Ζάκυνθος: Πώς οι δράστες προσπάθησαν να “αλλάξουν” το στίγμα τους – Το κόλπο με το κινητό και τα χρήματα

Να διασφαλίσουν ότι δεν θα στοιχειοθετηθεί κατηγορία σε βάρος τους, ακόμη κι αν οι αρχές έφταναν στα ίχνη τους, φαίνεται πως είχαν προσπαθήσει οι κατηγορούμενοι  για τη δολοφονία της συζύγου του Ντίμη Κορφιάτη, το περασμένο καλοκαίρι στη Ζάκυνθο. Σύμφωνα με τη δικογραφία, δύο βασικοί κατηγορούμενοι στην υπόθεση φαίνεται ότι είχαν επιχειρήσει να δημιουργήσουν άλλοθι για τους εαυτούς τους, αλλά και για τον μάρτυρα, η κατάθεση του οποίου αποτελεί “κλειδί” για την εξιχνίαση της υπόθεσης, όπως έχουν αναφέρει οι αρχές. Υπενθυμίζεται ότι κατά τη διάρκεια της ενέδρας που είχαν στήσει οι εκτελεστές στον επιχειρηματία, την 9η Ιουνίου 2020, έπεσε νεκρή η 37χρονη σύζυγος του Ντίμη Κορφιάτη και ο ίδιος είχε τραυματιστεί σοβαρά.

Πληροφορίες που μετέδωσε το ΟΡΕΝ αναφέρουν ότι στη δικογραφία αποκαλύπτεται πως ο φερόμενος ως εκτελεστής είχε αφήσει επίτηδες το κινητό του τηλέφωνο στην Αθήνα, ώστε εάν η αστυνομία έφτανε με κάποιο τρόπο στα ίχνη του κατά τη διάρκεια των ερευνών, ο ίδιος να έχει άλλοθι ότι κατά τη δολοφονία δεν βρισκόταν στη Ζάκυνθο, αλλά στην πρωτεύουσα. Το κόλπο που χρησιμοποίησε ήταν απλό, αλλά όπως αποδεικνύεται δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα “κλειδί”, την ημέρα μετά τη δολοφονία στη Ζάκυνθο, ο φερόμενος ως εκτελεστής είχε ζητήσει από τη φίλη του να πάει στο σπίτι του, στο Χαλάνδρι, και να μαζέψει κάποια ρούχα του, αλλά και να κάνει μία κλήση από το κινητό του, ώστε να καταγραφεί το στίγμα από τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Το περίεργο είναι, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του τηλεοπτικού σταθμού, ότι για ένα 24ωρο δεν καταγράφεται δραστηριότητα από το συγκεκριμένο κινητό τηλέφωνο. Δηλαδή, ούτε είχε δεχτεί κλήσεις, ούτε είχε κάνει κλήσεις, ούτε είχαν γίνει αναζητήσεις στο διαδίκτυο.

Άλλοθι φαίνεται πως είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, έκανε κατάθεση 50 ευρώ στη γυναίκα η οποία αναζητείται από τις αρχές, ώστε να έχει εμφανίζεται και εκείνος ότι βρισκόταν στην Αθήνα. Αναφορικά με τον μάρτυρα που αποκάλυψε ό,τι συνέβη, του είπαν ότι αν ποτέ η αστυνομία τον προσεγγίσει και τον ρωτήσει πού βρισκόταν το επίμαχο διάστημα, “εσύ θα απαντήσεις ότι είχες πάει στη Λακωνία για να δεις τους γονείς σου”, μετέδωσε ο τηλεοπτικός σταθμός.

40 βίντεο και στοιχεία από 17 τηλεφωνικές συνδέσεις

Από την αστυνομία επισημαίνουν ότι έχουν στη διάθεσή τους 40 βίντεο από κάμερες ασφαλείας, δεδομένα από την άρση τηλεφωνικού απορρήτου 17 τηλεφωνικών συνδέσεων όπως και μία μαρτυρία “κλειδί”, που εμπλέκουν τους κατηγορούμενους με τη δολοφονία της 37χρονης συζύγου του Ντίμη Κορφιάτη. Πάντως, τόσο ο φερόμενος ως ηθικός αυτουργός, όσο και οι κατηγορούμενοι ως φυσικοί αυτουργοί, αρνούνται την εμπλοκή τους με το περιστατικό.

