Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Συμπληρώνονται 14 χρόνια από την άγρια επίθεση που δέχθηκε η Μυρτώ στην Πάρο, με τη μητέρα της, Μαρία Κοτρώτσου, να δημοσιεύει μια συγκλονιστική ανάρτηση.
- Η μητέρα της Μυρτώς περιγράφει τον καθημερινό αγώνα που δίνει η κόρη της, τονίζοντας ότι οι ζωές τους παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένες.
- Η Μαρία Κοτρώτσου αναφέρεται στα προβλήματα προσβασιμότητας στην Ελλάδα και δηλώνει με οργή: «Αρνούμαι να συμβιβαστώ με το άδικο».
Δεκατέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 22 Ιουλίου 2026, από τη βίαιη επίθεση που δέχθηκε η Μυρτώ Παπαδομιχελάκη στην Πάρο, ένα περιστατικό που άλλαξε οριστικά τη ζωή της ίδιας και της οικογένειάς της.
Η Μυρτώ βρισκόταν στο νησί για διακοπές με την οικογένειά της, όταν ο Αχμέτ Βακάς τη βίασε και την ξυλοκόπησε τον Ιούλιο του 2012. Έκτοτε, η ίδια δίνει καθημερινά μια δύσκολη μάχη αποκατάστασης, έχοντας διαρκώς στο πλευρό της τη μητέρα της.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 14 ετών από την επίθεση, η Μαρία Κοτρώτσου δημοσίευσε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία περιγράφει τον καθημερινό αγώνα που δίνει μαζί με την κόρη της. Παράλληλα, αναφέρεται στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με κινητική αναπηρία στην Ελλάδα.
«22 Ιουλίου 2012 – 22 Ιουλίου 2026. 14 χρόνια… Πώς πέρασαν; Δεν το χωράει το μυαλό μου», γράφει στην αρχή της ανάρτησής της.
Η Μαρία Κοτρώτσου επισημαίνει ότι, παρά το πέρασμα του χρόνου, οι αναμνήσεις από όσα ακολούθησαν την επίθεση εξακολουθούν να επαναφέρουν τον πόνο, τον φόβο και την απόγνωση.
Ο καθημερινός αγώνας της Μυρτούς
Η μητέρα της Μυρτούς περιγράφει την καθημερινότητα που μοιράζεται με την κόρη της και εξηγεί ότι οι ζωές τους παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένες. «Ξεγελάω τον εαυτό μου, λέγοντάς του ότι η ζωή συνεχίζεται, όταν σε βλέπω να γελάς. Αλλά όταν κοιτάω τους ανθρώπους γύρω μου, ξέρω ότι για εσένα η ζωή είναι ακίνητη, καθηλωμένη στο αναπηρικό αμαξίδιο, σιωπηλή από ένα στόμα που δεν μιλά αλλά κραυγάζει. Και μαζί με εσένα είναι καθηλωμένη και η δική μου ζωή, γιατί είμαστε ένα πια», αναφέρει.
Η ίδια εξηγεί ότι προσπαθεί να προσφέρει στη Μυρτώ όσο το δυνατόν περισσότερες εμπειρίες και στιγμές χαράς. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η ανεπαρκής προσβασιμότητα δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την καθημερινότητά τους. «Μέχρι τότε, θα σπρώχνω με όλη τη δύναμή μου το καρότσι σου, θα σε σηκώνω, όσο κι αν αυτό διαλύει τη μέση μου, για να σε πηγαίνω όπου υπάρχει πρόσβαση… ελπίζοντας να πάρεις λίγη ευχαρίστηση, λίγη χαρά, να σε δω να γελάς», σημειώνει.
Παράλληλα, δηλώνει ότι θα συνεχίσει να διεκδικεί τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, τα οποία, όπως υποστηρίζει, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστα.
