Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα από τις αρχές του 2026, ακούμε για ολοένα και περισσότερα περιστατικά ανεμοστρόβιλων και υδροσιφώνων που εκδηλώνονται σε διάφορες περιοχές της χώρας, προκαλώντας υλικές ζημιές και εύλογη ανησυχία στους πολίτες. Από την Ήπειρο και τη Δυτική Ελλάδα έως τη Θράκη και το Αιγαίο, φαινόμενα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σπάνια ή «εξωτικά» για τα ελληνικά δεδομένα, εμφανίζονται πλέον πιο συχνά στο δημόσιο προσκήνιο, συχνά συνοδεύοντας ισχυρά επεισόδια κακοκαιρίας.
Ρεπορτάζ: Πασαλίδου Μαρία
Όπως έχει γίνει γνωστό, το βράδυ της Τετάρτης 7 Ιανουαρίου ένα πτηνοτροφείο στο Καλπάκι Ιωαννίνων ισοπεδώθηκε από το καταστροφικό πέρασμα ανεμοστρόβιλου, που σκότωσε 30.000 κοτόπουλα, ενώ «εξαφάνισε» και τα 3 κτίρια που υπήρχαν στην μονάδα. Μια ημέρα μετά, στις 8 του ίδιου μήνα, στιγμές τρόμου έζησαν οι κάτοικοι του Γιαννιτσοχωρίου στην Ηλεία τις πρώτες πρωινές ώρες, όταν ισχυρός ανεμοστρόβιλος έπληξε ξαφνικά την περιοχή, αφήνοντας πίσω του εικόνες καταστροφής και καταφέρνοντας μάλιστα να «αναποδογυρίσει» ένα αυτοκίνητο.
Δύο ημέρες αργότερα, ανεμοστρόβιλος «σάρωσε» το Μεσολόγγι, προκάλεσε ζημιές σε κατοικίες, καταστήματα, σχολικές μονάδες και ιδιωτικές περιουσίες, ενώ ξεριζώθηκαν δέντρα, αποκολλήθηκαν στέγες και παρασύρθηκαν μεγάλες μεταλλικές κατασκευές. Παράλληλα, την ίδια ημέρα ανεμοστρόβιλος «χτύπησε» την πόλη της Αλεξανδρούπολης, οδηγώντας στην απόφαση κήρυξης της περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, καθώς οι πληγέντες από το φαινόμενο ξεπέρασαν τους 220.
Τα κρίσιμα ερωτήματα
Η αυξημένη προβολή τέτοιων φαινομένων, γεννά κρίσιμα ερωτήματα: πρόκειται πράγματι για μια νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται υπό την επίδραση της κλιματικής αλλαγής ή για φαινόμενα που υπήρχαν ανέκαθεν αλλά σήμερα καταγράφονται και προβάλλονται περισσότερο; Πόσο καλά γνωρίζουμε τους μηχανισμούς δημιουργίας των ανεμοστρόβιλων στον ελλαδικό χώρο και ποιες περιοχές είναι πιο ευάλωτες;
Υπάρχει δυνατότητα έγκαιρης πρόγνωσης και προειδοποίησης, και κατά πόσο η χώρα μας διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία και υποδομές για την αντιμετώπισή τους; Στα παραπάνω ερωτήματα δίνει απαντήσεις μιλώντας στο enikos.gr ο κ. Σταύρος Ντάφης, Φυσικός-Μετεωρολόγος Ph.D. και επιστημονικός Συνεργάτης Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.
Είναι η εκδήλωση ανεμοστρόβιλων μια νέα μετεωρολογική πραγματικότητα στην Ελλάδα;
Η αυξημένη προβολή ανεμοστρόβιλων και υδροσιφώνων τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας δεν συνιστά απαραίτητα μια νέα μετεωρολογική πραγματικότητα για την Ελλάδα, αλλά αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη βελτιωμένη καταγραφή και τη δημόσια ορατότητα των φαινομένων.
