Βρετανία: «Κόψτε τα καλώδια!» – Συνωμοσιολόγοι καταστρέφουν αισθητήρες κυκλοφορίας γιατί πιστεύουν ότι προκαλούν καρκίνο

Το άρθρο περιγράφει μια σειρά επιθέσεων σε αισθητήρες κυκλοφορίας στη Βρετανία, τις οποίες τροφοδοτούν θεωρίες συνωμοσίας περί μαζικής παρακολούθησης και επικίνδυνης ακτινοβολίας που προκαλεί καρκίνο. Ένα περιστατικό στο Ιλφρακόμπ, όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα έκοψε καλώδια αισθητήρα, οδήγησε σε συλλήψεις και ανέδειξε το κίνημα των «Blade Runners». Ειδικοί εξηγούν τη λειτουργία των αισθητήρων για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας, ενώ ψυχολόγοι αναλύουν γιατί οι θεωρίες συνωμοσίας προσφέρουν μια αίσθηση ελέγχου σε ένα σύνθετο κόσμο.

Φωτογραφία: Denny Muller/ Unsplash

Φωτογραφία: Denny Muller/ Unsplash

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Στη Βρετανία, το κίνημα των «Blade Runners» καταστρέφει αισθητήρες κυκλοφορίας, πιστεύοντας ότι πρόκειται για «όπλα ηλεκτρονικής επίθεσης» που προκαλούν καρκίνο και χρησιμοποιούνται για μαζική παρακολούθηση.
  • Ειδικοί εξηγούν ότι οι αισθητήρες μετρούν τον όγκο των οχημάτων και των πεζών για να διευκολύνουν την κυκλοφορία, χωρίς να καταγράφουν προσωπικές πληροφορίες ή πρόσωπα.
  • Οι θεωρίες συνωμοσίας, όπως αυτή των «Blade Runners», αναπτύσσονται ως αντίδραση σε φόβους για την παρακολούθηση και την απώλεια ελέγχου, προσφέροντας μια ψυχολογική ανακούφιση.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα ανεβαίνει σε σκάλα στη μέση ενός ήσυχου δρόμου, βγάζει μια μικρή πένσα και αρχίζει να κόβει καλώδια από συσκευή τοποθετημένη πάνω σε φανάρι. Από κάτω, ένας άνδρας κρατά τη σκάλα και άλλοι καταγράφουν τη σκηνή με τα κινητά τους, ενθαρρύνοντάς την: «Ναι, έτσι γίνεται. Απλώς κόψε τα καλώδια». Η εικόνα μοιάζει παράδοξη, αλλά αποτελεί μέρος μιας σειράς επιθέσεων σε αισθητήρες κυκλοφορίας στη Βρετανία, τις οποίες τροφοδοτούν θεωρίες συνωμοσίας περί μαζικής παρακολούθησης και επικίνδυνης ακτινοβολίας.

Σύμφωνα με τον Guardian, το περιστατικό καταγράφηκε στις 28 Αυγούστου στο Ιλφρακόμπ, στην κομητεία Ντέβον. Η γυναίκα, ντυμένη με κοντό παντελόνι, κόκκινο αδιάβροχο και ασορτί κόκκινες κάλτσες, ανέβηκε σε πτυσσόμενη σκάλα για να φτάσει στη συσκευή που βρισκόταν πάνω από τους φωτεινούς σηματοδότες.

Ένας γκριζομάλλης άνδρας, κρατώντας καφέ στο χέρι, στήριζε τη σκάλα, ενώ άλλοι παρευρισκόμενοι βιντεοσκοπούσαν τις κινήσεις της.

Το βίντεο αναρτήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Μία γυναίκα περίπου 60 ετών και ένας άνδρας περίπου 70 ετών συνελήφθησαν ως ύποπτοι για πρόκληση φθοράς και έκθεση χρηστών του οδικού δικτύου σε κίνδυνο. Αφέθηκαν ελεύθεροι με εγγύηση.

Για ορισμένους χρήστες του διαδικτύου, ωστόσο, η γυναίκα δεν ήταν βάνδαλος αλλά… ηρωίδα.

