Το κέντρο του Μονάχου είναι γνωστό κυρίως για τα κομψά καταστήματα και τα εντυπωσιακά σπορ αυτοκίνητα, όμως αυτή τη στιγμή οι δρόμοι του είναι γεμάτοι αφίσες που διαφημίζουν drones νέας γενιάς. «Η ασφάλεια της Ευρώπης βρίσκεται υπό κατασκευή», αναφέρει το σύνθημα σε μια εντυπωσιακή σειρά ασπρόμαυρων φωτογραφιών, τοποθετημένων πάνω σε σκαλωσιές που καλύπτουν μια εκκλησία σε έναν από τους πιο γνωστούς πεζόδρομους της πόλης.
Μια τόσο απροκάλυπτη δημόσια επίδειξη στρατιωτικής ισχύος θα ήταν αδιανόητη μόλις πριν από λίγα χρόνια, όμως ο κόσμος εκτός Γερμανίας αλλάζει ραγδαία – και συμπαρασύρει τη χώρα μαζί του. Η νότια περιφέρεια της Βαυαρίας έχει εξελιχθεί στο κορυφαίο γερμανικό κέντρο αμυντικής τεχνολογίας, με έμφαση στην Τεχνητή Νοημοσύνη, τα drones και την αεροδιαστημική.

Πηγή: BBC
Οι πολίτες της Γερμανίας, όπως και οι περισσότεροι Ευρωπαίοι, δηλώνουν ότι νιώθουν ολοένα και πιο εκτεθειμένοι – πιεσμένοι ανάμεσα σε μια επεκτατική Ρωσία και μια οικονομικά επιθετική Κίνα στα ανατολικά, και σε έναν ολοένα πιο απρόβλεπτο, πρώην στενό σύμμαχο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, στα δυτικά.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, πάνω από τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων (68%) αισθάνονται ότι η χώρα τους απειλείται.
Όπως αναφέρει το BBC, αυτό το φθινόπωρο το Ομοσπονδιακό Γραφείο Πολιτικής Προστασίας και Βοήθειας σε Καταστροφές της Γερμανίας προειδοποίησε για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο ότι ο πόλεμος δεν είναι πλέον «απίθανος». Παράλληλα, συνιστά στους πολίτες να διατηρούν προμήθειες τροφίμων για τρεις έως δέκα ημέρες στο σπίτι, «για κάθε ενδεχόμενο».
Η Γερμανία είναι πλέον ο μεγαλύτερος μεμονωμένος χρηματοδότης στρατιωτικής και άλλης βοήθειας προς την Ουκρανία, μετά την παύση κάθε νέας άμεσης αμερικανικής βοήθειας. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι επιθυμούν να αισθάνονται καλύτερα προστατευμένοι και εντός της χώρας.
Το ερώτημα για τη Γερμανία και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είναι εάν οι παραδοσιακές συμμαχίες με τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, επαρκούν ή αν θα πρέπει να διαφοροποιηθούν μέσω ad hoc συνεργασιών με άλλες ομοϊδεάτισσες χώρες, όπως η Αυστραλία, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία.
Εύθραυστες διατλαντικές σχέσεις
Μέχρι το 2029, ο γερμανικός αμυντικός προϋπολογισμός θα ξεπερνά το άθροισμα των αντίστοιχων της Βρετανίας και της Γαλλίας, επισήμανε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε.
Περιέγραψε τα 150 δισ. ευρώ που σκοπεύει να διαθέσει το Βερολίνο για την άμυνα ως «εντυπωσιακό ποσό». Οι ΗΠΑ το αντιλαμβάνονται και το εκτιμούν, όπως ανέφερε.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που απαιτεί από την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της, ωστόσο ο τόνος του έχει υπάρξει σαφώς πιο απειλητικός από αυτόν των προκατόχων του.
Η εύθραυστη κατάσταση των διατλαντικών σχέσεων αποτέλεσε το βασικό θέμα της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου (MSC) το περασμένο Σαββατοκύριακο, της μεγαλύτερης ετήσιας συνάντησης για θέματα άμυνας παγκοσμίως, όπου συγκεντρώνονται πολιτικοί ηγέτες, ειδικοί ασφαλείας και εκπρόσωποι της αμυντικής βιομηχανίας.

