Ιράν: Η «οικονομική D-Day» του Τραμπ έμεινε στα λόγια – Το ρίσκο με την Κίνα και το αδιέξοδο της Ουάσινγκτον

Οι ανακοινώσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ για την «οικονομική D-Day» κατά του Ιράν αποδείχθηκαν κατώτερες των προσδοκιών, καθώς η Ουάσινγκτον απέφυγε άμεσες, καταλυτικές κυρώσεις, ιδίως σε κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η στρατηγική αυτή αναδεικνύει το αδιέξοδο της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία επιδιώκει οικονομική πίεση χωρίς να συγκρούεται με τους βασικούς αγοραστές ιρανικού πετρελαίου, όπως η Κίνα, και επιστρέφει στις κυρώσεις μετά την αποτυχία της στρατιωτικής δράσης.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Οι ανακοινώσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ για την «οικονομική D-Day» κατά του Ιράν αποδείχθηκαν πολύ κατώτερες των προσδοκιών, καθώς η Ουάσινγκτον περιορίστηκε σε απειλές και διορίες προσαρμογής αντί για καταλυτικό πλήγμα.
  • Η Ουάσινγκτον αποφεύγει να στοχοποιήσει άμεσα τις κινεζικές τράπεζες με κυρώσεις, παρά το γεγονός ότι η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, λόγω διπλωματικών ισορροπιών και επικείμενης συνάντησης Τραμπ-Σι.
  • Ειδικοί εκφράζουν σκεπτικισμό για την αποτελεσματικότητα των μέτρων, καθώς η ιστορία έχει δείξει ότι οι οικονομικές κυρώσεις «κινούνται αργά και συχνά αποτυγχάνουν να φέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα», μετά την αποτυχία των στρατιωτικών επιθέσεων.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Παρά τους βαρύγδουπους τίτλους και τις διακηρύξεις περί μιας επικείμενης «οικονομικής D-Day» που θα παρέλυε την Τεχεράνη, οι ανακοινώσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, τη Δευτέρα, αποδείχθηκαν τελικά πολύ κατώτερες των προσδοκιών που είχε καλλιεργήσει ο Λευκός Οίκος.

Μπέσεντ: «Προειδοποιητική βολή η οικονομική D-Day κατά του Ιράν – Θα τινάζαμε στον αέρα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα»

Αντί για ένα καταλυτικό πλήγμα στις χρηματοπιστωτικές αρτηρίες του Ιράν, η Ουάσινγκτον περιορίστηκε σε απειλές και διορίες προσαρμογής, αποκαλύπτοντας το αδιέξοδο μιας στρατηγικής που ξεκίνησε με βομβαρδισμούς και τώρα αναζητά διέξοδο στην οικονομική πίεση, χωρίς όμως να τολμά να συγκρουστεί με τους πραγματικούς αγοραστές του ιρανικού πετρελαίου.

Προειδοποιήσεις χωρίς άμεσες κυρώσεις

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε τις χώρες παγκοσμίως να διακόψουν τις επιχειρηματικές τους σχέσεις με το Ιράν ή να έρθουν αντιμέτωπες με δευτερογενείς κυρώσεις, στο πλαίσιο αυτού που είχε προαναγγελθεί ως «οικονομική D-Day». Ωστόσο, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ απέφυγε στην πράξη να επιβάλει άμεσα κυρώσεις σε μεγάλες ξένες οντότητες.

Μπέσεντ για την «οικονομική D-Day» κατά του Ιράν: «Να κοπεί κάθε οδός σωτηρίας που χρησιμοποιεί η Τεχεράνη – Κυρώσεις σε όσους συμμαχούν με το καθεστώς»

Καθώς ο πόλεμος με το Ιράν πλησιάζει τη συμπλήρωση έξι μηνών, ο Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ εξαπολύουν μια «οικονομική επίθεση» ενάντια στις χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις του Ιράν σε ολόκληρο τον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, αρνήθηκε να διευκρινίσει ποιες συγκεκριμένες χώρες θα τεθούν στο στόχαστρο ή πότε θα τεθούν σε ισχύ οι τιμωρητικές αμερικανικές ποινές.

