ΗΠΑ-Ενδιάμεσες εκλογές: Η Γερουσία σε τεντωμένο σχοινί – Το 50-50, οι ανεξάρτητοι και τα σενάρια ανατροπής μετά την κάλπη

Μια οριακή πλειοψηφία, μια απόλυτη ισοπαλία 50-50, ένας ανεξάρτητος γερουσιαστής ή ακόμη και μια παρατεταμένη δικαστική διαμάχη είναι μερικά από τα σενάρια που θα μπορούσαν να καθορίσουν ποιος θα ελέγχει τη Γερουσία των ΗΠΑ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές. Η νέα σύνθεση ενδέχεται να αφήσει ελάχιστα περιθώρια ελιγμών στην πλειοψηφία, επηρεάζοντας άμεσα τη δυνατότητα ψήφισης νομοσχεδίων και έγκρισης των διορισμών που προωθεί ο Ντόναλντ Τραμπ. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οριακών συσχετισμών, η διαφοροποίηση μεμονωμένων γερουσιαστών ή η καθοριστική ψήφος του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς μπορούν να κρίνουν την έκβαση των πολιτικών αποφάσεων.

Το Καπιτώλιο των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον, όπου στεγάζονται η Γερουσία και η Βουλή των Αντιπροσώπων. (Φωτογραφία αρχείου: REUTERS/Kevin Lamarque)

Το Καπιτώλιο των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον, όπου στεγάζονται η Γερουσία και η Βουλή των Αντιπροσώπων. (Φωτογραφία αρχείου: REUTERS/Kevin Lamarque)

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Μια οριακή πλειοψηφία, μια απόλυτη ισοπαλία 50-50 ή μια παρατεταμένη δικαστική διαμάχη είναι μερικά από τα σενάρια που θα καθορίσουν ποιος θα ελέγχει τη Γερουσία των ΗΠΑ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.
  • Όπως επισημαίνουν οι New York Times, η νέα σύνθεση ενδέχεται να αφήσει ελάχιστα περιθώρια ελιγμών στην πλειοψηφία, επηρεάζοντας άμεσα τη δυνατότητα ψήφισης νομοσχεδίων και έγκρισης των διορισμών του Ντόναλντ Τραμπ.
  • Σε περίπτωση ισοπαλίας 50-50, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς θα δίνει την καθοριστική ψήφο, όμως ακόμη και ένας γερουσιαστής που θα διαφοροποιηθεί ή η εκλογή ανεξάρτητων υποψηφίων μπορεί να ανατρέψει τις ισορροπίες.

Μια οριακή πλειοψηφία, μια απόλυτη ισοπαλία 50-50, ένας ανεξάρτητος γερουσιαστής που θα αρνηθεί να στηρίξει οποιοδήποτε κόμμα ή ακόμη και μια παρατεταμένη δικαστική διαμάχη για τα εκλογικά αποτελέσματα. Αυτά είναι μερικά από τα σενάρια που θα μπορούσαν να καθορίσουν ποιος θα ελέγχει τη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης (3/11), με τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσινγκτον να παραμένουν εξαιρετικά εύθραυστες.

Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση των New York Times, ανεξαρτήτως του ποιο κόμμα θα επικρατήσει, η νέα σύνθεση της Γερουσίας ενδέχεται να αφήσει ελάχιστα περιθώρια ελιγμών στην πλειοψηφία, επηρεάζοντας άμεσα τη δυνατότητα ψήφισης νομοσχεδίων και έγκρισης των διορισμών που προωθεί ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Σήμερα, οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν 53 έδρες και οι Δημοκρατικοί 47, με τη μάχη να επικεντρώνεται στο κατά πόσον οι τελευταίοι θα μπορέσουν να περιορίσουν τη διαφορά ή ακόμη και να ανατρέψουν τον συσχετισμό δυνάμεων.