«Αρνούμαι να συμβιβαστώ με το άδικο»
Η Μαρία Κοτρώτσου εκφράζει, επίσης, την οργή της για την επίθεση που καθόρισε τη ζωή της κόρης της και δηλώνει ότι αρνείται να αποδεχθεί την αδικία που τους επιβλήθηκε.
«Εγώ, όμως, αρνούμαι να συμβιβαστώ με αυτό που ένα ΤΕΡΑΣ επέβαλε με το έτσι θέλω στη ζωή σου, στη ζωή μου… Είναι το άδικο που δεν αποδέχομαι, με το οποίο δεν συμβιβάζομαι», γράφει.
Η ανάρτηση ολοκληρώνεται με ένα μήνυμα αγάπης προς τη Μυρτώ και με την ελπίδα ότι η επιστήμη ενδέχεται στο μέλλον να προσφέρει νέες δυνατότητες.
«Εμείς θα περπατάμε μαζί, θα γελάμε μαζί και θα προσπαθήσουμε να χαιρόμαστε ό,τι μπορούμε. Λίγα; Λίγα. Αυτό μπορούμε. Αυτό μας έμεινε. Και θα ελπίζουμε σε ένα μέλλον που η επιστήμη ίσως φέρει κάτι… Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, Μυρτώ μου», καταλήγει.
Ολόκληρη η ανάρτηση της Μαρίας Κοτρώτσου
«22 Ιουλίου 2012 – 22 Ιουλίου 2026
14 χρόνια…
Πώς πέρασαν; Δεν το χωράει το μυαλό μου. Κυλάει ο χρόνος σαν νερό και αναρωτιέμαι πώς φεύγει τόσο γρήγορα. Από την άλλη, όμως, όταν αρχίζω να θυμάμαι τις λεπτομέρειες όλων αυτών των χρόνων, ταράζομαι, τρομάζω και πονάω ξανά και ξανά.
Είναι τόσες πολλές οι δύσκολες στιγμές, οι στιγμές απόγνωσης, πόνου, φόβου για το άγνωστο, θυμού, οργής, υπομονής και επιμονής, που δεν περιγράφονται σε λίγες γραμμές.
Ξεγελάω τον εαυτό μου, λέγοντάς του ότι η ζωή συνεχίζεται, όταν σε βλέπω να γελάς. Αλλά όταν κοιτάω τους ανθρώπους γύρω μου, ξέρω ότι για εσένα η ζωή είναι ακίνητη, καθηλωμένη στο αναπηρικό αμαξίδιο, σιωπηλή από ένα στόμα που δεν μιλά αλλά κραυγάζει. Και μαζί με εσένα είναι καθηλωμένη και η δική μου ζωή, γιατί είμαστε ένα πια.
Όταν με ρωτούν τι κάνει η Μυρτώ, λέω πάντα «μια χαρά, σταθερά όπως ήταν», γιατί δεν θέλω να περιγράψω αυτό που κανείς δεν μπορεί να καταλάβει, αυτό που δεν φαίνεται, γιατί είναι κλεισμένο βαθιά στην ψυχή και στο μυαλό. Μόνο όποιος ζει κάτι ανάλογο καταλαβαίνει.
Δεν κατηγορώ κανέναν, γιατί είναι απόλυτα φυσικό αυτό που συμβαίνει. Ό,τι κι αν γίνεται κοντά μας, όσο κι αν συμπάσχουμε, όσο κι αν στεναχωρηθούμε, για όλους τους άλλους είναι κάτι περαστικό, εκτός από εκείνον που το ζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό.
Η γιαγιά μου έλεγε: «Όταν κλείνει η πόρτα του σπιτιού σου, μένεις μόνος». Γι’ αυτό δεν μιλάω, δεν αναλύω… γιατί δεν υπάρχει λόγος. Δεν θα άλλαζε κάτι… Η πραγματικότητα είναι εδώ. Είναι μέσα σου, μέσα μου και μόνο.
