Ρήξη και στο άρμα μάχης Γαλλίας – Γερμανίας: Το τέλος της ευρωπαϊκής αμυντικής ψευδαίσθησης

Η επίσημη απόφαση του Βερολίνου και του Παρισιού να τερματίσουν τη συνεργασία τους για την ανάπτυξη του μαχητικού αεροσκάφους 6ης γενιάς (FCAS) και του Main Ground Combat System (MGCS) σήμανε το τέλος της μεγαλύτερης αμυντικής συμμαχίας της Ευρώπης. Αυτή η διπλή κατάρρευση αποδομεί πλήρως το αφήγημα της ενιαίας ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και της στρατηγικής αυτονομίας, με τη Γερμανία να ακολουθεί μονομερή πολιτική και να στρέφεται προς την Τουρκία.

GERMANY_FRANCE_ENIKOS

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η ρήξη της συνεργασίας Γαλλίας-Γερμανίας σε κορυφαία εξοπλιστικά προγράμματα, όπως το μαχητικό FCAS και το άρμα μάχης MGCS, σηματοδοτεί το τέλος της ευρωπαϊκής αμυντικής ψευδαίσθησης.
  • Η Γερμανία, μέσω της στρατηγικής της Zeitenwende, τορπίλισε τη συνοχή της ευρωπαϊκής άμυνας, ενώ το γεωπολιτικό της φλερτ με την Τουρκία περιλαμβάνει την πώληση Eurofighter και τη μεταφορά τεχνολογίας υποβρυχίων.
  • Για την Αθήνα, το μάθημα είναι σκληρό: η συνεργασία με τη Γερμανία δεν εγγυάται καμία αποκλειστικότητα, καθώς το Βερολίνο αντιμετωπίζει τα εξοπλιστικά προγράμματα αποκλειστικά ως εμπορικές συμφωνίες.

Η επίσημη απόφαση του Βερολίνου και του Παρισιού να τερματίσουν τη συνεργασία τους για την ανάπτυξη του μαχητικού αεροσκάφους 6ης γενιάς (FCAS) σήμανε την αρχή του τέλους για τη μεγαλύτερη αμυντική συμμαχία της γηραιάς ηπείρου. Το πλήγμα έγινε ακόμα βαρύτερο καθώς οι κραδασμοί μεταφέρθηκαν αμέσως και στο έτερο μεγάλο κοινό πρόγραμμα, το Main Ground Combat System (MGCS), το οποίο προοριζόταν να αποτελέσει το ευρωπαϊκό άρμα μάχης του μέλλοντος. Και μετά τη ρήξη Γαλλίας – Γερμανίας, έρχεται το φλερτ Γερμανίας – Τουρκίας.

Του Χρήστου Μαζανίτη

Οι δημόσιες προειδοποιήσεις από τη διοίκηση της γερμανικής Rheinmetall για την επικείμενη κατάρρευση ή τη γαλλική αποχώρηση και από αυτό το πρόγραμμα επιβεβαιώνουν ότι η γαλλογερμανική αμυντική σύγκλιση αποτελεί πλέον παρελθόν. Η βιομηχανική αντιπαλότητα μεταξύ των κολοσσών Airbus και Dassault για την ηγεσία των σχεδίων, σε συνδυασμό με τις αγεφύρωτες διαφορές στη φιλοσοφία και τις επιχειρησιακές απαιτήσεις των δύο κρατών, οδήγησαν σε ένα ιστορικό ναυάγιο που αλλάζει ριζικά τις ισορροπίες.

Αυτή η διπλή κατάρρευση αποδομεί πλήρως το αφήγημα της ενιαίας ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και της περίφημης «στρατηγικής αυτονομίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το όραμα για μια Ευρώπη που θα παράγει τα δικά της οπλικά συστήματα, μειώνοντας την εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες, βασιζόταν αποκλειστικά στη στενή συνεργασία των δύο αυτών δυνάμεων. Μετά το ναυάγιο, η ευρωπαϊκή αμυντική αγορά επιστρέφει σε ένα καθεστώς έντονου κατακερματισμού, όπου κάθε χώρα κοιτάζει το στενό εθνικό και οικονομικό της συμφέρον. Η αποτυχία κοινής χρηματοδότησης και ανάπτυξης τεχνολογιών αιχμής οδηγεί μαθηματικά σε διπλασιασμό του κόστους, καθυστερήσεις και αδυναμία ομοιογένειας στα οπλικά συστήματα των ευρωπαϊκών στρατών. Το δόγμα της ενιαίας βιομηχανίας αντικαθίσταται από μια πραγματικότητα όπου οι ευρωπαϊκές χώρες θα ανταγωνίζονται σκληρά η μία την άλλη ή θα στρέφονται σε έτοιμες, εξωπεριφερειακές λύσεις.