«Δεν φορούν όλοι οι ήρωες κάπες», έγραψε κάποιος σε σελίδα υποστηρικτών της στο Facebook. Ένας άλλος ζήτησε να ακολουθήσουν ανάλογες ενέργειες στο Μπίντφορντ και το Μπάρνσταπλ.

Οι «Blade Runners» και τα υποτιθέμενα «όπλα ηλεκτρονικής επίθεσης»

Πίσω από τις επιθέσεις βρίσκεται ένα ευρύτερο κίνημα που αυτοαποκαλείται «Blade Runners». Ορισμένα μέλη του θεωρούν ότι οι συσκευές που τοποθετούνται πάνω από τα φανάρια δεν εξυπηρετούν τη ρύθμιση της κυκλοφορίας, αλλά κρύβουν έναν επικίνδυνο σκοπό.

Υποστηρίζουν, χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, ότι πρόκειται για «όπλα ηλεκτρονικής επίθεσης με συστοιχίες φάσης», τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μαζική παρακολούθηση και να προκαλέσουν ακόμη και καρκίνο, άνοια ή αιφνίδιο θάνατο.

Παλαιότερα, άτομα που δήλωναν ότι συνδέονται με το ίδιο κίνημα είχαν βάλει στο στόχαστρο τις κάμερες της ζώνης εξαιρετικά χαμηλών εκπομπών του Λονδίνου (Ulez), αντιδρώντας στην παρακολούθηση των οχημάτων και στις σχετικές χρεώσεις.

Έχουν επίσης καταγραφεί σποραδικές επιθέσεις σε κεραίες κινητής τηλεφωνίας 5G, με αφορμή θεωρίες συνωμοσίας που συνέδεαν την τεχνολογία ακόμη και με τη μετάδοση της Covid-19.

Σχεδόν 200 συσκευές καταστράφηκαν στο Κέιμπριτζ

Το Ιλφρακόμπ δεν είναι η μοναδική βρετανική πόλη όπου έχουν σημειωθεί τέτοιες ενέργειες.

Τον Μάιο, η αστυνομία στο Κέιμπριτζ απηύθυνε έκκληση για πληροφορίες σχετικά με ύποπτο, έπειτα από φθορές σε σχεδόν 200 μονάδες ανίχνευσης κυκλοφορίας.

Τον ίδιο μήνα, στο Σλίφορντ του Λίνκολνσαϊρ, δέκα συσκευές βανδαλίστηκαν μέσα σε μία εβδομάδα. Το τοπικό συμβούλιο χαρακτήρισε «γελοίους» τους ισχυρισμούς περί συνωμοσίας.

Στην κομητεία Ντάραμ, ένας συνταξιούχος πρόκειται να δικαστεί, καθώς κατηγορείται ότι προκάλεσε ζημιές σε συσκευές εγκατεστημένες σε οκτώ φωτεινούς σηματοδότες.

Τι κάνουν πραγματικά οι αισθητήρες πάνω από τα φανάρια

Η Σούζαν Γκραντ-Μίλερ, καθηγήτρια τεχνολογιών και πληροφορικής στο Ινστιτούτο Μελετών Μεταφορών του Πανεπιστημίου του Λιντς, δηλώνει ότι δυσκολεύεται να κατανοήσει την εχθρότητα απέναντι σε μια τεχνολογία η οποία, στη βασική της μορφή, χρησιμοποιείται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Όπως εξηγεί, οι δράστες συνήθως δεν καταστρέφουν το γνωστό σύστημα με τα κόκκινα, πορτοκαλί και πράσινα φώτα. Στοχεύουν τους πρόσθετους αισθητήρες που βρίσκονται πάνω από αυτά.

Οι συσκευές μετρούν τον όγκο των οχημάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον αριθμό των πεζών, ώστε να προσαρμόζεται η διάρκεια των φωτεινών σηματοδοτών και να διευκολύνεται η κυκλοφορία.