Οι ανεμοστρόβιλοι υπήρχαν και στο παρελθόν στον ελλαδικό χώρο, ωστόσο σήμερα καταγράφονται συχνότερα χάρη στην ευρεία χρήση κινητών τηλεφώνων, καμερών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και στη μεγαλύτερη επιχειρησιακή ενασχόληση με τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Ντάφης: «Κατά βάση, δεν είναι νέο φαινόμενο για την Ελλάδα. Αυτό που έχει αλλάξει αισθητά είναι η παρατηρησιμότητα, άρα και η “ορατότητα” του φαινομένου στη δημόσια σφαίρα, καθώς και η καλύτερη επιχειρησιακή παρακολούθηση και οι αναλύσεις».
Τι είναι όμως ο ανεμοστρόβιλος και ποιοι παράγοντες ευνοούν την εκδήλωσή τους
Όπως εξηγεί ο ειδικός: «Ανεμοστρόβιλος είναι μια ισχυρά περιστρεφόμενη στήλη αέρα που συνδέει τη βάση καταιγιδοφόρου νέφους (σωρειτομελανία) με το έδαφος. Στη θάλασσα λέγεται συχνά υδροσίφωνας ή σίφωνας θαλάσσης, μερικές φορές μπορεί να “περάσει” στη στεριά».
Οι μηχανισμοί δημιουργίας των ανεμοστρόβιλων είναι σε γενικές γραμμές γνωστοί από τη διεθνή επιστημονική έρευνα, όμως, στον ελληνικό και ευρύτερα μεσογειακό χώρο παραμένουν λιγότερο μελετημένοι. «Η αλήθεια είναι ότι ασχολούμαστε ελάχιστοι ερευνητές με το φαινόμενο στην Ελλάδα, και προσωπικά προσπαθώ να καταγράφω τις εκδηλώσεις σιφώνων τα τελευταία 15 χρόνια με όση περισσότερη λεπτομέρεια γίνεται, αλλά σίγουρα, δεν καταγράφεται το σύνολό τους. Φανταστείτε έναν υδροσίφωνα βραδινές ώρες μακριά από την ακτή, ή έναν ανεμοστρόβιλο σε ένα δάσος της Πίνδου, φαινόμενα τα οποία κανείς δεν θα τα παρατηρήσει» τονίζει ο ίδιος.
Ο συνδυασμός ατμοσφαιρικής αστάθειας, έντονων ανοδικών ρευμάτων και ισχυρής κατακόρυφης διάτμησης του ανέμου (δηλαδή αλλαγή της ταχύτητας ή/και της διεύθυνσης του ανέμου, ιδιαίτερα πολύ κοντά στο έδαφος ή την επιφάνεια της θάλασσας) δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εκδήλωσή τους, με ορισμένες περιοχές της χώρας —κυρίως παράκτιες και νησιωτικές— να εμφανίζουν αυξημένη τρωτότητα λόγω γεωγραφικής θέσης και τοπογραφίας, όπως ακόμη εξηγεί. «Η εμφάνιση των σιφώνων κορυφώνεται το φθινόπωρο και στην αρχή του χειμώνα, κυρίως στις θαλάσσιες και παραθαλάσσιες περιοχές, όταν η επιφανειακή θερμοκρασία της θάλασσας παραμένει σχετικά υψηλή και όταν ψυχρός αέρας ψηλότερα καταφθάνει από βορειότερα πλάτη» επισημαίνει χαρακτηριστικά ο κ. Ντάφης.
Πόσο εφικτή είναι η πρόγνωση των ανεμοστρόβιλων;
Η πρόγνωση των συνθηκών που ευνοούν την ανάπτυξη ανεμοστρόβιλων είναι εφικτή σε χρονικό ορίζοντα αρκετών ωρών έως και μιας ημέρας, ωστόσο η ακριβής πρόβλεψη του τόπου και του χρόνου εκδήλωσης παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο κ. Ντάφης: «Η έγκαιρη πρόγνωση συνθηκών, ευνοϊκών για την δημιουργία ανεμοστρόβιλων, είναι εφικτή περίπου 12-24 ώρες πριν. Μπορούμε να εντοπίσουμε περιοχές με αυξημένη πιθανότητα έντονης αστάθειας και στροβιλισμού στην ατμόσφαιρας χρησιμοποιώντας αριθμητικά προγνωστικά μοντέλα. Η πρόγνωση ακριβούς σημείου και χρονικής στιγμής για έναν ανεμοστρόβιλο είναι μη ρεαλιστική, γιατί πρόκειται για φαινόμενο πολύ μικρής κλίμακας και μεγάλης αβεβαιότητας».