Προσπαθώ, όσο γίνεται, να σου δίνω εικόνες, να βγαίνουμε έξω συχνά, να σε πηγαίνω όπου νομίζω ότι θα χαρείς, παρόλο που αυτό είναι δύσκολο στη χώρα όπου ζούμε, γιατί δεν έχουμε μάθει ακόμη να δίνουμε χώρο και να σεβόμαστε τους κινητικά ανάπηρους ανθρώπους.
Δεν βαριέσαι… κάποτε θα μάθουν και εδώ τα ίσα δικαιώματα. Μέχρι τότε, θα σπρώχνω με όλη τη δύναμή μου το καρότσι σου, θα σε σηκώνω, όσο κι αν αυτό διαλύει τη μέση μου, για να σε πηγαίνω όπου υπάρχει πρόσβαση… ελπίζοντας να πάρεις λίγη ευχαρίστηση, λίγη χαρά, να σε δω να γελάς.
Θα παλεύω γι’ αυτά τα δικαιώματα που υπάρχουν στα χαρτιά και υλοποιούνται κατ’ εξαίρεση επειδή είναι η Μυρτώ, αφού παλέψω, αφού φωνάξω, αφού τρέξω, αφού εξαντληθώ…
Τελευταία άκουσα και αυτό: «Μα όλα σε αυτήν συμβαίνουν;». Όχι, μην απατάστε. Συμβαίνουν σε κάθε κινητικά ανάπηρο άτομο, μόνο που κάποιοι μπορεί να είναι κουρασμένοι για να αντιδράσουν, μη έχοντας άλλα ψυχικά αποθέματα, αντιμέτωποι με τη δύσκολη καθημερινότητά τους, ή να έχουν παραιτηθεί, αφού εξαντλήθηκαν.
Εγώ, όμως, αρνούμαι να συμβιβαστώ με αυτό που ένα ΤΕΡΑΣ επέβαλε με το έτσι θέλω στη ζωή σου, στη ζωή μου… Είναι το άδικο που δεν αποδέχομαι, με το οποίο δεν συμβιβάζομαι.
Ίσως αυτός ο θυμός και αυτή η οργή, που θάφτηκαν βαθιά μέσα μου εκείνη τη νύχτα της 22ας Ιουλίου και όλες τις άλλες που ακολούθησαν, μέσα στην απόγνωση και την αβεβαιότητα των πρώτων ημερών, και που δεν φαίνονται πλέον, να με ωθούν να θέλω να τα βάλω με θεούς και δαίμονες της δύσκολης ελληνικής πραγματικότητας και με όλους αυτούς που βιάζονται να κρίνουν, ενώ θα ήταν καλύτερα να σωπαίνουν, να κάνουν τον σταυρό τους και να ευχαριστούν τον Θεό που είναι καλά.
Και ας φροντίσουν να μη φτάνουν στα αυτιά μου αυτές οι ερωτήσεις από την άνετη θέση του καναπέ τους, γιατί με θυμώνουν ακόμη περισσότερο…
Δεν ζήτησα τίποτε από κανέναν. Δεν μου πρόσφεραν τίποτε που να θυμάμαι. Δεν θέλω τσάι και απάθεια. Δεν ζητώ να μπουν στα παπούτσια μου. Δεν θέλω τον δήθεν οίκτο τους. Ιδίως αυτόν τον σιχαίνομαι κυριολεκτικά. Βαδίζω μόνη μου και απολογούμαι στον εαυτό μου και σε σένα.
Αντιθέτως, οι λίγοι που με βοήθησαν και οι ακόμη λιγότεροι που με βοηθούν –ξέρουν αυτοί– δεν κάνουν τέτοιες ερωτήσεις.
Εμείς θα περπατάμε μαζί, θα γελάμε μαζί και θα προσπαθήσουμε να χαιρόμαστε ό,τι μπορούμε. Λίγα; Λίγα. Αυτό μπορούμε. Αυτό μας έμεινε. Και θα ελπίζουμε σε ένα μέλλον που η επιστήμη ίσως φέρει κάτι… Σ’ αγαπώ τόσο πολύ, Μυρτώ μου».