«Οι κάμερες δεν καταγράφουν καθόλου προσωπικές πληροφορίες. Δεν καταγράφουν πρόσωπα ή στοιχεία του αυτοκινήτου. Απλώς ανιχνεύουν ότι υπάρχει κάτι εκεί, ένα αυτοκίνητο ή ένας άνθρωπος, καθώς και το μήκος της ουράς που περιμένει», διευκρινίζει.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια, οι αισθητήρες εγκαθίστανται συνήθως σε διασταυρώσεις με ιστορικό κυκλοφοριακών προβλημάτων, πολλές φορές έπειτα από αιτήματα των ίδιων των κατοίκων.

Τη χρησιμότητά τους υπογραμμίζει και η οργάνωση Living Streets, η οποία προωθεί την ασφάλεια των πεζών.

«Η καλύτερη τεχνολογία παρακολούθησης βελτιώνει την ασφάλεια των πεζών στα φανάρια και στις διαβάσεις, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται ως μέρος μιας ευρύτερης προσέγγισης για την οδική ασφάλεια», δήλωσε η Τάνια Μπράουν, διευθύντρια εξωτερικών υποθέσεων της οργάνωσης.

Από τα φανάρια στη «Μεγάλη Επαναφορά»

Για όσους έχουν πειστεί ότι οι αισθητήρες εξυπηρετούν κάποιον κρυφό σκοπό, οι τεχνικές εξηγήσεις δεν αρκούν.

Η Κλερ Μπέρτσαλ, καθηγήτρια σύγχρονου πολιτισμού στο King’s College του Λονδίνου, εξηγεί ότι οι συγκεκριμένες θεωρίες εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλέγμα φόβων γύρω από την παρακολούθηση και τον περιορισμό της ατομικής ελευθερίας.

Το συνδέει με αυτό που οι υποστηρικτές του αποκαλούν «Μεγάλη Επαναφορά» (Great Reset), μια ευρύτερη θεωρία συνωμοσίας που συνενώνει διαφορετικές ανησυχίες σε ένα ενιαίο αφήγημα.

«Αυτές οι υπερ-συνωμοσίες συνδέουν κάθε λογής διαφορετικά πράγματα για να δώσουν κάποια μορφή σε ένα ολόκληρο σύνολο ανησυχιών και φόβων», αναφέρει.

Η ίδια επισημαίνει ότι οι ανησυχίες για την υπερβολική επέκταση της τεχνολογίας και τη συλλογή προσωπικών δεδομένων δεν περιορίζονται στους συνωμοσιολόγους.

«Όλοι ανησυχούμε για την υπέρβαση των ορίων από την τεχνολογία. Πολλοί ανησυχούν για τα κέντρα δεδομένων», λέει, προσθέτοντας ότι οι άνθρωποι συχνά αισθάνονται πως δεν έχουν λόγο στον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται και χρησιμοποιούνται τα δεδομένα τους.

Γιατί οι θεωρίες συνωμοσίας προσφέρουν μια αίσθηση ελέγχου

Ο Στέφαν Λεβαντόφσκι, καθηγητής γνωστικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, εξηγεί ότι οι θεωρίες συνωμοσίας συχνά αναπτύσσονται ως αντίδραση σε γεγονότα που προκαλούν φόβο.

Η απόδοση της ευθύνης σε μια ομάδα ανθρώπων που υποτίθεται ότι ενεργεί σκόπιμα μπορεί, όπως λέει, να προσφέρει ψυχολογική ανακούφιση σε ορισμένους.

«Προτιμούν να πιστεύουν ότι κακοί άνθρωποι κάνουν κακά πράγματα, παρά να συνειδητοποιήσουν ότι ο κόσμος περιλαμβάνει ουσιαστικά τυχαία γεγονότα που δεν μπορούν να ελέγξουν», εξηγεί.

Στην περίπτωση των βρετανικών φαναριών, αυτή η ανάγκη να δοθεί εξήγηση σε έναν σύνθετο τεχνολογικό κόσμο έχει αποκτήσει μια πολύ χειροπιαστή μορφή: σκάλες, πένσες και κομμένα καλώδια σε συσκευές που έχουν σχεδιαστεί για να κάνουν τους δρόμους ασφαλέστερους.