Παράλληλα, το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε νέες κυρώσεις σε 60 φυσικά πρόσωπα, οντότητες και πλοία. Στη λίστα αυτή, όμως, δεν περιλαμβανόταν κανένα από τα κινεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που είναι ύποπτα για τη διευκόλυνση και τη χρηματοδότηση του ιρανικού πετρελαϊκού εμπορίου.

Μπέσεντ προς Τεχεράνη: «Οικονομική απομόνωση που δεν ξαναείδε ποτέ ο κόσμος»

Απαντώντας σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο Μπέσεντ δικαιολογώντας τη στάση αυτή ανέφερε χαρακτηριστικά: «Γιατί να θέλω να ανατινάξω το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα; Πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να θέσουμε μια βάση και να δώσουμε στον κόσμο μια περίοδο προσαρμογής, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό θα κινηθεί πολύ γρήγορα και ότι είμαστε σοβαροί».

Το κομβικό ερώτημα της Κίνας και οι ισορροπίες

Η Κίνα αποτελεί εδώ και αρκετά χρόνια τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, απορροφώντας περισσότερο από το 80% των ιρανικών εξαγωγών το 2025.

Αν και η Ουάσινγκτον έχει εντείνει τις προσπάθειές της για την καταστολή αυτών των κινεζικών αγορών, έχει αποφύγει μέχρι στιγμής να στοχοποιήσει απευθείας τις κινεζικές τράπεζες με κυρώσεις.

Η στάση αυτή συνδέεται άμεσα με το διπλωματικό ημερολόγιο: ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έχουν προγραμματίσει συνάντηση στην Ουάσινγκτον στα τέλη Σεπτεμβρίου, στην πρώτη επίσημη επίσκεψη του Κινέζου ηγέτη στις ΗΠΑ έπειτα από πάνω από μία δεκαετία.

Η επιβολή νέων κυρώσεων στις κινεζικές τράπεζες θα μπορούσε να τορπιλίσει τις προοπτικές παράτασης της συμφωνίας που συνήφθη τον περασμένο Νοέμβριο για τη διασφάλιση της ροής σπανίων γαιών από την Κίνα και την επιβολή πλαφόν στους αμερικανικούς δασμούς.

Όταν ο Μπέσεντ ρωτήθηκε αν το υπουργείο είναι πλέον έτοιμο να κινηθεί εναντίον μιας κινεζικής τράπεζας, απάντησε ότι καμία χώρα δεν βρίσκεται εκτός της εμβέλειας των αμερικανικών κυρώσεων. «Εάν διευκολύνουν τις συναλλαγές και αποτελούν μέρος του οικοσυστήματος που μετατρέπει το ιρανικό πετρέλαιο σε χρήμα, σε καταστολή, θα τεθούν στο στόχαστρο», τόνισε.

Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο στο άρθρο γνώμης που δημοσίευσε στους Financial Times την Κυριακή όσο και στη συνέντευξη Τύπου της Δευτέρας, ο Μπέσεντ απέφυγε να αναφέρει τη λέξη «Κίνα», καταβάλλοντας εμφανή προσπάθεια να μην προκαλέσει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Την ίδια στιγμή, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν έβαλαν στο στόχαστρο άλλες επιχειρήσεις στην Κίνα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σιγκαπούρη και αρκετές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένου ακόμα και ενός διυλιστηρίου στη Γαλλία.

Ο Μπέσεντ σημείωσε επίσης ότι οι ΗΠΑ διευρύνουν το πεδίο των εμπορικών δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να υποβληθούν σε δευτερογενείς κυρώσεις σε πέντε βασικούς τομείς της ιρανικής οικονομίας:

  • Ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία
  • Χρυσός
  • Τεχνολογία
  • Αεροπορία
  • Ναυτιλία

Παράλληλα, δήλωσε ότι προανήγγειλε μια «σημαντική ανακοίνωση» κυρώσεων σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα έως το τέλος της εβδομάδας.