Η στάση της Γερμανίας θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως ο κύριος παράγοντας που τορπίλισε τη συνοχή της ευρωπαϊκής αμυντικής προσπάθειας. Το Βερολίνο, μέσω του τεράστιου εξοπλιστικού της προγράμματος (Zeitenwende), επέλεξε να κινηθεί μονομερώς. Αντί να επενδύσει με υπομονή στην ευρωπαϊκή κοινοπραξία, προτίμησε την άμεση αγορά αμερικανικών μαχητικών F-35, αποδυναμώνοντας τη θέση του FCAS, ενώ παράλληλα προώθησε την πρωτοβουλία “European Sky Shield” για την αεράμυνα, αποκλείοντας τη Γαλλία και τη δική της τεχνολογία. Η γερμανική πολιτική εστιάζει πλέον στην προστασία της δικής της βιομηχανίας και στη δημιουργία βιομηχανικών συμμαχιών που ελέγχει η ίδια, αδιαφορώντας για τις πολιτικές ισορροπίες εντός της Ένωσης και επιβεβαιώνοντας ότι η οικονομική της ισχύς χρησιμοποιείται για την επιβολή των δικών της όρων.

Για δεκαετίες, η καρδιά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χτυπούσε στον ρυθμό του γαλλογερμανικού άξονα. Από την οικονομία και τη νομισματική πολιτική μέχρι τη διπλωματία, Παρίσι και Βερολίνο αποτελούσαν την ατμομηχανή που έσυρε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα προς τα εμπρός. Ωστόσο, η σκληρή πραγματικότητα του 21ου αιώνα, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις και οι εθνικοί εγωισμοί οδήγησαν σε μια ιστορική και πιθανότατα μη αναστρέψιμη ρήξη στον πιο ευαίσθητο ίσως τομέα: αυτόν της κοινής άμυνας και της αμυντικής βιομηχανίας.

Η οριστική κατάρρευση των κορυφαίων εξοπλιστικών προγραμμάτων της ηπείρου δεν αποτελεί απλώς μια βιομηχανική αποτυχία. Είναι το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και η επιβεβαίωση ότι, όταν η συζήτηση φτάνει στα όπλα και την κυριαρχία, το εθνικό συμφέρον υπερτερεί πάντα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Η αρχή του τέλους

Η αρχή του τέλους γράφτηκε με το Future Combat Air System (FCAS), το φιλόδοξο πρόγραμμα για την ανάπτυξη του μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς που θα αντικαθιστούσε τα γαλλικά Rafale και τα γερμανικά Eurofighter. Το FCAS δεν ήταν απλώς ένα αεροπλάνο· ήταν ένα ολοκληρωμένο «σύστημα συστημάτων» που περιλάμβανε μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), προηγμένα δίκτυα μάχης και τεχνητή νοημοσύνη.

Από την πρώτη στιγμή, το έργο υπονομεύτηκε από έναν ανελέητο βιομηχανικό πόλεμο. Η γαλλική Dassault Aviation, με την τεράστια τεχνογνωσία της στην αυτόνομη σχεδίαση μαχητικών, απαίτησε τον πλήρη επιχειρησιακό και σχεδιαστικό έλεγχο. Από την άλλη πλευρά, η γερμανική πλευρά, εκπροσωπούμενη από την Airbus, αρνήθηκε να υποβαθμιστεί σε ρόλο απλού υπεργολάβου, διεκδικώντας πρόσβαση στην πλέον απόρρητη γαλλική τεχνολογία (IP rights). Οι πολιτικές πιέσεις και οι διαδοχικές συμβιβαστικές συμφωνίες αποδείχθηκαν «ασπιρίνες» σε έναν ασθενή με βαριά νόσο. Η οριστική ρήξη και ο τερματισμός της συνεργασίας επισφράγισαν την αδυναμία των δύο κρατών να μοιραστούν το ίδιο όραμα για την κυριαρχία στους αιθέρες.