Παρότι τέτοιες διοργανώσεις συχνά επικρίνονται ως «λέσχες συζητήσεων», σε περιόδους γεωπολιτικής αναταραχής μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο – ιδίως μέσω των ιδιωτικών επαφών μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Η ομιλία που αναμενόταν με μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αλλά και ανησυχία, ήταν εκείνη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, εκπροσώπου της κυβέρνησης Τραμπ. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες παρακολουθούσαν με αγωνία, καθώς – όπως σημειώνει το BBC – οι σχέσεις Ευρώπης-ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ τόσο τεταμένες τα τελευταία 80 χρόνια, από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στους περίπου 12 μήνες από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει κατά καιρούς προσβάλει και υπονομεύσει Ευρωπαίους ηγέτες, επιβάλει υψηλούς δασμούς σε εξαγωγές τους και – το πιο σοκαριστικό για τους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ – απείλησε τη δανική κυριαρχία στη Γροιλανδία, χωρίς να αποκλείει για ένα διάστημα ακόμη και τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν δήλωσε στο Μόναχο ότι οι προθέσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία παραμένουν «οι ίδιες», παρά τις τριμερείς διαβουλεύσεις μεταξύ Γροιλανδίας, ΗΠΑ και Δανίας.
Παρότι ο Τραμπ απέκλεισε προσωρινά τη στρατιωτική επέμβαση και αναδίπλωσε (προς το παρόν) ως προς τις οικονομικές κυρώσεις σε συμμάχους, η διατλαντική εμπιστοσύνη υπέστη σοβαρό πλήγμα.
Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις βλέπουν πλέον έναν πρόεδρο έντονα συναλλακτικό, ο οποίος δεν διστάζει να χρησιμοποιεί την ασφάλεια και τις οικονομικές σχέσεις ως μοχλό πίεσης.
Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, δήλωσε: «Συνηθίσαμε στη στήριξη των ΗΠΑ. Συνηθίσαμε στη ζώνη άνεσής μας. Αυτή η εποχή έχει τελειώσει».
Μια εύθραυστη νέα σχέση
Στην ομιλία του, ο Ρούμπιο χρησιμοποίησε έναν συμφιλιωτικό τόνο: «Θέλουμε μια ισχυρή Ευρώπη», ανέφερε, τονίζοντας ότι οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του περασμένου αιώνα αποτελούν υπενθύμιση ότι τα πεπρωμένα ΗΠΑ και Ευρώπης είναι αλληλένδετα.
Ωστόσο, η πρόταση στενής συνεργασίας συνοδευόταν από όρους: οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν συμμάχους προσκολλημένους στο παλαιό status quo, αλλά εταίρους που μοιράζονται τις ίδιες αξίες.
Η επικεφαλής της αμυντικής δεξαμενής σκέψης RUSI, Ρέιτσελ Έλεχουους, εκτίμησε ότι στην Ευρώπη διαμορφώνεται ρήγμα: οι βόρειες και βαλτικές χώρες, καθώς και η Γερμανία και η Ολλανδία, αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες, ενώ χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως η Ισπανία, αρνούνται να φτάσουν στα επίπεδα που απαιτεί ο Τραμπ.

Ο υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Έλμπριτζ Κόλμπι ήταν σαφής: η Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα των ΗΠΑ, με το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται στον Ινδο-Ειρηνικό.
Οι ΗΠΑ παραμένουν δεσμευμένες στη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του ΝΑΤΟ, αλλά θα μειώσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες στην Ευρώπη, επιδιώκοντας μια «ΝΑΤΟ 3.0».
Η παλαιά παγκόσμια τάξη με τον δυτικό κόσμο στο επίκεντρο έχει εξασθενήσει. Το τι θα ακολουθήσει για Ευρώπη και ΗΠΑ παραμένει αβέβαιο. Marco Rubio μίλησε για έναν νέο αιώνα δυτικού πολιτισμού, ο Elbridge Colby για ένα ανανεωμένο ΝΑΤΟ, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός ζήτησε την επαναθεμελίωση της δυτικής συμμαχίας.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Ευρώπη καλείται να προσαρμοστεί – και μάλιστα γρήγορα.
Η πιο «λεπτή» προσέγγιση Στάρμερ
Σε έντονη αντίθεση με την επιμονή του Μάρκο Ρούμπιο για μεγαλύτερη εθνική κυριαρχία, ο Κιρ Στάρμερ τάχθηκε υπέρ μεγαλύτερης ενοποίησης μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ευρώπης στον τομέα της άμυνας – με στόχο τη μείωση του κόστους του επανεξοπλισμού. Τόνισε, ωστόσο, ότι αυτό δεν σημαίνει πως η Βρετανία γυρίζει την πλάτη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Σοφία Γκάστον, ειδικός εθνικής ασφάλειας στο King’s College του Λονδίνου, δήλωσε ότι στο Μόναχο ο Στάρμερ κατάφερε να αποτυπώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια τις αποχρώσεις της βρετανικής στρατηγικής.
«Άλλοι σύμμαχοι στην Ευρώπη ενδέχεται να είναι περισσότερο πρόθυμοι να μιλήσουν για απόκλιση από την Ουάσιγκτον», επισημαίνει. «Για τη Βρετανία, όμως, παραμένει στρατηγική επιταγή να ισορροπεί εντός της διατλαντικής σχέσης. Θα υπάρξουν και στιγμές που η Βρετανία θα χρειαστεί να λάβει δύσκολες αποφάσεις, και ο Στάρμερ φάνηκε πιο έτοιμος να αντιμετωπίσει αυτήν την πραγματικότητα».
