Συνέδριο «Ελλάδα 2030»: «Μετά το RRF: Το Νέο αναπτυξιακό μοντέλο και οι προοπτικές»

συνέδριο

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Ο Μιχάλης Αργυρού, Προϊστάμενος Οικονομικού Γραφείου Πρωθυπουργού, σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει τις προϋποθέσεις για υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τονίζοντας ότι «η βασική πηγή ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια πρέπει να είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις».
  • Ο Πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, τόνισε πως «χρειαζόμαστε ένα δυνατό μεταρρυθμιστικό σοκ», άποψη στην οποία συντάχθηκε και ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ, Ιωάννης Μπρατάκος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για βελτίωση της δικαιοσύνης και της τεχνικής εκπαίδευσης.
  • Ο οικονομολόγος Δημήτρης Λιάκος υπογράμμισε ότι «αυτά που κάνουμε μέχρι στιγμής δεν επαρκούν» και το υφιστάμενο μοντέλο ανάπτυξης «πρέπει να αλλάξει», ενώ ο Δρ. Πέτρος Καπασούρης του «Τειρεσίας» ανέδειξε την ανάγκη για ακριβή προβλεψιμότητα στη διαχείριση κινδύνων.

«Μετά το RRF: Το Νέο Αναπτυξιακό Μοντέλο και οι Προοπτικές» ήταν ο τίτλος του πρώτου πάνελ κατά τη δεύτερη μέρα εργασιών του συνεδρίου «Ελλάδα 2030», με θέμα την Οικονομία και την Ανάπτυξη, τις μεταρρυθμίσεις, τις επενδύσεις, την πρωτογενή παραγωγή και τη νέα ατζέντα.

Της Δήμητρας Πανανού

Παίρνοντας τον λόγο ο Μιχάλης Αργυρού, Προϊστάμενος Οικονομικού Γραφείου Πρωθυπουργού, σημείωσε ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις ούτως ώστε η χώρα να συνεχίσει να έχει υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τα επόμενα χρόνια. «Είναι προφανές το γιατί. Γιατί η χώρα μας ακόμη κάνει σύγκλιση και όταν είσαι χαμηλότερα από το ευρωπαϊκό μέσο όρο έχεις μεγαλύτερη δυνατότητα ανάπτυξης. Αυτό βέβαια έχει κάποιες προϋποθέσεις. Δεν είναι δεδομένο. Σε ότι αφορά τους ευρωπαϊκούς πόρους, θα υπάρχουν στην ελληνική οικονομία αλλά η βασική πηγή ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια πρέπει να είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις. Οι χώρες αλλάζουν επίπεδο αφενός όταν υπάρχουν ιδιωτικές επενδύσεις και αφετέρου όταν βελτιώνεται η ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου», τόνισε.

Οι προϋποθέσεις για να γίνουν όλα τα παραπάνω, όπως είπε, είναι η διατήρηση της προβλεψιμότητας και της σταθερότητας. «Για να γίνουν επενδύσεις η χώρα πρέπει να έχει προβλεψιμότητα. Άρα, είναι πολύ βασικό η χώρα να δείχνει προς τα έξω φιλική ως προς το επιχειρείν και τις επενδύσεις. Και σ’ αυτό πρέπει να υπάρχει έναν μίνιμουμ πολιτικής συναίνεσης. Το δεύτερο είναι να βελτιώσουμε τους θεσμούς της χώρας. Και το τρίτο είναι απαραίτητο να δούμε πολύ σοβαρά το θέμα του ανθρωπίνου κεφαλαίου και της εκπαίδευσης. Αν συνεχίσουμε στον δρόμο στον οποίο βρισκόμαστε και βελτιώσουμε τη θεσμική μας επίδοση νομίζω ότι η χώρα έχει κάθε λόγο να είναι αισιόδοξη», ανέφερε.

Από την πλευρά του ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, Πρόεδρος ΣΕΒ, σχολίασε ότι «το θέμα είναι πόσο υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης θα συνεχίσουμε να έχουμε τα επόμενα χρόνια. Όλες οι εκτιμήσεις για το 2027 και το 2028 μιλάνε για μια ανάπτυξη της τάξης του 1,7-1,8 για την ελληνική οικονομία. Αυτό μπορεί να είναι λίγο παραπάνω από τον μέσο όρο της Ευρώπης. Το θέμα είναι ότι, με δεδομένο ότι έχουμε 54% παραγωγικότητα στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης, με το γεγονός ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί, αν θέλουμε να κλείσουμε πιο γρήγορα το χάσμα τότε χρειαζόμαστε ένα δυνατό μεταρρυθμιστικό σοκ», είπε.

