δρα Δημήτρη Σταθακόπουλου
