Εάν πάρεις στα χέρια σου ένα άλμπουμ με παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Αθήνας θα διαπιστώσεις πως στο πέρασμα των δεκαετιών η πόλη έχει αλλάξει ριζικά.
Το «πρόσωπο» της πρωτεύουσας έχει αλλάξει πολλές φορές και σήμερα σχεδόν τίποτα δεν θυμίζει την Αθήνα του 20′ ή του 30′. Δυστυχώς, κάποια από τα πανέμορφα νεοκλασικά κτίρια δεν υπάρχουν πια.
Ακόμα και οι κάτοικοι μεγαλύτερης ηλικίας ίσως δυσκολευτούν να αναγνωρίσουν την πόλη και τις περιοχές της, αν δουν φωτογραφίες της με άρωμα άλλης εποχής. Μία τέτοια φωτογραφία είναι και η παρακάτω. Αναγνωρίζεις ποια είναι η οδός της φωτογραφίας; Είτε είσαι κάτοικος Αθηνών είτε απλός επισκέπτης, σίγουρα έχεις περάσει από εκεί.
Κουίζ για την παλιά Αθήνα: Αναγνωρίζεις το σημείο; Είναι από τα πιο γνωστά της πόλης
- Ναός του Ηφαίστου
- Ναός του Ολυμπίου Διός
- Ναός της Αθηνάς Νίκης
Η απάντηση στο κουίζ για την παλιά Αθήνα
Στη φωτογραφία που έχει τραβηχθεί το 1937 από τον φωτογράφοWilly Pragher (Αρχεία Φράιμπουργκ) βλέπετε τον ναό του Ολυμπίου Διός.
Ο Ναός του Ολυμπίου Διός ή Ολυμπιείο ή Στύλοι του Ολυμπίου Διός είναι σημαντικός αρχαίος ναός στο κέντρο της Αθήνας. Παρότι η κατασκευή του ξεκίνησε τον 6ο αιώνα π.Χ., δεν ολοκληρώθηκε παρά επί του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού τον 2ο αιώνα μ.Χ. Αποτέλεσε τον μεγαλύτερο ναό της Ελλάδας κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους.
Τοποθεσία και ιστορία του ναού
Ο ναός βρίσκεται νοτιοανατολικά της Ακρόπολης και περίπου 700 μέτρα από το κέντρο της Αθήνας. Ο Παυσανίας (Α’ 18, 8) αναφέρει, οτι κατά την αθηναϊκή τοπική παράδοση το ιερό με το ναό του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα το πρωτοδημιουργήθηκε από τον γενάρχη των Ελλήνων, τον Δευκαλίωνα:
τοῦ δὲ Ὀλυμπίου Διὸς Δευκαλίωνα οἰκοδομῆσαι λέγουσι τὸ ἀρχαῖον ἱερόν, σημεῖον ἀποφαίνοντες ὡς Δευκαλίων Ἀθήνῃσιν ᾤκησε τάφον τοῦ ναοῦ τοῦ νῦν οὐ πολὺ ἀφεστηκότα.
Κατά μια άποψη, τα θεμέλια του πρώτου ναού στο χώρο είχε κτίσει ο τύραννος των Αθηνών Πεισίστρατος το 515 π.Χ. αλλά οι εργασίες σταμάτησαν όταν ο γιος του Πεισιστράτου, Ιππίας εκδιώχθηκε από την πόλη το 510 π.Χ. Επικρατέστερη, όμως, είναι η άποψη ότι ο ναός αυτός άρχισε να κτίζεται (και έφτασε ως τα θεμέλια) κατά το β’ τέταρτο του έκτου αιώνα π.Χ. από τον τύραννο Πεισίστρατο (561 – 527 π. Χ.), και το έργο εγκαταλείφθηκε όταν αυτός πέθανε και ακολούθησαν αναταραχές στο αθηναϊκό κράτος. Όπως και να έχει, αρχιτέκτονες του έργου αναφέρονται οι Αντιστάτης, Κάλλαισχρος, Αντιμαχίδης καί Φόρμος . Αλλού αντί για τον Φόρμο στη βιβλιογραφία αναφέρεται ο Πωρίνος.
Κατά τη διάρκεια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ο ναός παρέμεινε ημιτελής. Στο έργο του Πολιτικά, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον ναό ως παράδειγμα για το πώς τα τυραννικά καθεστώτα αναγκάζουν τον πληθυσμό να ασχολείται με τεράστια έργα, μην αφήνοντάς του χρόνο, ενέργεια και τρόπους αντίδρασης.