Βασική ως προς την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας φαίνεται πως ήταν η μαρτυρία του άνδρα, ο οποίος άκουσε τους δύο φερόμενους ως φυσικούς αυτουργούς να διαπληκτίζονται λίγο μετά το φονικό καρτέρι στη Ζάκυνθο.

Σύμφωνα με τον ΑΝΤ1, ο μάρτυρας κατέθεσε πως είδε τον κατηγορούμενο ως οδηγό της μοτοσικλέτας να απειλεί με πιστόλι συγκατηγορούμενό του, ότι είδε τους δύο να τοποθετούν κράνη μηχανής μέσα στο σκάφος, πως μετά τη δολοφονία ο ένας άκουγε από το κινητό του τηλέφωνο ειδήσεις για τη δολοφονία και ότι τους είδε να πετούν ρούχα και κινητά.

Σε δήλωσή της στον ΑΝΤ, η μητέρα της 37χρονης συζύγου του επιχειρηματία επισημαίνει ότι “ο πόνος της μάνας δεν καταλαγιάζει ποτέ. Απλώς δικαιώθηκε η μνήμη του παιδιού μου. Μία μάνα δεν δικαιώνεται ποτέ”.

Αποφασισμένοι να “αποτελειώσουν” τον επιχειρηματία ακόμη και μέσα στο νοσοκομείο Αποφασισμένοι να αποτελειώσουν τη “δουλειά” που είχαν αναλάβει για την εκτέλεση του Ντίμη Κορφιάτη, ήταν οι εμπλεκόμενοι στην εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από τους σοκαριστικούς διαλόγους τους, που περιλαμβάνονται στο διαβιβαστικό της αστυνομίας.

Οι δράστες επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον επιχειρηματία, το μεσημέρι της 9ης Ιουνίου 2020, όταν του έστησαν φονικό καρτέρι στη Ζάκυνθο. Οι δύο εκτελεστές επέβαιναν σε μοτοσικλέτα και άνοιξαν πυρ κατά του 53χρονου και της 37χρονης, που επίσης επέβαιναν σε μηχανή. Από τους πυροβολισμούς έπεσε νεκρή η σύζυγος του Ντίμη Κορφιάτη και ο ίδιος ο επιχειρηματίας τραυματίστηκε σοβαρά.

Λίγο μετά τη δολοφονία της 37χρονης, σύμφωνα με τη δικογραφία, ο φερόμενος ως εκτελεστής συνομίλησε με τον σωματοφύλακα και εμφανίστηκε να του λέει, ότι θα πρέπει να μεταβούν στο νοσοκομείο όπου θα πήγαιναν τον τραυματία επιχειρηματία για να τον “τελειώσουν”.

Συγκεκριμένα, ο φερόμενος ως δολοφόνος με τα αρχικά Σ.Π. άκουσε από τις ειδήσεις για το συμβάν και ήταν έξαλλος, όπως είπε στον σωματοφύλακα με τα αρχικά Π.Α.:

-Σ.Π.: Μόνο την π….. σκότωσες;

-Π.Α. : Ναι μ…. ας μην έπεφτες εσύ με τη μηχανή και θα τον βρίσκαμε μόνο του. Έχεις ιδέα από 45άρι πως τρυπάει; Επειδή έχεις μη μιλάς. Τον πέτυχα σίγουρα, δε θα γλιτώσει.

Στη συνέχεια ο Σ.Π. είπε ότι πρέπει να πάνε στο νοσοκομείο, όπου θα πήγαιναν τον τραυματία ξενοδόχο για να τον τελειώσουν αν ήταν ακόμα ζωντανός.

Ο σωματοφύλακας επέμενε ότι θα πέθαινε γιατί σίγουρα τον είχε πετύχει:

Σ.Π.: Στον μπάτσο να δω τι θα πούμε. Εγώ θα πω ότι έφταιγες εσύ.

Υπενθυμίζεται ότι λίγους μήνες μετά, τον Μάιο του 2021, ο επιχειρηματίας έπεσε νεκρός σε φονική ενέδρα που του έστησαν άγνωστοι, τη στιγμή που έμπαινε στο γραφείο του λογιστή του.

Μοιράσου το:
σχολίασε κι εσύ

Ενημερωθείτε πρώτοι με τον τρόπο που θέλετε.