Το πλήγμα έγινε ακόμα πιο βαθύ όταν οι κραδασμοί μεταφέρθηκαν στο έδαφος, παρασύροντας το πρόγραμμα Main Ground Combat System (MGCS), το οποίο προοριζόταν να αποτελέσει το κοινό ευρωπαϊκό άρμα μάχης του μέλλοντος, αντικαθιστώντας τα γερμανικά Leopard 2 και τα γαλλικά Leclerc. Αν και θεωρητικά το MGCS είχε μοιραστεί εξισορροπημένα, η απόφαση του Βερολίνου να επιβάλει την ένταξη της γερμανικής Rheinmetall στο πρόγραμμα –δίπλα στην κοινοπραξία KNDS (που αποτελείται από τη γαλλική Nexter και τη γερμανική Krauss-Maffei Wegmann)– ανέτρεψε τις ισορροπίες.

Οι δημόσιες προειδοποιήσεις από τη διοίκηση της Rheinmetall για την επικείμενη κατάρρευση ή τη γαλλική αποχώρηση επιβεβαίωσαν το προφανές: οι Γερμανοί ήθελαν να ελέγξουν πλήρως την αγορά των τεθωρακισμένων, στην οποία θεωρούν τον εαυτό τους παγκόσμιο ηγεμόνα. Οι γαλλικές ανησυχίες ότι το Παρίσι θα μετατρεπόταν σε έναν απλό χρηματοδότη των γερμανικών βιομηχανικών σχεδίων επαληθεύτηκαν, οδηγώντας το MGCS σε ένα αντίστοιχο, μεγαλοπρεπές ναυάγιο.

Η αποδόμηση του δόγματος της «Ενιαίας Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας»

Αυτό το διπλό ναυάγιο στερεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση τις δύο βασικές κολώνες πάνω στις οποίες προσπαθούσε να χτίσει την κοινή της αμυντική ταυτότητα. Το δόγμα της ενιαίας ευρωπαϊκής βιομηχανίας, το οποίο προωθήθηκε έντονα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και υποστηρίχθηκε με δισεκατομμύρια ευρώ μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (EDF), βασιζόταν σε μια απλή παραδοχή: καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είναι αρκετά ομάδα ώστε να αναπτύξει μόνη της οπλικά συστήματα επόμενης γενιάς απέναντι στους κολοσσούς των ΗΠΑ και της Κίνας.

Με τη διάλυση της γαλλογερμανικής συνεργασίας, το δόγμα αυτό καταρρέει συθέμελα, αφήνοντας πίσω του μια σειρά από σοβαρές παρενέργειες:

  • Οικονομικός Αποδεκατισμός και Διπλασιασμός του Κόστους: Η ανάπτυξη δύο ή τριών διαφορετικών μαχητικών αεροσκαφών ή αρμάτων μάχης στην Ευρώπη σημαίνει ότι τεράστιοι πόροι θα δαπανηθούν για την έρευνα και την ανάπτυξη (R&D) των ίδιων πραγμάτων, αντί να υπάρξει οικονομία κλίμακας.
  • Πλήρης Επιχειρησιακός Κατακερματισμός: Οι ευρωπαϊκοί στρατοί θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν διαφορετικά συστήματα, γεγονός που δυσχεραίνει την εφοδιατική αλυσίδα (logistics) και την κοινή δράση στο πεδίο των επιχειρήσεων, υπονομεύοντας τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.
  • Στροφή προς την Αμερικανική Αγορά: Η αποτυχία παραγωγής ευρωπαϊκών εναλλακτικών λύσεων αναγκάζει πολλές χώρες της ηπείρου να στραφούν στην άμεση αγορά έτοιμων αμερικανικών συστημάτων. Αυτό όχι μόνο αποστραγγίζει ευρωπαϊκά κεφάλαια προς την Ουάσιγκτον, αλλά προσδένει την ευρωπαϊκή ασφάλεια στις διαθέσεις της εκάστοτε αμερικανικής κυβέρνησης.

Τορπιλίζει τη συνοχή της Ε.Ε.

Η ευθύνη για αυτή την εξέλιξη βαραίνει σε μεγάλο βαθμό τη στρατηγική επιλογή της Γερμανίας να λειτουργήσει ως μονομερής παίκτης. Η ιστορική καμπή της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής (Zeitenwende), η οποία ανακοινώθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και συνοδεύτηκε από ένα ειδικό ταμείο ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ για τον επανεξοπλισμό της Bundeswehr, αντί να αποτελέσει την ευκαιρία για την απογείωση της ευρωπαϊκής άμυνας, λειτούργησε ως ο τάφος της.

