Τουρκία: Ένας γίγαντας με γυάλινα πόδια

Τουρκία

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η Άγκυρα κομπάζει για τον δεύτερο ισχυρότερο στρατό του ΝΑΤΟ, αλλά την ίδια στιγμή «τρέμει… το ποντίκι», αποκαλύπτοντας πως η γειτονική χώρα είναι τελικά ένας «τιτάνας με γυάλινα πόδια».
  • Η Άγκυρα έχει περάσει σε νέα φάση κλιμάκωσης, αμφισβητώντας το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας σε νησιά, βασιζόμενη στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», ενώ ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στα μικρασιατικά παράλια.
  • Η νομιμοποίηση της Ελλάδας για τη στρατιωτική θωράκιση των νησιών της βασίζεται στο Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, που κατοχυρώνει το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους στη νόμιμη αυτοάμυνα.

Η Τουρκία κομπάζει διαρκώς πως διαθέτει τον δεύτερο ισχυρότερο στρατό του ΝΑΤΟ, έτοιμο να καταπιεί την Ελλάδα σε χρόνο dt, αλλά την ίδια στιγμή τρέμει… το ποντίκι και στήνει φάκες για να το πιάσει. Μια κωμικοτραγική αντίφαση που αποκαλύπτει περίτρανα την αλήθεια: η γειτονική χώρα είναι τελικά ένας τιτάνας με πήλινα, ή μάλλον γυάλινα, πόδια.

Του Χρήστου Μαζανίτη

Οι κατά καιρούς δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων που επικαλούνται το διεθνές δίκαιο για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου προκαλούν τουλάχιστον θυμηδία σε κάθε σοβαρό αναλυτή και νομικό με γνώση των διεθνών συνθηκών.

Αφενός διότι, σύμφωνα με το Άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923, όσα νησιά και νησίδες βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 3 μιλίων από τις ασιατικές, μικρασιατικές ακτές ανήκουν στην Τουρκία, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη Συνθήκη. Παράλληλα, με το άρθρο 16 της ίδιας συνθήκης, η Τουρκία παραιτήθηκε τελεσίδικα από κάθε τίτλο και δικαίωμα επί των νησιών που βρίσκονται πέραν των τριών μιλίων από τις ακτές της, εξαιρώντας μόνο όσα ρητά κατονομάζονται, όπως η Ίμβρος και η Τένεδος.

Στο ίδιο ακριβώς άρθρο, το 12, κατοχυρώνεται ρητά και αδιαπραγμάτευτα η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου, όπως η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος και η Ικαρία. Αφετέρου, η τουρκική πλευρά διατηρεί επί δεκαετίες την ανοιχτή απειλή πολέμου, το διαβόητο casus belli, στην περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει το απολύτως νόμιμο κυριαρχικό της δικαίωμα για επέκταση των χωρικών υδάτων της στα 12 ναυτικά μίλια, όπως ακριβώς προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Η μόνιμη αναθεωρητική ατζέντα

Εσχάτως, τα τελευταία χρόνια, η Άγκυρα έχει περάσει σε μια νέα φάση κλιμάκωσης, αμφισβητώντας ευθέως και απροκάλυπτα το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας σε 18 νησιά και πάνω από 80 μικρονήσους, βασιζόμενη στο ανυπόστατο, παράνομο και αλυτρωτικό δόγμα της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας». Την ίδια στιγμή, ενισχύει συστηματικά και σημαντικά τη στρατιωτική της παρουσία στα μικρασιατικά παράλια, ενώ παράλληλα αναβαθμίζει την ταξιαρχία στην Ίμβρο αλλά και τον στρατηγικής σημασίας ναύσταθμο του Ακσάζ, ακριβώς απέναντι από τη Ρόδο. Με αυτές ακριβώς τις κινήσεις, υπολογίζεται βάσιμα ότι η Τουρκία θα ενισχύσει με τουλάχιστον 6.000 πεζοναύτες τις ήδη ισχυρές αποβατικές δυνάμεις της που είναι στραμμένες απέναντι στα ελληνικά νησιά.

Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2025, το γενικό επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας ανακοίνωσε την απόφασή του να αναβαθμίσει σε ταξιαρχία πεζοναυτών τη στρατιωτική βάση στην περιοχή Λιβούνια της Ίμβρου (Ουγουρλού, όπως είναι η τουρκική της ονομασία). Μέχρι πρότινος υπήρχε εκεί το 5ο Σύνταγμα Καταδρομών. Η αναβάθμισή του σε ταξιαρχία, εκτός από τη στελέχωση με πεζοναύτες αντί για καταδρομείς, συνεπάγεται και την άφιξη αποβατικών μέσων, πλωτών και αμφίβιων.

Είχε προηγηθεί το καλοκαίρι του 2024 η δημιουργία νέου αμφίβιου σώματος στο Τσανάκαλε, το οποίο περιλαμβάνει πλέον τρεις ταξιαρχίες πεζοναυτών. Τη διοίκηση ανέλαβε ο υποναύαρχος Σερχάτ Σοζμπίρ. Σύμφωνα με τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, η δημιουργία δεύτερου σώματος πεζοναυτών στα μικρασιατικά παράλια έχει ως στόχο «την εξουδετέρωση της απειλής από την Ελλάδα με τη στρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου». Ωστόσο, όπως εξηγούσαν στο enikos.gr ανώτατοι αξιωματικοί, «εάν η Τουρκία αισθανόταν απειλή θα δημιουργούσε αμυντικές υποδομές αντιμετώπισης εχθρικών ενεργειών και όχι αποβατικά τμήματα, τα οποία έχουν σαφώς επιθετικό χαρακτήρα».

Τι φοβάται ο… πανίσχυρος στρατός;

Στην καθημερινή τους ρητορική, οι Τούρκοι αξιωματούχοι χρησιμοποιούν συχνά ως απόλυτο φόβητρο το επιχείρημα ότι η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο ισχυρότερο στρατό του ΝΑΤΟ, ο οποίος δήθεν θα καταπιεί την Ελλάδα ολόκληρη όποτε το πάρει απόφαση.

Το εύλογο και αμείλικτο ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι το εξής: τι ακριβώς έχει να φοβηθεί τότε ο δεύτερος ισχυρότερος στρατός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας από μία… ανύπαρκτη στρατιωτικά χώρα, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι προπαγανδιστικά στις δημόσιες τοποθετήσεις τους; Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια την πραγματικότητα της ελληνικής αποτροπής, η οποία χαλάει τα σχέδια μιας χώρας που επιδιώκει την ηγεμονία στην περιοχή χωρίς αντίπαλο. Που θέλει να ασκεί πολιτική και να προχωρά επί του πεδίου με την μικρότερη δυνατή αντίσταση.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πώς αυτός ο κατά τα άλλα πανίσχυρος στρατός μέτρησε πολύ μεγάλες απώλειες από τους Κούρδους του Βορείου Ιράκ, όταν προσπάθησε να εισβάλει.

Η πραγματική αλήθεια των διεθνών συνθηκών

Ακόμη κι αν υποθέσουμε το απίθανο σενάριο κατά το οποίο η Τουρκία αποφασίζει να αποσύρει οριστικά το Casus Belli και να πετάξει στα σκουπίδια το ανυπόστατο δόγμα περί γαλάζιας πατρίδας, και πάλι δεν έχει κανένα νομικό έρεισμα να απαιτήσει την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών.

Ειδικότερα για τη Λήμνο και τη Σαμοθράκη, το καθεστώς των δύο αυτών νησιών καθορίστηκε αρχικά από τη Συνθήκη της Λωζάνης για τα Στενά του 1923, η οποία πράγματι επέβαλλε καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης. Ωστόσο, η συγκεκριμένη συνθήκη αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου και νομικά από τη μεταγενέστερη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936, η οποία έδωσε στην Ελλάδα το δικαίωμα της υπεράσπισης των ακτών της.

Όσον αφορά στη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο και την Ικαρία, η Συνθήκη της Λωζάνης και συγκεκριμένα το Άρθρο 13 δεν επιβάλλει σε καμία περίπτωση πλήρη αποστρατιωτικοποίηση, αλλά προβλέπει μια μερική και περιορισμένη στρατιωτική παρουσία. Συνεπώς, η ύπαρξη οργανωμένης στρατιωτικής δύναμης για λόγους εσωτερικής ασφάλειας και τήρησης της τάξης προβλέπεται ρητά από την ίδια τη συνθήκη.

