Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, παραδίδοντας τους ρωσικούς S-400 σε τρίτη χώρα, εξελίσσεται σε ένα περίπλοκο γεωπολιτικό θρίλερ. Η Μόσχα κρατά το κλειδί των εξελίξεων μέσω του δικαιώματος βέτο και αξιώνει βαριά ανταλλάγματα.
- Το Κρεμλίνο απαιτεί από την Άγκυρα δέσμευση ότι δεν θα ευθυγραμμιστεί με τα δυτικά πακέτα κυρώσεων, καθώς και ευνοϊκότερους όρους σε κερδοφόρα ενεργειακά projects. Επιπλέον, η Μόσχα βλέπει τη μετακίνηση των S-400 στον Κόλπο ως ευκαιρία στρατηγικής διείσδυσης.
- Ακόμη κι αν η Άγκυρα ικανοποιήσει τη Μόσχα, η επιστροφή στο πρόγραμμα F-35 απέχει πολύ από το να θεωρείται δεδομένη, καθώς οι ΗΠΑ εκφράζουν ανησυχίες για υποκλοπή ευαίσθητων δεδομένων. Το παζάρι αναμένεται μακρόσυρτο, με την Τουρκία να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο βάρκες.
Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιστρέψει στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, παραδίδοντας τους ρωσικούς S-400 σε τρίτη χώρα, εξελίσσεται σε ένα περίπλοκο γεωπολιτικό θρίλερ. Η Μόσχα κρατά το κλειδί των εξελίξεων μέσω του δικαιώματος βέτο και αξιώνει βαριά οικονομικά, ενεργειακά και στρατηγικά ανταλλάγματα για να συναινέσει στην απομάκρυνσή τους. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι η απομάκρυνση των S-400 από την τουρκική επικράτεια συνεπάγεται και στραπατσάρισμα του γοήτρου της Ρωσίας, που σε καμία περίπτωση δεν το θέλει.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Η Τουρκία βρίσκεται εδώ και χρόνια εγκλωβισμένη σε μια εξαιρετικά δύσκολη στρατιωτική και διπλωματική εξίσωση. Η απόφασή της να αγοράσει το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400 οδήγησε στην αποβολή της από το πρόγραμμα παραγωγής των υπερσύγχρονων αμερικανικών μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35, καθώς και στην επιβολή κυρώσεων μέσω του αμερικανικού νόμου CAATSA. Σήμερα, έξι μαχητικά αεροσκάφη F-35 πρώτης γενιάς, τα οποία είχαν ήδη κατασκευαστεί για λογαριασμό της Πολεμικής Αεροπορίας της Τουρκίας, παραμένουν «κλειδωμένα» και αποθηκευμένα σε αμερικανικό έδαφος.
Προκειμένου να σπάσει αυτό το παρατεταμένο αδιέξοδο και να ενισχύσει την αποτρεπτική της ισχύ, η Άγκυρα έχει καταθέσει μια συμβιβαστική πρόταση που προβλέπει τη μεταφορά ή μεταπώληση των ρωσικών πυραύλων σε μια τρίτη χώρα της Μέσης Ανατολής, με επικρατέστερα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή το Κατάρ. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του σχεδίου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την Τουρκία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Βάσει του αυστηρού συμβολαίου αγοράς που υπογράφηκε το 2017, η Άγκυρα δεσμεύεται από το Πιστοποιητικό Τελικού Χρήστη. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οποιαδήποτε μετακίνηση, μεταβίβαση ή αλλαγή του καθεστώτος χρήσης των S-400 απαιτεί την επίσημη και γραπτή έγκριση της Μόσχας. Το Κρεμλίνο κατέχει ένα ισχυρό δικαίωμα βέτο και, όπως είναι φυσικό, σκοπεύει να το εξαργυρώσει με το μέγιστο δυνατό τίμημα, μετατρέποντας την έγκρισή του σε ένα σκληρό ανατολίτικο παζάρι.