Το Βερολίνο, υπό την πίεση του χρόνου και καθοδηγούμενο από μια βαθιά ριζωμένη δυσπιστία προς τις γαλλικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες, επέλεξε να κινηθεί αυτόνομα. Η άμεση απόφαση για την αγορά αμερικανικών μαχητικών F-35 ήταν το πρώτο ισχυρό χτύπημα στο FCAS, καθώς μείωσε το ενδιαφέρον της ίδιας της γερμανικής αεροπορίας για ένα μελλοντικό ευρωπαϊκό αεροπλάνο.

Παράλληλα, η Γερμανία προώθησε την πρωτοβουλία “European Sky Shield” (ESSI) για τη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής αντιπυραυλικής ομπρέλας. Αντί να στηριχθεί σε ευρωπαϊκά συστήματα, όπως το γαλλοϊταλικό SAMP/T, το Βερολίνο επέλεξε να αγοράσει το αμερικανικό Patriot και το ισραηλινό Arrow 3, αποκλείοντας ουσιαστικά τη Γαλλία από το έργο. Αυτή η κίνηση εξόργισε το Παρίσι, το οποίο κατηγόρησε τη Γερμανία ότι επιδοτεί τις ξένες αμυντικές βιομηχανίες με ευρωπαϊκό χρήμα, τορπιλίζοντας τη βιομηχανική βάση της ίδιας της Ευρώπης.

Η γερμανική πολιτική εστιάζει πλέον απροκάλυπτα στην προστασία των δικών της εταιρειών (Rheinmetall, TKMS, Hensoldt) και στη δημιουργία βιομηχανικών συμμαχιών όπου το Βερολίνο θα έχει τον απόλυτο έλεγχο. Η λογική του ισότιμου εταιρικού πνεύματος με τη Γαλλία αντικαταστάθηκε από μια επιθετική προσπάθεια επιβολής της γερμανικής βιομηχανικής ηγεμονίας.

Το γεωπολιτικό φλερτ με την Τουρκία

Η πιο σκοτεινή και αποκαλυπτική πτυχή της νέας γερμανικής αμυντικής στρατηγικής είναι η θεαματική στροφή της προς την Άγκυρα. Για χρόνια, η Γερμανία διατηρούσε μια συγκρατημένη στάση στις εξαγωγές όπλων προς την Τουρκία, λόγω της αυταρχικής διοίκησης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, κυρίως, των συνεχών απειλών πολέμου εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου. Αυτή η πολιτική ανήκει πλέον στο παρελθόν.

Το Βερολίνο ήρε οριστικά το μακροχρόνιο βέτο του και άναψε το πράσινο φως για την πώληση 40 μαχητικών αεροσκαφών Eurofighter Typhoon στην Τουρκία, υπογράφοντας μάλιστα τις σχετικές προπαρασκευαστικές συμφωνίες. Η δικαιολογία που προβλήθηκε ήταν η ανάγκη ενίσχυσης της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και η αποτροπή της στροφής της Τουρκίας προς τη ρωσική ή την κινεζική αγορά. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο κυνική και εμπορική.

Η γερμανική αμυντική βιομηχανία χρειαζόταν επειγόντως νέες αγορές για να διατηρήσει τις γραμμές παραγωγής της ενεργές μετά το πάγωμα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Η Τουρκία, με τις τεράστιες εξοπλιστικές της ανάγκες, αποτελεί τον ιδανικό πελάτη. Επιπλέον, το Βερολίνο χρησιμοποιεί τις πωλήσεις όπλων ως διπλωματικό μοχλό πίεσης για να εξασφαλίσει τη συνεργασία της Άγκυρας στο μεταναστευτικό και στις οικονομικές σχέσεις.

Αυτό το γεωπολιτικό φλερτ αποτελεί ευθεία προσβολή και προδοσία προς την έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Την ίδια στιγμή που η Γαλλία υπογράφει σύμφωνα αμυντικής συνδρομής με την Ελλάδα (όπως η ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής της συμφωνίας του 2021) και οι ΗΠΑ προχωρούν στην Ελλάδα με την επένδυση 1,35 δις στα ναυπηγεία της ΟΝΕΧ για την παραγωγή των πιο ισχυρών μη πυρηνικών υποβρυχίων του πλανήτη αλλά και την ναυπήγηση φρεγατών και κορβετών για την ενίσχυση της Ελλάδας συνεπώς και της αποτροπής έναντι του τουρκικού αναθεωρητισμού, η Γερμανία επιλέγει να εξοπλίσει την ίδια ακριβώς απειλή.

Η Υπόθεση των Υποβρυχίων: Μια Ιστορία Βιομηχανικής Προδοσίας

Η στάση της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα και την Τουρκία δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο, αλλά μια διαχρονική στρατηγική που έχει πληγώσει βαθιά τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Το πιο χαρακτηριστικό και επώδυνο παράδειγμα αυτής της πολιτικής είναι η διαχείριση της τεχνολογίας των υποβρυχίων Type 214 – κλάσης ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ.