Η σημασία της αναμέτρησης θα μπορούσε να γίνει ακόμη μεγαλύτερη εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν παράλληλα τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενδεχόμενο που, σύμφωνα με την ανάλυση, υποδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις.

Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσαν να προωθούν νομοσχέδια προς τη Γερουσία, προκαλώντας αντιπαραθέσεις με τους Ρεπουμπλικανούς και τον Λευκό Οίκο.

Η προοδευτική γερουσιαστής των ΗΠΑ, Ελίζαμπεθ Γουόρεν, παρουσιάζει στο κοινό τον Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ κατά τη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. (REUTERS)

Μικρή πλειοψηφία, μεγάλη δύναμη για τους διαφωνούντες

Σύμφωνα με τους New York Times, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται σε θέση να αυξήσουν τις έδρες τους στη Γερουσία, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι θα εξασφαλίσουν την πλειοψηφία.

Ακόμη και αν οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρήσουν τον έλεγχο με μικρότερη διαφορά, η διακυβέρνηση της Γερουσίας θα μπορούσε να γίνει σημαντικά δυσκολότερη.

Μια περιορισμένη πλειοψηφία θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική δύναμη γερουσιαστών που έχουν δείξει ότι είναι διατεθειμένοι να διαφοροποιηθούν από την κομματική γραμμή και τον Ντόναλντ Τραμπ.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται η Λίζα Μαρκόφσκι από την Αλάσκα, η οποία έχει δεχθεί επανειλημμένα επιθέσεις από τον Αμερικανό πρόεδρο, και η Σούζαν Κόλινς από το Μέιν, εφόσον καταφέρει να επανεκλεγεί.

Σε μια Γερουσία όπου η πλειοψηφία θα εξαρτάται από ελάχιστες ψήφους, ακόμη και ένας γερουσιαστής που θα αρνηθεί να ακολουθήσει το κόμμα του θα μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία ενός νομοσχεδίου.

Το σενάριο αλλαγής κόμματος και ο Τζον Φέτερμαν

Η ανάλυση εξετάζει επίσης το ενδεχόμενο ένας γερουσιαστής να αλλάξει πολιτική παράταξη, μεταβάλλοντας τη σύνθεση της πλειοψηφίας.

Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι περιοριστούν στις 49 έδρες, εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να προσελκύσουν τον Δημοκρατικό γερουσιαστή της Πενσιλβάνια, Τζον Φέτερμαν.

Ο Φέτερμαν έχει εκφράσει κατά καιρούς τη δυσαρέσκειά του για το Δημοκρατικό Κόμμα και τη λειτουργία της Γερουσίας.

Ωστόσο, έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν σκοπεύει να αλλάξει κόμμα, παρά τη σχετική φημολογία.

Όπως σημειώνουν οι New York Times, σε περιόδους οριακών κοινοβουλευτικών συσχετισμών, η πίεση προς γερουσιαστές που θεωρούνται πιθανοί αποστάτες μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη ένταση.

Φωτογραφία: Reuters

Ισοπαλία 50-50: Ο Τζέι Ντι Βανς θα κρίνει τις ψηφοφορίες

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ενδεχόμενα είναι να καταλήξουν Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί με 50 έδρες ο καθένας.

Σε αυτή την περίπτωση, οι Ρεπουμπλικάνοι θα διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας χάρη στον αντιπρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος έχει τη συνταγματική αρμοδιότητα να δίνει την καθοριστική ψήφο όταν υπάρχει ισοπαλία.

Ωστόσο, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν, το 2001 και το 2021, τα δύο κόμματα θα μπορούσαν να καταλήξουν σε συμφωνία κατανομής εξουσιών.

Μια τέτοια συμφωνία ενδέχεται να προβλέπει ίση εκπροσώπηση στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, καθώς και ρυθμίσεις για την κατανομή προσωπικού και χώρων.

Ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών θα εξακολουθούσε να ελέγχει τη νομοθετική ατζέντα, αλλά η διαφωνία ενός και μόνο γερουσιαστή της πλειοψηφίας θα μπορούσε να ανατρέψει τους σχεδιασμούς του.

Παράλληλα, ο Βανς θα ήταν αναγκασμένος να παραμένει διαθέσιμος για κρίσιμες ψηφοφορίες, καθώς η απουσία του θα μπορούσε να επηρεάσει την έκβασή τους.

Αυτό θα είχε ιδιαίτερη σημασία για τον ίδιο, δεδομένου ότι θεωρείται πιθανός διεκδικητής του προεδρικού χρίσματος των Ρεπουμπλικανών το 2028.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να πείσουν τη Λίζα Μαρκόφσκι να προσχωρήσει στο κόμμα τους ή να γίνει ανεξάρτητη.

Η προσπάθεια, πάντως, θα αντιμετώπιζε εμπόδια, καθώς η Μαρκόφσκι κατέχει σημαντικές θέσεις σε επιτροπές ως μέλος των Ρεπουμπλικανών.

Οι New York Times υπενθυμίζουν ότι υπάρχει ιστορικό προηγούμενο: το 2001, ο γερουσιαστής Τζιμ Τζέφορντς εγκατέλειψε τους Ρεπουμπλικανούς, έγινε ανεξάρτητος και άρχισε να συνεργάζεται με τους Δημοκρατικούς, παραδίδοντάς τους τον έλεγχο της Γερουσίας.

Τρεις ανεξάρτητοι υποψήφιοι θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις ισορροπίες

Ένα ακόμη πιο ασυνήθιστο σενάριο αφορά την εκλογή ανεξάρτητων γερουσιαστών που θα αρνηθούν να συνταχθούν με οποιοδήποτε από τα δύο μεγάλα κόμματα.

Οι τρεις ανεξάρτητοι υποψήφιοι που έχουν διατυπώσει αυτή τη θέση είναι ο Τοντ Άκιλις στο Άινταχο, ο Σεθ Μπόντναρ στη Μοντάνα και ο Νταν Όσμπορν στη Νεμπράσκα.

Σε αντίθεση με τους δύο σημερινούς ανεξάρτητους γερουσιαστές, οι οποίοι συνεργάζονται με τους Δημοκρατικούς, οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι έχουν δηλώσει ότι, εφόσον εκλεγούν, δεν θα στηρίξουν τον επικεφαλής κανενός από τα δύο κόμματα.

Στόχος τους είναι να υποχρεώσουν τόσο τους Ρεπουμπλικανούς όσο και τους Δημοκρατικούς να διαπραγματεύονται μαζί τους για τη νομοθεσία και τις θέσεις στις επιτροπές.

Παρότι η εκλογή τους δεν θεωρείται το επικρατέστερο ενδεχόμενο στην ανάλυση των New York Times, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει μια πρωτόγνωρη κατάσταση για τη σύγχρονη Γερουσία, ιδιαίτερα εάν τα δύο κόμματα συγκεντρώσουν σχεδόν ίσο αριθμό εδρών.

Το τελευταίο ανάλογο ιστορικό προηγούμενο χρονολογείται από το 1952, όταν ο γερουσιαστής του Όρεγκον, Γουέιν Μορς, εγκατέλειψε τους Ρεπουμπλικανούς και δήλωσε ανεξάρτητος.

Μάλιστα, σε μια χαρακτηριστική κίνηση, μετέφερε μια πτυσσόμενη καρέκλα στον κεντρικό διάδρομο της Γερουσίας, θέλοντας να υπογραμμίσει τη νέα πολιτική του θέση.