«Δεν φάνηκαν αντάξιες του θορύβου»

Η τακτική της κυβέρνησης Τραμπ προκαλεί έντονο σκεπτικισμό στους ειδικούς. Ο Ντάνιελ Φριντ, πρώην συντονιστής κυρώσεων του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ και νυν στέλεχος του Atlantic Council, επεσήμανε ότι οι ανακοινώσεις Μπεσεντ δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες.

«Δεν φάνηκαν αντάξιες του θορύβου που προκλήθηκε, αλλά η οικονομική πίεση είναι προτιμότερη από την επανέναρξη της στρατιωτικής σύγκρουσης», σημείωσε.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η εκστρατεία πίεσης κατά του Ιράν θα απαιτήσει χρόνο, υπομονή και πιθανόν υποχωρήσεις από την πλευρά της κυβέρνησης Τραμπ για να εξασφαλιστεί η διεθνής συνεργασία. «Θα πρέπει να πείσετε τις χώρες του Κόλπου να συμφωνήσουν, θα πρέπει να ακούσετε τι θέλουν και να είστε σταθεροί», δήλωσε.

Παράλληλα, ο Πίτερ Χάρελ, ερευνητής στη Νομική Σχολή του Τζορτζτάουν με εξειδίκευση στις οικονομικές κυρώσεις, χαρακτήρισε το εγχείρημα «δύσκολο».

Ο Χάρελ εξήγησε ότι νωρίτερα φέτος, όταν ο Τραμπ αποφάσιζε πώς θα γονατίσει το Ιράν, «είχε την επιλογή να πιέσει πολύ σκληρά τους Κινέζους, κάτι που δεν ήθελε να κάνει λόγω της δικής του οικονομικής ατζέντας με τον Σι, ή να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά δεξαμενόπλοια. Αποδείχθηκε ότι ήταν πολιτικά ευκολότερο να επιβληθεί ο αποκλεισμός σε όλα τα ιρανικά δεξαμενόπλοια παρά να πει στους Κινέζους “θα επιβάλουμε κυρώσεις στις μεγάλες εταιρείες σας” εάν συνεχίσουν το εμπόριο με το Ιράν».

Αντιστροφή της διπλωματικής λογικής

Διακηρύσσοντας τη νέα επιχείρηση υπό την ονομασία «Operation Economic Outcast» (Επιχείρηση Οικονομικά Αποκλεισμένος), την οποία ο Λευκός Οίκος περιέγραψε ως «μια πρωτοφανή εκστρατεία αποκοπής κάθε εναπομείνασας οικονομικής γραμμής ζωής που συντηρεί την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν», ο Τραμπ και ο Μπέσεντ επιχειρούν μια πλήρη αντιστροφή της παραδοσιακής αμερικανικής διπλωματίας, σημειώνουν οι New York Times.

Συνήθως, η Ουάσινγκτον προσεγγίζει ζητήματα, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ξεκινώντας με διπλωματία, συνεχίζοντας με κλιμακούμενες οικονομικές κυρώσεις και αφήνοντας τη στρατιωτική δράση ως έσχατη λύση. Ο Τραμπ, ωστόσο, προσπέρασε τη διπλωματία και πέρασε απευθείας στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, με στόχο να εξαναγκάσει το Ιράν να παραδώσει τα αποθέματα 11 τόνων εμπλουτισμένου ουρανίου και να προκαλέσει την κατάρρευση της κυβέρνησης.

Οι στρατιωτικές επιθέσεις απέτυχαν και στους δύο στόχους, με βαρύ τίμημα: 18 Αμερικανοί στρατιώτες νεκροί, χιλιάδες νεκροί Ιρανοί και ένα κόστος πολέμου που αναλυτές υπολογίζουν σε άνω των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, δορυφορικές φωτογραφίες δείχνουν ότι το πυρηνικό υλικό παραμένει κάτω από τα συντρίμμια των εγκαταστάσεων που βομβαρδίστηκαν τον Ιούνιο του 2025, χωρίς να έχει απομακρυνθεί.