Η αποπεράτωση του ναού έγινε τον 2ο αιώνα π.Χ. κατά τη διάρκεια της μακεδονικής κυριαρχίας στην Ελλάδα υπό την αιγίδα του βασιλιά της ελληνιστικής περιόδου Αντιόχου του Δ΄ Επιφανούς (βασίλευσε στη Συρία ανάμεσα στο 175 και το 164 π.Χ.), που προσέλαβε τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Κοσσούτιο να σχεδιάσει τον μεγαλύτερο ναό στον τότε γνωστό κόσμο. Όταν ο Αντίοχος πέθανε το 164 π.Χ., η κατασκευή του ναού σταμάτησε ξανά.
Το 86 π.Χ., όταν οι ελληνικές πόλεις περιήλθαν υπό ρωμαϊκή κυριαρχία, ο στρατηγός Κορνήλιος Σύλλας μετέφερε κίονες από τον (ημιτελή;) ναό στη Ρώμη, για να κοσμήσει τα κτήρια του Καπιτωλίου[14] (ίσως το ναό του Jupiter Optimus Maximus στο Καπιτώλιο). Οι κίονες αυτοί επηρέασαν τη διάδοση και άνθιση του κορινθιακού ρυθμού στη Ρώμη.
Ο ναός ολοκληρώθηκε τελικά το 129 μ.Χ. (ή το 131 μ.Χ. κατά άλλους) από τον αυτοκράτορα Αδριανό, που ήταν μεγάλος θαυμαστής του ελληνικού πολιτισμού.
Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις Α’ 18, 6:
πρὶν δὲ ἐς τὸ ἱερὸν ἰέναι τοῦ Διὸς τοῦ Ὀλυμπίου —Ἀδριανὸς ὁ Ῥωμαίων βασιλεὺς τόν τε ναὸν ἀνέθηκε καὶ τὸ ἄγαλμα θέας ἄξιον, οὗ μεγέθει μέν, ὅτι μὴ Ῥοδίοις καὶ Ῥωμαίοις εἰσὶν οἱ κολοσσοί, τὰ λοιπὰ ἀγάλματα ὁμοίως ἀπολείπεται, πεποίηται δὲ ἔκ τε ἐλέφαντος καὶ χρυσοῦ καὶ ἔχει τέχνης εὖ πρὸς τὸ μέγεθος ὁρῶσιν—, ἐνταῦθα εἰκόνες Ἀδριανοῦ δύο μέν εἰσι Θασίου λίθου, δύο δὲ Αἰγυπτίου· χαλκαῖ δὲ ἑστᾶσι πρὸ τῶν κιόνων ἃς Ἀθηναῖοι καλοῦσιν ἀποίκους πόλεις. ὁ μὲν δὴ πᾶς περίβολος σταδίων μάλιστα τεσσάρων ἐστίν, ἀνδριάντων δὲ πλήρης· ἀπὸ γὰρ πόλεως ἑκάστης εἰκὼν Ἀδριανοῦ βασιλέως ἀνάκειται, καὶ σφᾶς ὑπερεβάλοντο Ἀθηναῖοι τὸν κολοσσὸν ἀναθέντες ὄπισθε τοῦ ναοῦ θέας ἄξιον.
Ο ναός του Ολυμπίου Διός υπέστη σοβαρές ζημιές κατά την λεηλασία της Αθήνας από τους Ερούλους το 267 μ.Χ. Δεν ήταν δυνατό να επισκευαστεί, δεδομένης της έκτασης των ζημιών στην υπόλοιπη πόλη.
Κατά τους επόμενους αιώνες, τα ερείπια του ναού χρησιμοποιούνταν συστηματικά για την παροχή οικοδομικών υλικών και υλικού για τα σπίτια και τις εκκλησίες της μεσαιωνικής Αθήνας. Έτσι, όταν ο Ciriaco de’ Pizzicolli επισκέφτηκε την Αθήνα το 1436, βρήκε μόνο 21 από τους αρχικους 104 στυλους να στέκονται ακόμα.
Η τύχη ενός από τους στυλους καταγράφεται σε μια ελληνική επιγραφή που βρίσκεται σε έναν από τους σωζόμενους στυλους, η οποία γράφει ότι «στις 27 Απριλίου 1759 κατέστρεψε τη στήλη». Αναφέρεται στον Τούρκο διοικητή της Αθήνας, Μουσταφά Αγά Τζισταράκη, ο οποίος (όπως έχει καταγραφεί από έναν χρονογράφο της εποχής) «κατέστρεψε μια από τις στήλες του Αδριανού με μπαρούτι» για να ξαναχρησιμοποιήσει το μάρμαρο για να φτιάξει σοβά για το Τζαμί Τζισταράκη που έχτιζε στη συνοικία Μοναστηράκι της πόλης.
Δεκαπέντε στυλοι παραμένουν όρθιοι σήμερα και ο δέκατος έκτος βρίσκεται στο έδαφος όπου έπεσε κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας το 1852. Δεν έχει απομείνει τίποτα από το εσωτερικό του ναού ή το μεγάλο άγαλμα που κάποτε στέγαζε.
πηγή φωτογραφίας: Liza’s Photographic Archive of Greece – Facebook