Ο Μορς αποκλείστηκε από τις κοινοβουλευτικές επιτροπές και τελικά εντάχθηκε στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εκφωνεί ομιλία μπροστά από τη δεξαμενή αντανάκλασης (Reflecting Pool) στην Ουάσινγκτον, με το Μνημείο της Ουάσινγκτον στο βάθος. (Φωτογραφία: Reuters)

Αλάσκα: Ο κίνδυνος δικαστικής διαμάχης που θα αφήσει έδρα κενή

Η ανάλυση των New York Times εξετάζει και το ενδεχόμενο αμφισβήτησης εκλογικών αποτελεσμάτων, η οποία θα μπορούσε να αφήσει μία ή περισσότερες έδρες προσωρινά κενές.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Αλάσκα, όπου οι Ρεπουμπλικάνοι φέρονται να προετοιμάζονται να αμφισβητήσουν ενδεχόμενη εκλογή της Δημοκρατικής Μέρι Πελτόλα.

Σύμφωνα με προηγούμενα δημοσιεύματα της αμερικανικής εφημερίδας, η προεκλογική εκστρατεία της Πελτόλα φέρεται να στρατολόγησε έναν υποψήφιο με όνομα παρόμοιο με εκείνο του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Νταν Σάλιβαν, με στόχο να αποσπάσει μέρος των ψήφων του.

Μια παρατεταμένη δικαστική διαμάχη γύρω από το αποτέλεσμα θα μπορούσε να καθυστερήσει την πλήρωση της έδρας, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ζήτημα του ποιος ελέγχει τη Γερουσία.

Από την πλευρά τους, οι Δημοκρατικοί αναφέρουν ότι προετοιμάζονται εδώ και μήνες για πιθανές εκλογικές αμφισβητήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις επανειλημμένες δηλώσεις του Τραμπ σχετικά με την εγκυρότητα των εκλογικών διαδικασιών.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ήδη δηλώσει ότι η Πελτόλα θα έπρεπε να αποκλειστεί από το ψηφοδέλτιο.

Τα ιστορικά προηγούμενα: Από τον Αλ Φράνκεν στον Ρόλαντ Μπέρις

Παρότι τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις είναι σχετικά σπάνιες στη σύγχρονη ιστορία της Γερουσίας, υπάρχουν προηγούμενα που δείχνουν ότι μια έδρα μπορεί να παραμείνει αμφισβητούμενη για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Δημοκρατικού γερουσιαστή της Μινεσότα, Αλ Φράνκεν, ο οποίος δεν ορκίστηκε παρά μόνο οκτώ μήνες και πλέον μετά τις εκλογές του 2008, εξαιτίας μιας παρατεταμένης επανακαταμέτρησης και δικαστικής διαμάχης.

Η τελευταία σημαντική αντιπαράθεση για την αποδοχή μέλους στη Γερουσία σημειώθηκε το 2009, όταν οι Δημοκρατικοί απείλησαν να εμποδίσουν την ανάληψη καθηκόντων από τον Ρόλαντ Μπέρις, ο οποίος είχε διοριστεί γερουσιαστής του Ιλινόι από τον τότε κυβερνήτη Ροντ Μπλαγκόγεβιτς.

Ο Μπλαγκόγεβιτς βρισκόταν υπό ομοσπονδιακή έρευνα για τον χειρισμό της κενής έδρας που είχε αφήσει ο Μπαράκ Ομπάμα μετά την εκλογή του στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τελικά, ο Μπέρις έγινε δεκτός στη Γερουσία.

Όπως προκύπτει από την ανάλυση των New York Times, η επόμενη ημέρα των ενδιάμεσων εκλογών δεν θα κριθεί αποκλειστικά από την κατανομή των εδρών, αλλά ενδεχομένως και από τις αποφάσεις μεμονωμένων γερουσιαστών, τις διακομματικές συμφωνίες και τις πιθανές δικαστικές εκκρεμότητες.

Σε μια Γερουσία με τόσο οριακές ισορροπίες, ακόμη και μία έδρα θα μπορούσε να καθορίσει τις δυνατότητες της κυβέρνησης Τραμπ να προωθήσει τη νομοθετική της ατζέντα και να εξασφαλίσει την έγκριση των προσώπων που επιλέγει για κρίσιμες κυβερνητικές θέσεις.