Οικονομική Ασπίδα απέναντι στις δυτικές κυρώσεις
Το πρώτο και ίσως πιο κρίσιμο αντάλλαγμα που επιδιώκει να εξασφαλίσει η Ρωσία αφορά τη γεωπολιτική στάση της Τουρκίας απέναντι στη Δύση. Η Μόσχα, πιεζόμενη από τις μακροχρόνιες και αυστηρές κυρώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει απόλυτη ανάγκη από οικονομικούς πνεύμονες και διεθνείς εμπορικούς κόμβους. Στο πλαίσιο αυτό, το Κρεμλίνο απαιτεί από την Άγκυρα μια ρητή και ακλόνητη δέσμευση ότι δεν πρόκειται να ευθυγραμμιστεί με τα δυτικά πακέτα κυρώσεων, ούτε στο παρόν ούτε στο μέλλον.
Η διατήρηση της Τουρκίας ως «ανοιχτού παραθύρου» για το ρωσικό κεφάλαιο, τις εισαγωγές αγαθών και τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές αποτελεί προτεραιότητα για τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Η Ρωσία επιθυμεί τη διασφάλιση των υφιστάμενων εμπορικών οδών και τη διευκόλυνση των ρωσικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο τουρκικό έδαφος.
Με αυτόν τον τρόπο, η Μόσχα επιδιώκει να μετατρέψει την παραχώρηση των S-400 σε μια μακροπρόθεσμη εγγύηση ότι η Τουρκία θα παραμείνει ένας ουδέτερος, αν όχι φιλικός, οικονομικός εταίρος στην περιφέρεια του ΝΑΤΟ, σπάζοντας στην πράξη τη διεθνή απομόνωση που προσπαθεί να της επιβάλει η Ουάσιγκτον.
Το ερώτημα είναι, θα το δεχθούν αυτό οι υπόλοιποι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, που έχουν ματώσει από το εμπάργκο που έχουν επιβάλει στη Ρωσία, και ειδικά οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης που πληρώνουν ακριβά για την ενέργειά τους;
Το ενεργειακό παιχνίδι και οι μεγάλες συμφωνίες
Πέρα από τις γενικότερες οικονομικές δεσμεύσεις, η ρωσική πλευρά συνδέει άμεσα τη διπλωματική της υποχώρηση με πολύ συγκεκριμένα και εξαιρετικά κερδοφόρα ενεργειακά projects. Το πρώτο πεδίο αφορά το φυσικό αέριο και τη δημιουργία του περιβόητου ενεργειακού κόμβου (hub) στην Ανατολική Θράκη. Η Μόσχα ζητά ευνοϊκότερους όρους για τη διανομή του ρωσικού αερίου μέσω του αγωγού TurkStream, καθώς και τη διασφάλιση ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να αγοράζει τεράστιες ποσότητες ρωσικής ενέργειας σε τιμές που θα εξασφαλίζουν σταθερά έσοδα στα ρωσικά ταμεία.
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο είναι ο πυρηνικός σταθμός στο Ακουγιού, ο οποίος κατασκευάζεται και χρηματοδοτείται από τη ρωσική κρατική εταιρεία Rosatom. Η Ρωσία αξιοποιεί την υπόθεση των S-400 για να κλειδώσει πρόσθετες οικονομικές εγγυήσεις, ευνοϊκό καθεστώς λειτουργίας και μακροχρόνια συμβόλαια αγοράς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από το τουρκικό κράτος. Με τον τρόπο αυτό, η Μόσχα διασφαλίζει ότι η ενεργειακή εξάρτηση της Άγκυρας από το Κρεμλίνο θα παραμείνει ισχυρή για τις επόμενες δεκαετίες, αντισταθμίζοντας με το παραπάνω τη στρατιωτική απώλεια των S-400.
Στρατηγική διείσδυση στον Αραβικό Κόλπο
Η επιλογή της μεταφοράς των πυραυλικών συστημάτων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή το Κατάρ δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική λύση, αλλά εμπεριέχει σημαντικά στρατηγικά οφέλη για τη ρωσική εξωτερική πολιτική. Η Μόσχα βλέπει σε αυτή τη μετακίνηση μια χρυσή ευκαιρία να εισαγάγει την προηγμένη στρατιωτική της τεχνολογία σε μια περιοχή που παραδοσιακά αποτελεί αποκλειστική σφαίρα επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βρετανίας.
