Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν γιγαντιαίο άγαλμα στην «πόλη του Ερμή» – Μυστήριο με το διπλό στέμμα και τη βασιλική κόμπρα στο κεφάλι

Το πάνω κομμάτι ενός αυτοκρατορικού αγάλματος έφερε στο φως η σκαπάνη μιας ομάδας αρχαιολόγων από δύο διαφορετικά πανεπιστήμια οι οποίοι έκαναν ανασκαφές κοντά σε έναν από τους μεγαλύτερους ποταμούς του κόσμου. Ο αδριάντας πλέον θα αποκασταθεί, σχεδόν έναν αιώνα μετά την ανεύρεση του κάτω τμήματος.

Ο Ραμσής Β’, γνωστός και ως Ραμσής Β’ ο Μέγας, υπήρξε ο τρίτος Φαραώ της 19ης Δυναστείας της Αιγύπτου, στη διάρκεια της περιόδου του Νέου Βασιλείου. Η περίοδος αυτή (1279-1213 π.Χ.) από πολλούς θεωρείται η πιο διάσημη βασιλεία στην ιστορία της Αιγύπτου, στο μέτρο που κατά την διάρκειά της σημειώθηκαν πολλές και με επιτυχία στρατιωτικές εκστρατείες, ενώ κατασκευάστηκαν και σπουδαία έργα υποδομών.

Το άγαλμα του Ραμσή βρέθηκε στη διάρκεια ανασκαφών στην αρχαία πόλη της Ερμούπολης. Η Ερμού πόλις, η Μεγάλη, βρισκόταν στα σύνορα της Άνω και Κάτω Αιγύπτου και στη δυτική όχθη του ποταμού Νείλου. Η αρχαία αιγυπτιακή Κμουν, όπως ήταν γνωστή κατά την περίοδο της Παλαιάς Βασιλείας, αναδείχθηκε ως πρωτεύουσα των επαρχιών, δεύτερη μετά τις Θήβες, κατά την περίοδο του Νέου Βασιλείου.

Σχεδόν εκατό χρόνια μετά την εύρεση του κάτω μέρους, βρέθηκε το πάνω μέρος αγάλματος του Ραμσή Β'.
Σχεδόν εκατό χρόνια μετά την εύρεση του κάτω μέρους, βρέθηκε το πάνω μέρος αγάλματος του Ραμσή Β’. (Φωτογραφία: Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου).

Η πόλη που βρέθηκε το άγαλμα

Στα ελληνικά, η ονομασία Ερμού-πολις, υποδεικνύει πόλη αφιερωμένη στον Ερμή, τον οποίο οι Έλληνες ταύτισαν με τον Θωθ, επειδή η πόλη ήταν το σπουδαιότερο κέντρο λατρείας του Θωθ. Ο τελευταίος ήταν θεός της μαγείας, της θεραπείας, της σοφίας και προστάτης των γραφέων.

Η πόλη όμως αναπτύχθηκε περισσότερο απ’ τους Ρωμαίους, και εξελίχθηκε σε σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο από τον 3ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία η Ερμούπολη αποτέλεσε τμήμα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Θηβαΐδας (Thebais Prima), στην Επισκοπή (θρησκευτική, διοικητική διαίρεση σαν την Μητρόπολη) της Αιγύπτου.

Το άγαλμα που ανακαλύφθηκε το 1930

Σύμφωνα με τον Δρ. Mustafa Waziri, Γενικό Γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Αρχαιολογίας, το άγαλμα από ασβεστόλιθο είναι το χαμένο άνω τμήμα ενός αγάλματος που ανακαλύφθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο G. Roeder κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930.
To άγαλμα ύψους 3,8 μ (ο ανδριάνταςφτάνει τα 7 μέτρα, όταν συνδυάζεται με το τμήμα από την ανασκαφή της δεκαετίας του 1930), απεικονίζει τον Ραμσή Β΄ να φοράει το διπλό στέμμα και ένα κάλυμμα κεφαλής με βασιλική κόμπρα. Στο πάνω μέρος της πίσω στήλης είναι χαραγμένες σε σειρά ιερογλυφικές επιγραφές που περιγράφουν τους δοξασμένους τίτλους του Φαραώ.

Τα άλλα έργα εκτός από το άγαλμα

Η Δρ Yufona Tranka εξήγησε ακόμα ότι η αποστολή έχει επίσης αποκαταστήσει τους γρανιτένιους κίονες που βρίσκονται στη βόρεια πλευρά της βασιλικής του Ashmonine. Πρόκειται για μια εκκλησία του 6ου αιώνα, αφιερωμένη στην Παναγία, η οποία εκκλησία κατασκευάστηκε στα ερείπια του ναού του Talmi.

Μέσα : Σχεδόν εκατό χρόνια μετά την εύρεση του κάτω μέρους, βρέθηκε το πάνω μέρος ενός αγάλματος του Ραμσή Β’. (Φωτογραφία: Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου).

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