«Η χώρα μας σε καμιά περίπτωση δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να έχει επιχειρησιακή ετοιμότητα»
Παράλληλα, η Ελλάδα υστερεί σημαντικά σε κρίσιμες υποδομές παρατήρησης, όπως τα σύγχρονα μετεωρολογικά ραντάρ, γεγονός που περιορίζει τόσο την επιχειρησιακή πρόγνωση όσο και τη δυνατότητα έγκαιρης προειδοποίησης του πληθυσμού.
Ο φυσικός-μετεωρολόγος υπογραμμίζει: «Η επιχειρησιακή πρακτική διεθνώς βασίζεται σε χρήση μετεωρολογικών ραντάρ και δορυφορικά προϊόντα. Η χώρα μας σε καμιά περίπτωση δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να έχει επιχειρησιακή ετοιμότητα για αυτά τα φαινόμενα, κυρίως λόγω έλλειψης ειδικών μετεωρολογικών ραντάρ. Είμαστε από τις ελάχιστες περιοχές της Ευρώπης που δεν λειτουργούν μετεωρολογικά ραντάρ και το δίκτυο ραντάρ που πρόκειται να τεθεί σε λειτουργία τα επόμενα χρόνια, αμφιβάλλω ότι θα είναι ικανό να «βλέπει» τους ανεμοστρόβιλους, δεδομένου των στοιχείων που έχουν έρθει στη δημοσιότητα έως τώρα».
Μάλιστα, όσον αφορά την περίπτωση της Αλεξανδρούπολης, ο ίδιος συμπληρώνει: «Εφόσον δεν υπάρχουν μετεωρολογικά ραντάρ, κανένας επιχειρησιακός μετεωρολόγος δεν θα ήταν σε θέση να προειδοποιήσει για έλευση σίφωνα από τη θάλασσα προς την πόλη της Αλεξανδρούπολης. Χρειάζεται πολύ δουλειά ακόμη η χώρα μας στον τομέα της έγκαιρης και έγκυρης προειδοποίησης για ακραία καιρικά φαινόμενα, αρκεί να επενδύσει το κράτος στα σωστά εργαλεία και την εκπαίδευση εξειδικευμένου προσωπικού».
Καταγράφεται αύξηση ή μείωση της συχνότητάς τους σε σύγκριση με προηγούμενα έτη;
«Το 2025 είχαμε 97 καταγεγραμμένα επεισόδια, 11 από τα οποία ήταν ανεμοστρόβιλοι και προκάλεσαν ζημιές, και τα υπόλοιπα 86 ήταν υδροσίφωνες» σημειώνει ο κ. Ντάφης, συμπληρώνοντας ότι: «Πρόκειται για έναν αριθμό σιφώνων λίγο χαμηλότερο από τον μέσο όρο της περιόδου 2010-2024 (104 ανά έτος). Δεν υπάρχει κάποια στατιστικά σημαντική αλλαγή στον ετήσιο αριθμό των ανεμοστρόβιλων σε αυτή τη βάση δεδομένων. Δεν είναι δυνατόν να καταγράψουμε το πλήρες πλήθος των σιφώνων, αλλά οι ανεμοστρόβιλοι προκαλούν συνήθως ορατές καταστροφές στο τεχνητό και φυσικό περιβάλλον, επομένως οι περισσότεροι καταγράφονται σχετικά εύκολα. Ο σταθερός αριθμός των σιφώνων ανά έτος (περίπου 100 +/- 30) δείχνει μια σχετική εμπιστοσύνη όσον αναφορά την τάση αύξησης ή μείωσής τους στη χώρα μας».
Συνδέεται η αύξηση της έντασης ή/και της συχνότητας των ανεμοστρόβιλων με την κλιματική αλλαγή;
«Αν και η ένταση των καταιγίδων αυξάνεται με την αύξηση της θερμοκρασίας στο Μεσόγειο, δεν παράγουν όλες οι καταιγίδες ανεμοστρόβιλους, όπως δεν παράγουν και χαλαζοπτώσεις» εξηγεί ο μετεωρολόγος.