Για τα Δωδεκάνησα, τα νησιά αυτά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα με πλήρη και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία από την Ιταλία μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων του 1947 αναφέρει ότι τα νησιά θα παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα νομιμοποιείται πλήρως να διατηρεί αμυντικές δυνάμεις εκεί για δύο βασικούς και ατράνταχτους λόγους. Πρώτον, η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή είναι τρίτο κράτος, στη Συνθήκη των Παρισίων.

Σύμφωνα με το θεμελιώδες Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, μια συνθήκη δεν μπορεί να δημιουργήσει απολύτως καμία υποχρέωση ή δικαίωμα για τρίτες χώρες, σύμφωνα με τη νομική αρχή της σχετικότητας των συνθηκών.

Συνεπώς, η Τουρκία στερείται παντελώς του νομικού δικαιώματος να επικαλεστεί τη συγκεκριμένη διάταξη. Δεύτερον, το καθεστώς αποστρατικοποίησης έχασε οριστικά την ισχύ του με τη δημιουργία του ΝΑΤΟ και της ευρύτερης Συμμαχίας στην οποία μετέχουν πλέον ισότιμα και οι δύο χώρες, καθώς και λόγω της εμφάνισης της διαρκούς τουρκικής απειλής μέσω της πανίσχυρης «Στρατιάς του Αιγαίου» στα μικρασιατικά παράλια.

Το Άρθρο 51 του ΟΗΕ

Πέρα από τις επιμέρους ερμηνείες των παλαιότερων συνθηκών, η γενικότερη, ισχυρότερη και αδιαμφισβήτητη νομιμοποίηση της Ελλάδας για τη στρατιωτική θωράκιση των νησιών της βασίζεται στο Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Το άρθρο αυτό κατοχυρώνει με απόλυτο τρόπο το φυσικό, εγγενές και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κυρίαρχου κράτους στη νόμιμη ατομική και συλλογική αυτοάμυνα.

Από τη στιγμή ακριβώς που η Τουρκία διατηρεί σε πλήρη, καθημερινή επιχειρησιακή ετοιμότητα τη «Στρατιά του Αιγαίου» ακριβώς απέναντι από τα ελληνικά νησιά, διαθέτει τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο στη λεκάνη της Μεσόγειου και διατηρεί σε απόλυτη ισχύ την παράνομη απειλή πολέμου, η Ελλάδα όχι απλώς έχει το νόμιμο δικαίωμα, αλλά και την ύψιστη εθνική υποχρέωση να προετοιμάσει εντατικά την άμυνα των εδαφών της. Το θεμελιώδες δικαίωμα της αυτοάμυνας υπερισχύει καταφανώς και καταλυτικά οποιασδήποτε παλαιότερης συμβατικής υποχρέωσης για αποστρατιωτικοποίηση, καθώς καμία χώρα δεν μπορεί να υποχρεωθεί να παραμείνει αθώα του αίματός της απέναντι σε έναν οπλισμένο γείτονα που την απειλεί ανοιχτά καθημερινά.

Η μοναδική περίπτωση κατά την οποία η Ελλάδα θα μπορούσε ποτέ να συζητήσει – και μάλιστα με τεράστιους αστερίσκους κι επιφυλάξεις – τη μερική έστω απόσυρση των αμυντικών στρατιωτικών δυνάμεων από τα νησιά της, θα ήταν αν η Τουρκία προχωρούσε έμπρακτα στη μεταφορά όλων των στρατιωτικών βάσεων, των αποβατικών σχηματισμών και κάθε είδους επιθετικής στρατιωτικής δραστηριότητας σε βάθος άνω των 200 χιλιομέτρων από τα μικρασιατικά παράλια.

Μέχρι τότε, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη: εκτός κι αν αυτός ο δεύτερος πανίσχυρος, όπως διαφημίζει η Άγκυρα, στρατός του ΝΑΤΟ είναι στην πραγματικότητα ένας τιτάνας με γυάλινα πόδια που καταρρέει από την ίδια του την εσωτερική αντίφαση, και η Ελλάδα δεν είναι σε καμία περίπτωση ο νάνος που θέλει να παρουσιάζει η τουρκική προπαγάνδα, η ελληνική ασπίδα στα νησιά όχι μόνο θα παραμείνει ακλόνητη, αλλά θα δυναμώνει διαρκώς.