Όπως σημειώνει, το κλειδί βρίσκεται σε μια ισχυρή κατανόηση του εθνικού συμφέροντος και των μέσων ισχύος και επιρροής που διαθέτει η χώρα. «Αυτό απαιτεί μια πολύ πιο ανταγωνιστική προσέγγιση, η οποία δεν ήταν πάντα φυσική για τη Βρετανία, που παραδοσιακά ασκούσε διπλωματία με κομψό, συναινετικό και συχνά αθέατο τρόπο».

Σύμφωνα με το BBC, σε αυτήν τη φάση έντονης αβεβαιότητας και ταχύτατων γεωπολιτικών μεταβολών, οι Ευρωπαίοι ηγέτες στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε «à la carte» συμμαχίες – παράλληλα με παραδοσιακούς οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ ή η ΕΕ, οι οποίοι λόγω μεγέθους συχνά κινούνται πιο αργά. Σε αυτές τις ευέλικτες συνεργασίες συμμετέχουν και μη ευρωπαϊκά κράτη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «Συμμαχία των Προθύμων», υπό την ηγεσία Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας, η οποία συγκροτήθηκε με στόχο τη διασφάλιση της ουκρανικής κυριαρχίας σε περίπτωση μελλοντικής ειρηνευτικής συμφωνίας με τη Ρωσία. Στις συναντήσεις της συμμαχίας συμμετείχαν η Τουρκία, η Νέα Ζηλανδία και η Αυστραλία.
Ο Καναδάς εντείνει τη συνεργασία του με τις σκανδιναβικές και βαλτικές χώρες, που αντιμετωπίζουν παρόμοιες γεωπολιτικές προκλήσεις και μοιράζονται κοινές αξίες, επιδιώκοντας τη σταθερότητα και την αποτροπή από τη Βαλτική έως τον Βόρειο Ατλαντικό, τη Γροιλανδία και την καναδική Αρκτική.
Ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος, που ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, σχολίασε με χιούμορ ότι ο Καναδάς «γίνεται ολοένα και πιο ευρωπαϊκός». Σύμφωνα με τον ίδιο, και η Ιαπωνία με τη Νότια Κορέα αντιμετωπίζονται πλέον ως μέλη μιας «οικογένειας ομοϊδεατών χωρών».
Όχι μόνο άμυνα
Οι ευέλικτες αυτές συμμαχίες δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην άμυνα. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει επανειλημμένα καλέσει την Ευρώπη να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία – όχι μόνο σε επίπεδο παραδοσιακής ασφάλειας, αλλά και σε ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας, εφοδιαστικών αλυσίδων και νέων τεχνολογιών. Στο Μόναχο πρότεινε μάλιστα η Ευρώπη να «μειώσει τους κινδύνους» που απορρέουν από εξωτερικές εξαρτήσεις.
Το ίδιο Σαββατοκύριακο, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παραδέχθηκε ότι, αν η ΕΕ δεν κινηθεί αρκετά γρήγορα για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, «μια ομάδα κρατών-μελών θα πρέπει να προχωρήσει μόνη της».
Οι προσπάθειες μικρότερων ομάδων ευρωπαϊκών χωρών να συνεργαστούν για την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας δεν είναι πάντοτε επιτυχείς. Χαρακτηριστική είναι η τρέχουσα διαμάχη μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας για το κοινό τους σχέδιο ανάπτυξης του μαχητικού επόμενης γενιάς στο πλαίσιο του προγράμματος Future Combat Air System (FCAS).
Παρά τις φιλοδοξίες για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ανεξαρτησία, η διάσκεψη στο Μόναχο υπενθύμισε και το βάθος της ευρωπαϊκής εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες – από την αμερικανική πυρηνική «ομπρέλα» έως τη διαμοίραση πληροφοριών και τις δομές διοίκησης και ελέγχου. Αποκάλυψε επίσης το πόσο πίσω βρίσκεται ακόμη η Ευρώπη έναντι των ΗΠΑ στην υψηλή τεχνολογική καινοτομία.
Όπως αναφέρει το BBC, οι μεταβολές που καταγράφονται σήμερα στην Ευρώπη – συμπεριλαμβανομένων των στενότερων συμμαχιών εκτός της ηπείρου – δεν φαίνεται να αποτελούν απλώς βραχυπρόθεσμες προσαρμογές για «να αντέξει» η ήπειρος στην εποχή Τραμπ. Διαγράφεται μια βαθύτερη, πιο μακροπρόθεσμη αναδιάταξη.
Ο κόσμος μοιάζει πλέον να κινείται στον ρυθμό της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Και ακόμη και η συνήθως αργοκίνητη Ευρώπη αναγκάζεται να προσαρμοστεί.