Η Ελλάδα υπήρξε ο πελάτης-εκκινήτωρ (launch customer) για τα κορυφαία υποβρύχια κλάσης «Παπανικολής» της γερμανικής εταιρείας HDW/TKMS. Το Πολεμικό Ναυτικό επένδυσε δισεκατομμύρια ευρώ, υπέστη τις τεράστιες καθυστερήσεις και τις παιδικές ασθένειες του προγράμματος (όπως η περίφημη κλίση του πρώτου υποβρυχίου), και ουσιαστικά χρηματοδότησε την τελειοποίηση μιας επαναστατικής τεχνολογίας: της αναερόβιας πρόωσης (AIP), η οποία επιτρέπει στα συμβατικά υποβρύχια να παραμένουν κάτω από το νερό για εβδομάδες, χωρίς να εντοπίζονται. Αυτή η τεχνολογία χάρισε στην Ελλάδα ένα στρατηγικό, απόλυτο πλεονέκτημα στο θέατρο επιχειρήσεων του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Αντί όμως η Γερμανία να σεβαστεί τον σύμμαχο που της εξασφάλισε την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία σε αυτή την κατηγορία, επέλεξε να πουλήσει την ίδια ακριβώς τεχνολογία αιχμής στην Τουρκία. Το Βερολίνο υπέγραψε συμφωνία με την Άγκυρα για την εγχώρια ναυπήγηση 6 υποβρυχίων τύπου 214 (κλάση Reis), μεταφέροντας όλη την τεχνογνωσία που αναπτύχθηκε με ελληνικά κεφάλαια στην τουρκική πολεμική βιομηχανία.

Σήμερα, η ολοκλήρωση και η σταδιακή ένταξη αυτών των υποβρυχίων στο τουρκικό ναυτικό ακυρώνει το μεγάλο πλεονέκτημα που διέθετε το Πολεμικό Ναυτικό. Οι Γερμανοί όχι μόνο πήραν τα ελληνικά χρήματα για να αναπτύξουν το προϊόν τους, αλλά στη συνέχεια εξόπλισαν τον δυνητικό αντίπαλο της Ελλάδας με το ίδιο ακριβώς «αόρατο» όπλο, αδιαφορώντας για τις επανειλημμένες ελληνικές διπλωματικές εκκλήσεις να παγώσει η παράδοση των συστημάτων AIP στην Άγκυρα.

Το μάθημα για την Αθήνα

Η υπόθεση των υποβρυχίων, σε συνδυασμό με το πρόσφατο πράσινο φως για τα Eurofighter, αναδεικνύει μια σκληρή αλήθεια που η ελληνική αμυντική διπλωματία οφείλει να εμπεδώσει: η συνεργασία με τη Γερμανία δεν εγγυάται καμία απολύτως αποκλειστικότητα για το Πολεμικό Ναυτικό και τις Ένοπλες Δυνάμεις, η οποία αποτελεί το βασικό ζητούμενο για τη διατήρηση της αποτροπής.

Για το Βερολίνο, τα εξοπλιστικά προγράμματα είναι αποκλειστικά εμπορικές συμφωνίες και εργαλεία άσκησης οικονομικής επιρροής, στερημένα από οποιοδήποτε γεωπολιτικό ή συμμαχικό συναίσθημα. Όταν η Ελλάδα αγοράζει γερμανικά οπλικά συστήματα, δεν αγοράζει μια στρατηγική συμμαχία· αγοράζει απλώς ένα προϊόν από το ράφι. Η γερμανική βιομηχανία δεν θα διστάσει ποτέ να πουλήσει το ίδιο ή και ανώτερο σύστημα στην Τουρκία την επόμενη ημέρα, αν το οικονομικό και πολιτικό όφελος είναι μεγαλύτερο.

Αυτή η προσέγγιση έρχεται σε πλήρη αντίθεση τόσο με την γαλλική όσο και με τη αμερικανική φιλοσοφία, η οποία –παρά τα δικά της οικονομικά κίνητρα– συνδέει τις πωλήσεις όπλων με στρατηγικές εταιρικές σχέσεις, αμυντικές ρήτρες και γεωπολιτική ευθυγράμμιση, προσφέροντας ένα επίπεδο ασφάλειας και αποκλειστικότητας που η Γερμανία αρνείται κατηγορηματικά να παρέχει.