Αν και ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ σκοτώθηκε στις πρώτες επιθέσεις του Φεβρουαρίου, το καθεστώς επιβιώνει υπό την ηγεσία του γιου του, αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος θεωρείται ακόμη πιο σκληροπυρηνικός.

Η επίκληση στο Τείχος του Βερολίνου

Μία από τις πιο ιδιαίτερες αποστροφές της ομιλίας του Μπέσεντ ήταν η απόπειρά του να απευθυνθεί απευθείας στο ιρανικό στράτευμα, επανερχόμενος στην υπόσχεση Τραμπ για αλλαγή καθεστώτος.

«Προς τους απλούς στρατιώτες που υποστηρίζουν αυτό το καθεστώς, καθώς όλο και περισσότερες από τις επιταγές της μισθοδοσίας σας σταματούν ή υποτίθεται ότι απλώς καθυστερούν, αναρωτηθείτε αν οι διοικητές σας οδηγούν τη χώρα σας στον θρίαμβο ή στην καταστροφή και θυμηθείτε ότι το Τείχος του Βερολίνου έπεσε όταν οι απλοί στρατιώτες αποφάσισαν να μην πυροβολήσουν τον ίδιο τους τον λαό», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός.

Ωστόσο, οι αναλυτές σημειώνουν ότι οι συνθήκες πτώσης του Τείχους του Βερολίνου διαφέρουν ριζικά: τότε δεν υπήρχε ενεργός πόλεμος, ενώ η Σοβιετική Ένωση δεν είχε πλέον τη βούληση να καταστείλει τις τοπικές εξεγέρσεις.

Πολιτικές πιέσεις στις ΗΠΑ

Ο πόλεμος έχει προκαλέσει σοβαρά προβλήματα και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Οι τιμές της ενέργειας παγκοσμίως παραμένουν υψηλές, καθώς η ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ παραμένει αποκλεισμένη.

Αυτό έχει αποτυπωθεί στη δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία έχει πέσει στο ναδίρ του 33% στην τελευταία δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos. Ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος επιμένει ότι το οικονομικό αυτό κόστος είναι απαραίτητο για να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν.

Η προσπάθεια οικονομικού αποκλεισμού της Τεχεράνης δεν είναι καινούργια. Ξεκίνησε επί κυβέρνησης Τζορτζ Ο. Μπους, ενώ το 2009 η τότε υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, υποσχόταν «παραλυτικές κυρώσεις».

Οι πιέσεις εκείνες οδήγησαν τελικά στη συμφωνία του 2015, την οποία ο Τραμπ ακύρωσε το 2018 επιβάλλοντας την πολιτική της «μέγιστης πίεσης».

Τότε, ο υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, έγραφε στο Foreign Affairs: «Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει μια εκστρατεία “μέγιστης πίεσης” σχεδιασμένη να αποκόψει τα έσοδα που χρησιμοποιεί το καθεστώς —και ιδιαίτερα οι Φρουροί της Επανάστασης— για τη χρηματοδότηση της βίας. Ωστόσο, ο πρόεδρος Τραμπ δεν επιθυμεί άλλη μια μακροπρόθεσμη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή».

Αν και οι προηγούμενες κυρώσεις επέτρεπαν στο Ιράν να εξάγει 2 έως 3 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα μέσω εικονικών εταιρειών και του «σκιώδους στόλου» δεξαμενόπλοιων, ο σημερινός αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός έχει περιορίσει αυτές τις ροές στο ελάχιστο, προκαλώντας σοβαρή ζημιά στην ιρανική οικονομία.

Καθώς όμως οι στρατιωτικές επιλογές εξαντλήθηκαν χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα, η κυβέρνηση Τραμπ επιστρέφει τώρα στο εργαλείο των οικονομικών κυρώσεων — ένα όπλο που η ιστορία έχει δείξει ότι κινείται αργά και συχνά αποτυγχάνει να φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

 

 

 

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.