Σύμφωνα με τον κ. Θεδωρόπουλο, για να επενδύσει ο ιδιωτικός τομέας όσο χρειάζεται στην ελληνική οικονομία, «ο ΣΕΒ έχει προτείνει υπεραποσβέσεις, να μην έχουν οι εταιρείες τόσο μεγάλες φορολογικές επιβαρύνσεις τη στιγμή που η εργασία φορολογείται πολύ άγρια σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Επίσης, έχουμε ζητήσει πιο λογικό κόστος ενέργειας τη στιγμή που βρισκόμαστε στην κορυφή της Ευρώπης. Πρέπει να δώσουμε κάποια κίνητρα».

Ο Ιωάννης Μπρατάκος, πρόεδρος του ΕΒΕΑ, σχολίασε ότι «τα προβλήματα είναι δεδομένα. Η χώρα μας έχει κάνει πραγματικά βήματα μπροστά σε σχέση με το 2019. Όμως, οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια δεν είναι οι καλύτερες δυνατές για την ανάπτυξη της χώρας. Μπορεί τα ποσοστά ανάπτυξης που δίνονται για την Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια να είναι τα υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης αλλά παρ’ όλα αυτά για την ελληνική οικονομία είναι πολύ χαμηλά. Θα συμφωνήσω ότι απαιτείται ένα μεταρρυθμιστικό σοκ στη χώρα μας. Δεν μπορεί οι ρυθμοί απόδοσης της δικαιοσύνης να μη συμβαδίζουν με τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας. Δεν υπάρχει καμία επενδυτική ασφάλεια όταν συμβαίνει αυτό. Επίσης πρέπει να προχωρήσουμε με γοργά βήματα στην τεχνική εκπαίδευση. Σήμερα, εκεί υστερούμε. Το 2030 είναι πολύ κοντά και οι αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια».

Στη συνέχεια τον λόγο πήρε ο Δημήτρης Λιάκος, Οικονομολόγος, Σύμβουλος Διοίκησης Eurobank, πρώην Υφυπουργός, τονίζοντας ότι «για να προλάβουμε τον χρόνο, πρέπει με ειλικρίνεια να παραδεχτούμε πως αυτά που κάνουμε μέχρι στιγμής δεν επαρκούν. Δεν απέτυχε το μοντέλο που εφαρμόσαμε. Κάναμε πολλά και θετικά βήματα. Πρέπει να παραδεχτούμε αυτά που έχουμε πετύχει αλλά με θάρρος να πούμε ότι αυτό το μοντέλο ανάπτυξης δεν μπορεί να συνεχίσει, πρέπει να αλλάξει. Και πρέπει να αλλάξει μια σειρά πραγμάτων. Άλλοι το λένε εθνική στρατηγική, άλλοι κοινωνικό συμβόλαιο κ.ο.κ. Χρειάζεται πολιτική διάθεση να συζητήσουμε και να καταλήξουμε σε μια λίστα πραγμάτων. Να κάνουμε έναν πραγματικό εθνικό διάλογο».

Τέλος, ο Δρ. Πέτρος Καπασούρης, Γενικός Διευθυντής «Τειρεσίας» σημείωσε ότι απαιτείται ακριβής προβλεψιμότητα για τη διαχείριση κινδύνων διότι αυτό θα μας βοηθήσει να τους περιορίσουμε. «Τα οφέλη ενός γραφείου πίστης είναι η μείωση του κόστους χρήματος. Το δεύτερο στο οποίο βοηθάει είναι στην πιστωτική επέκταση. Μπορεί να εκπλήσσω μερικούς αλλά μόνο το 1/6 του αρχείου της Τειρεσίας τα τελευταία 15 χρόνια έχει αρνητικά στοιχεία. Τα υπόλοιπα είναι θετικά στοιχεία. Πάρα πολύς κόσμος αποπληρώνει κανονικά της υποχρεώσεις τους και ένα 86% στις Τράπεζες είναι ενήμερο. Πρέπει να έχουμε αρκετά δεδομένα ώστε να εντοπίζουν οι πιστωτές είτε είναι Τράπεζες είτε επιχειρήσεις αυτόν που μπορεί να δανειστεί και έχει δυνατότητα να αποπληρώσει».

Τον συντονισμό είχε ο δημοσιογράφος Μπάμπης Παπαδημητρίου.