Η παρουσία των ρωσικών συστημάτων στον Κόλπο ενισχύει το διπλωματικό και στρατιωτικό αποτύπωμα της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή και της επιτρέπει να οικοδομήσει στενότερες αμυντικές σχέσεις με τις πλούσιες μοναρχίες της περιοχής. Παράλληλα, σε επίπεδο διεθνούς κύρους, η Ρωσία επιδιώκει να αποδείξει ότι η αμυντική της βιομηχανία παραμένει άκρως ανταγωνιστική και ελκυστική, παρά τον πόλεμο και τις κυρώσεις. Η εικόνα των S-400 να αναπτύσσονται σε νέες χώρες λειτουργεί ως η καλύτερη δυνατή διαφήμιση για τις μελλοντικές ρωσικές εξαγωγές όπλων.
Το εναλλακτικό σενάριο της επαναγοράς
Στο τραπέζι των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων έχει εξεταστεί και ένα πιο άμεσο σενάριο, αυτό της ολοκληρωτικής επαναγοράς (buy-back) των S-400 από την ίδια τη Ρωσία. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η Μόσχα θα μπορούσε να επιστρέψει τα χρήματα στην Άγκυρα ή να προσφέρει ίσης αξίας εμπορεύματα, παίρνοντας πίσω τα συστήματα για να τα εντάξει άμεσα στο δικό της εθνικό δίκτυο αεράμυνας, ενισχύοντας τις ανάγκες της στα μέτωπα των πολεμικών επιχειρήσεων.
Αυτό το σενάριο, ωστόσο, παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες. Μια απευθείας επιστροφή των όπλων στη Ρωσία θα αποτελούσε πλήρη συνθηκολόγηση της Τουρκίας και θα προκαλούσε την έντονη αντίδραση της Ουάσιγκτον, η οποία δεν θα ήθελε να δει τη ρωσική πολεμική μηχανή να ενισχύεται άμεσα. Για τον λόγο αυτό, η λύση της μεταβίβασης σε μια τρίτη, ουδέτερη χώρα του Κόλπου παραμένει η πιο ισορροπημένη επιλογή, καθώς επιτρέπει σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να διασώσουν το διπλωματικό τους γόητρο.
Η επιφυλακτικότητα των ΗΠΑ
Ακόμη όμως και αν η Άγκυρα καταφέρει να ικανοποιήσει τις υψηλές απαιτήσεις της Μόσχας και να εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή της, η τελική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 απέχει πολύ από το να θεωρείται δεδομένη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν τις διαπραγματεύσεις με μεγάλη επιφύλαξη και θέτουν τους δικούς τους αυστηρούς όρους.
Οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας και το Πεντάγωνο εκφράζουν έντονες ανησυχίες για το γεγονός ότι η μεταφορά των S-400 στον Κόλπο δεν εξαλείφει πλήρως τον κίνδυνο. Η παρουσία των ισχυρών ρωσικών ραντάρ σε μια περιοχή όπου σταθμεύουν αμερικανικά στρατεύματα και επιχειρούν δυτικά αεροσκάφη, ενέχει πάντα τον κίνδυνο υποκλοπής ευαίσθητων τεχνικών δεδομένων.
Η Ουάσιγκτον φοβάται ότι η Μόσχα, μέσω των τεχνικών υποστήριξης ή των αναβαθμίσεων λογισμικού που θα συνεχίσει να παρέχει, θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στα stealth χαρακτηριστικά των F-35. Συνεπώς, το μεγάλο αυτό παζάρι αναμένεται να είναι μακρόσυρτο, με την Τουρκία να προσπαθεί να ισορροπήσει σε δύο βάρκες, ανάμεσα στις στρατηγικές απαιτήσεις της Μόσχας και τις αυστηρές εγγυήσεις ασφαλείας που απαιτεί η Ουάσιγκτον.
Και τα F-35, που ορισμένοι προεξοφλούσαν να προσγειώνονταν στην Τουρκία εντός λίγων… εβδομάδων, μάλλον θα πάρουν καιρό – έστω αυτά τα 6 που θα δοθεί η άδεια τελικά, αν δοθεί – να ενταχθούν στον τουρκικό αεροπορικό στόλο.