«Χρειάζονται ιδιαίτερες συνθήκες στην ατμόσφαιρα για να δημιουργηθεί ένας ανεμοστρόβιλος, κάτι που δεν μπορεί να συνδεθεί εύκολα με την κλιματική αλλαγή. Γι’αυτό και η IPCC (Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος) αξιολογεί ότι υπάρχει χαμηλή εμπιστοσύνη στις τάσεις των ανεμοστρόβιλων γενικά στην Ευρώπη», προσθέτει.
Θα πρέπει να θεωρούμε την εμφάνιση ανεμοστρόβιλων ως «πιθανό σενάριο» σε κάθε έντονη κακοκαιρία;
Για το εάν σε κάθε έντονη κακοκαιρία θα πρέπει να αναμένουμε την εκδήλωση τέτοιου φαινομένου, ο ειδικός απαντά: «Όχι, η επιστήμη της μετεωρολογίας γνωρίζει πλέον τις συνθήκες που δημιουργούν σίφωνες, και ήδη μετεωρολογικές υπηρεσίες του εξωτερικού (π.χ. ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία) προειδοποιούν επαρκώς πριν την εκδήλωση των φαινομένων σε μια περιοχή».
Και προσθέτει: «Υπάρχουν ακόμη επιστημονικά ερωτήματα που περιμένουν απάντηση μέσω της έρευνας, κάτι που στα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα γίνεται σπασμωδικά, ελλείψει πόρων για την έρευνα και καταγραφή των φαινομένων».
Οι «ευάλωτες» περιοχές της χώρας
Υπάρχουν ορισμένες περιοχές στη χώρα μας όπου ανεμοστρόβιλοι προκαλούν συχνά καταστροφές ή απλά δημιουργούνται περισσότεροι υδροσίφωνες από ό,τι άλλα σημεία της χώρας, επισημαίνει ο κ. Ντάφης, εξηγώντας ότι: «Αυτό μπορεί να αποδοθεί τόσο στη γεωγραφική θέση αυτών των περιοχών, όσο και στην περίπλοκη τοπογραφία. Δηλαδή τα παράλια και τα νησιά του Ιονίου Πελάγους δέχονται τους πιο καταστροφικούς ανεμοστρόβιλους λόγω της συχνής έλευσης ισχυρών βαρομετρικών συστημάτων από την Κεντρική Μεσόγειο.
Περιοχές όπως η Ανατολική Θεσσαλία και οι Σποράδες, η Χαλκιδική, η Ρόδος και η Βόρεια Κρήτη, δέχονται πολλούς σίφωνες αλλά κυρίως θαλάσσης, λόγω της τοπογραφίας που μεταβάλλει απότομα τις καιρικές συνθήκες».
Αντιμετώπιση και παρεμβάσεις
Τέλος, ο μετεωρολόγος, σε ερώτηση για το εάν απαιτούνται επιπλέον μέτρα πρόληψης, ενημέρωσης και προσαρμογής σε σχέση με το φαινόμενο των ανεμοστρόβιλων δηλώνει πως: «Για να συζητάμε «επιπλέον» μέτρα, θα πρέπει να υπάρχουν ήδη μερικά».
Λόγω απουσίας μέτρων όμως στην χώρα μας, ο ίδιος προσθέτει: «θα πρότεινα τα ακόλουθα μέτρα βελτίωσης της επιχειρησιακής ετοιμότητας αλλά και για την πρόληψη:
- σαφείς και απλές οδηγίες αυτοπροστασίας για τους πολίτες, ενσωμάτωση του κινδύνου ανεμοστρόβιλου στον σχεδιασμό πολιτικής προστασίας σε τοπικό επίπεδο (σχέδια πολιτικής προστασίας δήμων / περιφερειών),
- καλύτερη αξιοποίηση εργαλείων παρατήρησης από τις αρμόδιες υπηρεσίες (ραντάρ, δορυφορικά δεδομένα, κεραυνική δραστηριότητα, κ.ά.),
- μέτρα μείωσης της τρωτότητας των υποδομών, ιδίως σε σχολεία, ελαφρές κατασκευές και παράκτιες εγκαταστάσεις, ώστε ένα φαινόμενο μικρής χωρικής κλίμακας να μη μετατρέπεται σε δυσανάλογα καταστροφικό γεγονός».
